Οδηγία CRD IV:Αφετηρία για την ουσιαστική τραπεζική ένωση ή μια «καλοπροαίρετη πλάνη»;

Short URL: http://wp.me/p3poUN-142

European_flags_260_170leftlab.gr

Συντάκτης: Γιώργος Καλπαδάκης

Στις 16 Απριλίου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε με ευρεία πλειοψηφία το πιο ολοκληρωμένο πακέτο μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση του τραπεζικού τομέα μέχρι σήμερα, με απώτερο στόχο να διασφαλισθεί η υιοθέτηση και εφαρμογή από όλα τα κράτη-μέλη των διεθνών προτύπων της Βασιλείας ΙΙΙ[1] για την κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών. Μολονότι οι κανόνες θα ενεργοποιηθούν μέσα στο 2014, ο χρόνος προσαρμογής για αρκετά χρηματοοικονομικά εργαλεία, όπως οι προνομιούχες μετοχές, θα φτάνει έως το 2019. Ραχοκοκαλιά του νέου πακέτου είναι η τέταρτη εκδοχή της Οδηγίας Κεφαλαιακών Απαιτήσεων (CRD IV), η οποία επεκτείνει τα περιθώρια δράσης των κρατών-μελών, δίνοντάς τους μεταξύ άλλων το δικαίωμα να υποχρεώνουν τις εθνικές τράπεζες να διατηρούν αποθεματικά κεφάλαια που ξεπερνούν αυτά που απαιτεί η κοινοτική νομοθεσία[2]. Η επικείμενη ελληνική Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου θα κληθεί να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα ζητήματα που ανακύπτουν από την CRD IV, καθώς και από τις ευρύτερες μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που προωθούνται για τη ρύθμιση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού τομέα.

Βασιλεία ΙΙΙ

Από τις απαρχές της κρίσης το 2008 ασκείτο κριτική στη Βασιλεία ΙΙ (2004) για τη συμβολή της στην επιδείνωση της παγκόσμιας οικονομίας. Η νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση του ρυθμιστικού και εποπτικού πλαισίου των τραπεζών οφειλόταν εν πολλοίς στα πρότυπα τα οποία καθιέρωσε προς την κατεύθυνση της χαλάρωσης των πιστωτικών κριτηρίων των τραπεζών και της συγκρότησης ενός μη εποπτευόμενου και αδιαφανούς παράλληλου τραπεζικού συστήματος[3]. Έτσι κρίθηκε σκόπιμο η ΕΒΤΕ, η οποία μέχρι πρότινος αποτελείτο από τις κεντρικές τράπεζες και τις εποπτικές αρχές των ανεπτυγμένων οικονομιών, να διευρύνει τη σύνθεσή της με τη συμμετοχή και των αναδυόμενων αγορών, δηλαδή της Κίνας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας, της Αυστραλίας, της Ινδίας, της Νότιας Αφρικής, της Σαουδικής Αραβίας, της Νότιας Κορέας, της Τουρκίας και του Μεξικού. Παράλληλα, ενισχύθηκαν οι πιέσεις για αυστηρότερη προληπτική εποπτεία των μεγάλων τραπεζικών οργανισμών που θεωρούνται «συστημικά σημαντικοί», με την επιβολή περιορισμών στις μορφές ανάληψης κινδύνων και μιας εταιρικής διακυβέρνησης που ως ένα βαθμό θα αποκαταστήσει τις οικονομικές ανισότητες. Η εφαρμογή της συμφωνίας Βασιλεία III θεωρείται ότι θα αποδειχθεί λιγότερο επωφελής για τις ανεπτυγμένες χώρες και τους τραπεζικούς αυτούς οργανισμούς, ενώ φέρεται να σηματοδοτεί μια «μεταβολή ισχύος» στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική υπέρ των αναδυόμενων αγορών αλλά και των αρχών που λογοδοτούν δημοσίως[4].

Στο πρότυπο της Βασιλείας III, που προβλέπει υψηλότερα επίπεδα ρευστότητας για τις τράπεζες, το πακέτο μεταρρυθμίσεων, που αναμένεται να υιοθετηθεί και τυπικά από το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ, στοχεύει στη συγκράτηση των κερδοσκοπικών αναλήψεων κινδύνου μέσα από τον περιορισμό των μπόνους των τραπεζιτών, μια ρύθμιση την οποία η μοναδική διαφωνούσα –η Αγγλία– δεν κατάφερε, παρά τις προσπάθειές της, να απαλείψει, εφόσον δεν απαιτείται ομοφωνία. Προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίζουν καλύτερα τις κρίσεις, οι κεφαλαιακές απαιτήσεις των τραπεζών ενισχύονται, ενώ και οι κανόνες εποπτείας τους ισχυροποιούνται, καθότι πλέον θα οφείλουν να διατηρούν τουλάχιστον 8% κεφαλαίων καλής ποιότητας (αντί για 7% βάσει της Βασιλείας ΙΙ), εκ των οποίων περισσότερο από το 50% θα πρέπει να είναι της υψηλότερης ποιότητας με τον χαμηλότερο κίνδυνο («Κατηγορίας 1»). Στόχος επίσης είναι να δοθεί ώθηση στην ανάπτυξη, με τη διευκόλυνση της δανειοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, «ενός από τους πυλώνες της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεδομένου του θεμελιώδους ρόλου τους στη δημιουργία οικονομικής ανάπτυξης και την αύξηση της απασχόλησης». Τέλος, προκειμένου να απορροφώνται οι ζημίες και να εξασφαλίζεται ότι διαθέτουν επαρκή κεφαλαιακή βάση, οι τράπεζες θα είναι πλέον υποχρεωμένες να διατηρούν και ένα αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας (countercyclical capital buffer), ώστε σε περιόδους κρίσης να συνεχίζουν να παρέχονται πιστώσεις που θα σχηματίζονται σε περιόδους ανάπτυξης. Τα δε κράτη-μέλη της ΕΕ, προκειμένου να μπορέσουν να προστατευθούν από την απρόβλεπτη συμπεριφορά των χρηματοοικονομικών αγορών, θα έχουν την ευχέρεια να θέτουν και ένα επιπλέον απόθεμα «συστημικού κινδύνου» για τις συστημικά σημαντικές τράπεζες, για τις οποίες θεσπίζεται η υποχρέωση να δημοσιοποιούν επακριβώς στις Βρυξέλλες τον αριθμό εργαζομένων τους, τα κέρδη τους, καθώς και τους φόρους που πληρώνουν[5].

Οι διατάξεις-κλειδιά και η Έκθεση Λιικάνεν

Πέραν των βασικών σημείων που λαμβάνουν δημοσιότητα σχετικά με το ψηφισθέν πακέτο μεταρρυθμίσεων, υιοθετήθηκαν σειρά τροποποιήσεις οι οποίες δύνανται να αποτελέσουν ικανή βάση για μια ουσιαστική εμβάθυνση της τραπεζικής ένωσης. Στη διάταξη 16β, για παράδειγμα, επισημαίνεται ότι, στη σκιά των «ολέθριων επιπτώσεων» της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, ένας βασικός στόχος της CRD IV είναι «να ενθαρρύνει οικονομικά χρήσιμες τραπεζικές δραστηριότητες που να υπηρετούν το γενικό συμφέρον και να αποθαρρύνει την χωρίς πραγματική προστιθέμενη αξία μη βιώσιμη χρηματοπιστωτική κερδοσκοπία». Αυτόσυνεπάγεται, συνεχίζει, μια «περιεκτική αναμόρφωση των τρόπων με τους οποίους οι καταθέσεις διοχετεύονται σε παραγωγικές επενδύσεις». Στη διάταξη 31α υπογραμμίζεται η ανάγκη να ενισχυθούν οι μηχανισμοί που αποσκοπούν «στην ανάπτυξη αποτελεσματικής επιτήρησης και πρόληψης ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενες φούσκες κερδοσκοπίας για να εξασφαλίζεται η βέλτιστη χορήγηση κεφαλαίου υπό το φως των μακροοικονομικών προκλήσεων και στόχων, συγκεκριμένα όσον αφορά μακρόπνοες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία». Μια δυνητικά σημαντική αρχή για τη ριζική αναμόρφωση του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος κωδικοποιείται και στη διάταξη 83α, όπου επισημαίνεται ότι «πρωταρχικό καθήκον του νομικού πλαισίου για τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να είναι  η εξασφάλιση της λειτουργίας ζωτικών υπηρεσιών που παρέχονται στην οικονομία με παράλληλο περιορισμό του κινδύνου πρόκλησης ηθικού κινδύνου». Προς αυτή την κατεύθυνση, αναφέρεται η δυνατότητα να προωθηθεί «οδιαρθρωτικός διαχωρισμός τραπεζικών δραστηριοτήτων λιανικής και επενδύσεων εντός ενός τραπεζικού ομίλου»[6].

Αναφορικά με το ζήτημα του μερικού διαχωρισμού της επενδυτικής και της λιανικής τραπεζικής, ο οποίος αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποτροπή των κρίσεων στο μέλλον, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι εντός των επομένων μηνών αναμένεται να παρουσιασθεί σχετική πρόταση και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ώστε ο διαχωρισμός να καταστεί υποχρεωτικός σε ομίλους όπου οι επενδυτικές δραστηριότητες αντιστοιχούν στο 15%-25% του ενεργητικού τους ή ξεπερνούν τα 100 δις ευρώ. Η πρόταση θα βασιστεί σε έκθεση ομάδας εμπειρογνωμόνων (High Level Expert Group) που συστήθηκε τον Νοέμβριο του 2011 υπό την ηγεσία του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Φιλανδίας Erkki Liikanen. Σκοπός της Έκθεσης Λιικάνεν[7], η οποία υποστηρίζεται από τον Επίτροπο Εσωτερικής Αγοράς Μισέλ Μπαρνιέ και στρέφεται κατά των ριψοκίνδυνων δραστηριοτήτων ορισμένων τραπεζών, ήταν να εξετάσει την προοπτική θέσπισης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που θα κάνουν πιο ασφαλή τον χρηματοπιστωτικό τομέα της Ευρώπης.

Προς αυτή την κατεύθυνση, η Έκθεση Λιικάνεν προτείνει μέτρα που θα υποχρεώνουν τις τράπεζες να λειτουργούν προς το συμφέρον των πελατών τους, όπως το να επιτραπεί στις μονάδες λιανικής τραπεζικής να εξυπηρετούν εταιρικούς πελάτες και να κάνουν χρήση χρηματοοικονομικών παραγώγων μόνο εάν αυτό κατατείνει στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Προτείνει επίσης η χορήγηση των μπόνους των υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών να μην έχει τη μορφή μετοχών αλλά τραπεζικών ομολόγων – τα οποία συνιστούν και τους πρώτους τίτλους των οποίων η αξία εξανεμίζεται εάν η τράπεζα καταρρεύσει[8]. Οι εξελίξεις υποδεικνύον ότι η ΕΕ ίσως να ετοιμάζεται να ακολουθήσει στα χνάρια του αμερικανικού «κανόνα Βόλκερ», ο οποίος έχει θέσει αυστηρούς περιορισμούς στις χρηματοοικονομικές πράξεις που μπορούν να διενεργούν οι τράπεζες, αλλά και του Ηνωμένου Βασιλείου όπου το 2012 η «επιτροπή Βίκερς» πρότεινε το διαχωρισμό της επενδυτικής και της λιανικής τραπεζικής. Παρά τον δυνητικό ριζοσπαστισμό της βέβαια, η Έκθεση Λιικάνεν δεν φαίνεται να εισηγείται βαθιές τομές, περιοριζόμενη σε συστάσεις προς τις τράπεζες να επιδίδονται σε χρηματιστηριακές συναλλαγές υψηλού κινδύνου μέσω εξειδικευμένων θυγατρικών[9]. Αντίστοιχες σοβαρές αδυναμίες διέπουν και τις τραπεζικές μεταρρυθμίσεις που συντελούνται στη Γαλλία και τη Γερμανία για τον μερικό διαχωρισμό των δραστηριοτήτων λιανικής και επενδυτικής τραπεζικής[10].

Η CRD IV ουσιαστικά αφορά ρυθμίσεις για μια κοινή εποπτεία των τραπεζών και είναι σαφές ότι δεν προσφέρει στην Ελλάδα κάποια άμεσα εργαλεία προς αξιοποίηση για την αντιμετώπιση του χρέους. Πέρα από την κριτική που της ασκείται στους χρηματοπιστωτικούς κύκλους, ο αντιπρόεδρος της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης Καταθέσεων χαρακτήρισε το ευρύτερο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ μια «καλοπροαίρετη πλάνη» η οποία θα βοηθήσει τις μεγάλες τράπεζες να γιγαντωθούν ακόμα περισσότερο, απλά θωρακίζοντας από την αποτυχία τους συστημικά σημαντικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς[11]. Οι περιφερειακές τράπεζες της ανατολικής Ευρώπης επίσης πιστεύουν ότι οι ρυθμίσεις που προβλέπει θα τις συνθλίψουν, καθιστώντας τες λιγότερο ανταγωνιστικές, όπως διαφάνηκε και από τα συμπεράσματα του πρόσφατου Συνεδρίου της Ένωση Τραπεζών Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης στη Βουδαπέστη[12]. Την ίδια στιγμή, είναι φανερό ότι η Οδηγία CRD IV συνιστά ένα είδος αφετηρίας για την αργόσυρτη διαδικασία τηςευρωπαϊκής τραπεζικής ενοποίησης. Η έναρξη εφαρμογής της θα συμπέσει με την έναρξη ισχύος του ενιαίου μηχανισμού εποπτείας της ΕΚΤ (single supervision mechanism), ενώ θα αποτελέσει έναν από τους πυλώνες του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων (single rulebook) που θα εκδώσει η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή αναφορικά με την εποπτεία αυτή.

Τραπεζική ενοποίηση και αναπτυξιακά εργαλεία

Η υπερψήφιση της CRD IV προσφέρεται για την εξαγωγή ορισμένων προκαταρκτικών συμπερασμάτων. Πρώτον, παρά τις νεοφιλελεύθερες αγκυλώσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν τη συντελούμενη αναμόρφωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος και δικαιολογούν την καχυποψία για τις επιδιώξεις των «αρχιτεκτόνων» της, είναι καταρχάς θετικό το ότι η ιδέα της τραπεζικής ένωσης διατηρείται ζωντανή και μαζί της η προοπτική –στην οποία, όπως κατέδειξε με δραματικό τρόπο και η υπόθεση της Κύπρου, αντιτίθεται σθεναρά το Βερολίνο– να ανακεφαλαιοποιούνται απευθείας από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) οι συστημικά σημαντικές τράπεζες της ευρωζώνης, οι οποίες θα επωμίζονται το κύριο βάρος των ζημιών τους. Ταυτόχρονα, η απόφαση να υποστηριχθεί η προοπτική αυτή από τις υπερχρεωμένες χώρες δεν θα πρέπει να ληφθεί αψήφιστα, αφού, όσο και εάν συνιστά προτεραιότητα η ελάφρυνση της κοινωνίας από το άχθος του χρέους, θα πρέπει να ζυγισθούν και οι πιθανοί περιορισμοί που θα επέλθουν από την υπαγωγή των τραπεζών στον ΕΜΣ, ως προς την άσκηση οικονομικής κυριαρχίας, με προεξέχοντα περιορισμό την απώλεια εθνικών εργαλείων για την αναπτυξιακή πολιτική.

Επιπροσθέτως, η ελληνική Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κατά το πρώτο εξάμηνο του 2014 φαίνεται ότι θα είναι εκείνη που θα κληθεί να αντιμετωπίσει την πρόταση της Επιτροπής για τον μερικό διαχωρισμό της λιανικής και της επενδυτικής τραπεζικής. Η συγκυρία αυτή προσφέρεται ώστε η Αριστερά να υποστηρίξει ενεργότερα την απαγόρευση των τραπεζών να επιδίδονται σε στοιχήματα παραγώγων[13], με τη θέσπιση ενός πλαισίου ουσιαστικότερου διαχωρισμού των πιστωτικών και των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων του χρηματοοικονομικού τομέα από αυτόν που προβλέπουν οι προτεινόμενες τραπεζικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες περιορίζονται προς το παρόν στον λειτουργικό διαχωρισμό ορισμένων δραστηριοτήτων υψηλής εντάσεως κινδύνου[14]. Είναι επίσης πιθανό ότι η ελληνική προεδρία θα κληθεί να ασχοληθεί και με την υιοθέτηση του ενιαίου μηχανισμού εκκαθάρισης προβληματικών τραπεζών (single resolution mechanism) ο οποίος με πόρους προερχόμενους από ex-ante συνεισφορές τραπεζών θα χρηματοδοτεί την εκκαθάριση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, στοχεύοντας να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα στην ευρωζώνη. Το Βερολίνο προβάλλει συνεχώς κωλύματα και σε αυτή την πτυχή της τραπεζικής ενοποίησης, προφασιζόμενο την ανάγκη μεταβολής των ευρωπαϊκών Συνθηκών προκειμένου να προχωρήσει η καθιέρωση ενός τέτοιου μηχανισμού[15].

Τέλος, μέσα και από τη γενικότερα θετική ανταπόκριση που συνάντησε Οδηγία CRD IV καθώς και το πνεύμα που διέπει τη Βασιλεία ΙΙΙ, καθίσταται βαθμηδόν σαφέστερο ότι ο στόχος της τραπεζικής ενοποίησης –με αιχμή την ανάγκη θέσπισης εργαλείων για την ανάπτυξη και αναπροσαρμογής των δημοσιονομικών προγραμμάτων για να ενθαρρυνθούν οι επενδύσεις– αναδεικνύεται σε δυνητικά κομβικό σημείο συσπείρωσης για τη συγκρότηση μιας στοχευμένης πολιτικής συμμαχιών και κοινών δράσεων που δεν θα περιορίζεται σε δυνάμεις του Νότου, αλλά θα περικλείει και πανευρωπαϊκούς φορείς όπως η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων[16] και η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Βιοτεχνικών και Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων[17].

[1]  Η διεθνοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα μετά την κατάλυση του μεταπολεμικού συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Μπρέτον Γουντς γέννησε την ανάγκη για έναν αποτελεσματικότερο συντονισμό των αρμόδιων ρυθμιστικών και εποπτικών αρχών σε διεθνές επίπεδο. Το 1974 συγκροτήθηκε, με έδρα την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, η Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (ΕΒΤΕ), στην οποία συμμετείχαν 13 χώρες (ΗΠΑ, Γερμανία, Ελβετία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιαπωνία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Βέλγιο, Ιταλία, Ισπανία, Καναδάς, Γαλλία, Σουηδία). Η ΕΒΤΕ καθιερώνει εποπτικά πρότυπα, κατευθύνσεις και βέλτιστες πρακτικές για τις ανεπτυγμένες οικονομίες, οι οποίες, μολονότι στερούνται νομικής δεσμευτικής ισχύος, τυγχάνουν ευρύτατης διεθνούς αποδοχής, όπως πιστοποιεί και η κωδικοποίησή τους σε κοινοτικές οδηγίες της ΕΕ.

 

[2]  Revised capital requirements rules (CRD IV), Proposal for a Regulation of the European Parliament and of the Council on prudential requirements for credit institutions and investment firms, 26.03.13. Αντίστοιχη νομοθεσία πρόκειται να θεσπιστεί και στις ΗΠΑ, όπου οι αρχές βρίσκονται σε επαφή με τον Επίτροπο Μπαρνιέ. Joint statement by U.S. Treasury Secretary Lew and Commissioner Barnier, European Commission Memo, 8.4.13.

[3]  J. Carmassi και S. Micossi, Time to Set Banking Regulation Right, Centre for European Policy Studies, 15.3.12.

[4]  E. Bengtsson, «The Political Economy of Banking Regulation – Does the Basel 3 Accord Imply Change?», Working Paper, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, 24.01.2012.

[5]  «Το ΕΚ εγκρίνει το πακέτο μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση των ευρωπαϊκών τραπεζών», Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο-Επικαιρότητα, 16.4.13. Βλ. την εξαιρετική ανάλυση της CRD IV από την Finance Watch, όπου προτείνονται μια σειρά τροποποιήσεις της οδηγίας προκειμένου να αυξηθούν οι εποπτικές κεφαλαιακές απαιτήσεις: To end all crisesImplementing Basel III in the European Union, Φεβρουάριος 2012. Σημειωτέον ότι και υπό το καθεστώς των διακανονισμών της «Βασιλείας ΙΙ» προβλεπόταν ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα βασίζονταν σε κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας προκειμένου να εξασφαλισθεί η σταθερότητά τους. Εντούτοις, λόγω των αδιαφανών και ριψοκίνδυνων δραστηριοτήτων των τραπεζών τα αποθέματα αυτά δεν είχαν πραγματικό αντίκρισμα.

[6]  Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), Τροπολογίες σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, 7.3.12.

[7]  High-level Expert Group on reforming the structure of the EU banking sector: Final Report, 2.10.12:ec.europa.eu/internal_market/bank/docs/high-level_expert_group/report_en.pdf

[8]  «EU advisers want high-risk banking separated from retail», Reuters, 2.10.12. Βλ. επίσης «The Liikanen review: into the ring», Economist, 6.10.12.

[9]  Dominique Plihon, «Une réforme bancaire qui enchante les banquiers», Monde Diplomatique, Mars 2013. Αναδημοσιεύθηκε και στην Κυριακάτικη Αυγή, 7.4.13. Για μια εξαιρετική ανάλυση του κειμένου της έκθεσης και τον τρόπο που αποδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο από την Επιτροπή, βλ. Tom Burgis, «The Liikanen report decoded», Financial Times, 2.10.12.

[10]  «Γερμανία: Ο διαχωρισμός τραπεζικών δραστηριοτήτων θα επηρεάσει έως και 12 τράπεζες», Capital, 4.2.13. Βλ. και «Schutz gegen Krisen: Aufseher geben Banken mehr Zeit», Spiegel, 6.01.13.

[11]  FDIC Vice Chairman Thomas M. Hoenig, «Basel III Capital: A Well-Intended Illusion», Remarks to the International Association of Deposit Insurers 2013 Research Conference in Basel, Switzerland, 9.4.13.

[12]  «After Effects of the Eurozone Crisis Still Being Felt in Central and Eastern Europe», PR Newswire, 2.5.13.

[13]  Στο ίδιο πνεύμα με μεταρρυθμίσεις όπως ο νόμος Glass-Steagall στις ΗΠΑ (1933-1999) αλλά και το αντίστοιχο πρόγραμμα του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης στη Γαλλία (1945-1984).

[14]  «Statement on the occasion of the expert consultation of the German Bundestag’s Finance Committee», Deutsche Bundesbank, 26.2.13.

[15]  A. Barker, «Berlin demands treaty change for bank reforms», Financial Times, 14.4.13.

[16]  «Caps on bonuses: managers in banks and non-financial companies must become accountable», ETUC, 5.3.13.

[17]  «Capital requirements: SMEs welcome deal to transpose Basel III rules in the EU», UEAPME, 28.2.13. Βλ. επίσης Nordic Working Group on Basel III/CRD IV and National Discretion, Ιούνιος 2012.

Σχόλια Αρχική

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>