Facebooktwitter

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΑπό την Αυγή της Κυριακής: http://www.avgi.gr/

Του Ευκλείδη Τσακαλώτου

Όπως συμβαίνει εδώ και δύο χρόνια με κάθε «πολυνομοσχέδιο», έτσι και την προηγούμενη Τετάρτη βασικό επιχείρημα της κυβέρνησης ήταν η ανάγκη λήψης της δόσης και η αποφυγή αποπομπής της χώρας από την Ευρωζώνη. Δεν είναι μόνο ότι η κυβέρνηση δεν κατανοεί ότι η χώρα μας έχει διαπραγματευτική δύναμη, είναι ότι δεν καταλαβαίνει ότι χρηματοδότηση χρειάζεται αφού έχεις καταρτίσει ένα πρόγραμμα με κάποια προοπτική, με κάποια πιθανότητα επιτυχίας.

Υπάρχει ωστόσο μια λογική, μια θεωρία πίσω από αυτά τα μέτρα, την οποία λίγοι βουλευτές της πλειοψηφίας είχαν το θάρρος να υπερασπιστούν. Στην ουσία τα μέτρα αυτά υπαγορεύονται από τρεις, άμεσα συνδεδεμένες λογικές:

Α) Το μικρότερο κράτος – εξ ου και οι μειώσεις σε μισθούς, συντάξεις και γενικότερα τις κρατικές δαπάνες.

Β) Την «απελευθέρωση» της αγοράς εργασίας, με την περαιτέρω ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, τη μείωση του κόστους απολύσεων και την ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Γ) Τη φιλελευθεροποίηση των αγορών προϊόντων, με το λεγόμενο «άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων» και γενικότερα με μια σειρά από καταργήσεις νόμων και ρυθμίσεων.

Συνεκτικό στοιχείων των παραπάνω δεν είναι άλλο από τα «οικονομικά της προσφοράς», μια πολιτική που δοκιμάζεται τις τελευταίες δεκαετίες με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού. Με μια φράση, η πολιτική αυτή επιφυλάσσει την πρωτοκαθεδρία του ιδιωτικού τομέα. Για τριάντα χρόνια, ανάμεσα στους υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ενοποίησης υπήρχε μια σύγκρουση δύο λογικών, της θετικής και της αρνητικής ολοκλήρωσης. Αρνητική ολοκλήρωση σημαίνει ότι θα είμαστε πιο ενιαίοι αν αφαιρέσουμε εμπόδια στην κίνηση αγαθών, υπηρεσιών, εργασίας, κεφαλαίου και αν τα αφαιρέσουμε όλα αυτά, θα είμαστε μια πιο δυναμική, πιο ενοποιημένη οικονομία. Η άλλη λογική ήταν εκείνη της θετικής ολοκλήρωσης που προωθούσε τη δημιουργία νέων θεσμών για τη συνεργασία στη δημοσιονομική πολιτική, την επίλυση των περιφερειακών αποκλίσεων, την κοινή φορολογία κ.λπ.

Η αρνητική ολοκλήρωση κέρδισε, αλλά τα δυσμενή αποτελέσματά της έγιναν ορατά όχι μόνο στην κρίση του 2008 αλλά και πριν από αυτή. Το πόρισμα Cecchini, στο οποίο βασίστηκε η αρχιτεκτονική της κοινής αγοράς, υποστήριζε ότι αν απελευθερωθούν όλες οι αγορές, θα έχουμε μια Ευρώπη με μια καινούργια δυναμική και μια ανάπτυξη που δεν έχουμε ξαναδεί. Η ευρωπαϊκή στρατηγική για την απασχόληση, γύρω από τη διαδικασία της Λισσαβώνας, παρομοίως υποστήριζε ότι με τη φιλελευθεροποίηση στην αγορά εργασίας θα έχουμε μεγαλύτερη απασχόληση και λιγότερη ανεργία, κάτι που διαψεύστηκε πολύ πριν από το 2008 με επίσημη ανακοίνωση.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, με τα μέτρα αυτά προχωρά ένα βήμα παραπέρα: προωθεί αυτήν την πολιτική κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης κρίσης, αγνοώντας ότι με τον τρόπο αυτό θα ενταθούν οι υφεσιακές επιπτώσεις. Ας δούμε, όμως, πιο συγκεκριμένα τις τρεις λογικές των μέτρων.

Ξεκινώντας με τη φιλελευθεροποίηση στην αγορά προϊόντων, δύο είναι οι βασικοί λόγοι για τους οποίους η πολιτική αυτή δεν θα επιφέρει αποτελέσματα. Ο πρώτος είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των μεταρρυθμίσεων αφορούν υπηρεσίες οι οποίες δεν είναι διεθνώς εμπορεύσιμες. Δηλαδή, απευθύνονται στην εσωτερική αγορά, σε μια περίοδο που η κατανάλωση συνεχώς μειώνεται. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη στατική αντίληψη αυτής της πολιτικής – θα απελευθερώσουμε τα πάντα και θα πέσουν οι τιμές. Αγνοεί τις δυναμικές διαστάσεις της απελευθέρωσης, όπου, εκτός των άλλων, είναι πιθανή η δημιουργία νέων μονοπωλίων και η εισαγωγή καινούργιων -ουσιαστικών αυτή τη φορά και όχι νομικών- περιορισμών.

Τα πράγματα γίνονται πολύ πιο σοβαρά περνώντας στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας – με δεδομένη και την πλειάδα των ρυθμίσεων τα τελευταία χρόνια. Αρκεί να αναφερθούν δύο σημεία από τα νέα μέτρα: η μείωση του κόστους των απολύσεων και η ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Σε σχέση με τη μείωση του κόστους απολύσεων, παρόλη την προσπάθεια των νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων να βρουν μια στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ απασχόλησης και ευκολίας απολύσεων, αυτή η σχέση δεν υπάρχει. Τι γίνεται όταν απολύει κανείς πιο εύκολα; Στην άνοδο του κύκλου, οι επιχειρήσεις όντως προσλαμβάνουν περισσότερους εργαζομένους, αλλά στην καθοδική φάση του κύκλου απολύουν με μεγαλύτερη ευκολία, χωρίς κανένα κέρδος στη συνολική απασχόληση.

Το δεύτερο σημείο, η ουσιαστική κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, φέρνει στην επιφάνεια ορισμένες πτυχές της ασκούμενης πολιτικής που μας επιστρέφουν στον 19ο αιώνα. Ο κατώτατος μισθός καθορίζεται πλέον από την κυβέρνηση και όλες οι συλλογικές συμβάσεις ισχύουν μόνο για τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στη σύναψη αυτών. Με απλά λόγια, δίνεται κίνητρο στις επιχειρήσεις να αποχωρήσουν από τις εργοδοτικές οργανώσεις και να δεσμεύονται μόνο από το ύψος του μισθού που ορίζει η εκάστοτε κυβέρνηση. Φαίνεται ότι οι νεοφιλελεύθεροι δεν έχουν αναρωτηθεί γιατί στον καπιταλισμό, κατά το τέλος του 19ου αιώνα, οι επιχειρήσεις σταμάτησαν σιγά – σιγά την πληρωμή με το κομμάτι. Διότι, η πληρωμή με το κομμάτι, η ατομική διαπραγμάτευση, εμπόδιζαν τη συνεργασία, έπλητταν την εμπιστοσύνη, μείωναν την παραγωγικότητα, και γι’ αυτό είχαμε στον 20ό μια τάση συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Οι νεοφιλελεύθεροι ουσιαστικά ξεχνούν ότι οποιαδήποτε οικονομία, είτε η οικονομία που οραματίζεται ο κ. Στουρνάρας είτε αυτή που οραματιζόμαστε εμείς, εξαρτάται από κάποιους μη αγοραίους θεσμούς, στηρίζεται σε κάποιες πολιτικές αποφάσεις και συλλογικές προτεραιότητες, αντλεί από την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία που υπάρχουν ήδη στην κοινωνία. Εάν εκ των προτέρων θεωρεί κανείς ότι όλες οι ρυθμίσεις ή όλες οι παρεμβάσεις του κράτους δεν έχουν κανένα θετικό στοιχείο, προφανώς είναι εύκολο να αποδείξει ότι αν καταργηθούν, θα έχουμε μόνο κέρδη. Μόνο που στην ιστορία του καπιταλισμού έχει αποδειχθεί ότι πολλές φόρες ο καπιταλισμός λειτουργούσε όχι παρά τις «ακαμψίες» και ρυθμίσεις, αλλά χάρη σε αυτές.

Η τρίτη λογική των μέτρων αφορά τη μείωση του δημοσίου τομέα. Ας μείνουμε εδώ μόνο στο ζήτημα των απολύσεων και γενικότερα στην ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων στο Δημόσιο, για τις οποίες η κυβέρνηση χρησιμοποιεί και μια «οργουελική» γλώσσα – κατάργηση οργανικών θέσεων, υποχρεωτική μετακίνηση, διαθεσιμότητα κ.λπ. Πρώτον, η πολιτική αυτή θα εντείνει την ύφεση, καθώς η μείωση εισοδημάτων και οι απολύσεις θα οδηγήσουν σε περαιτέρω πτώση της κατανάλωσης. Δεύτερον, αυξάνοντας το απόθεμα των ανέργων, θα οξυνθεί ο ανταγωνισμός στον ιδιωτικό τομέα με συνέπεια την άσκηση καθοδικών πιέσεων στον μισθό. Τέλος, με την πολιτική αυτή πλήττεται ο δημόσιος τομέας τη στιγμή που τον έχει ανάγκη η κυβέρνηση όχι μόνο για να αντισταθεί -αν το επιθυμεί- στις απαιτήσεις της τρόικας, αλλά και για να εφαρμόσει τις δικές της μεταρρυθμίσεις.

Στο πρώτο Μνημόνιο, στόχος ήταν οι δημόσιοι υπάλληλοι και το «κακό κράτος», με την εγγύηση ότι οι ιδιωτικοί υπάλληλοι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν. Με το δεύτερο Μνημόνιο ανακαλύφθηκε ότι φταίνε και οι ιδιωτικοί υπάλληλοι, καθώς η μη μείωση των μισθών τους χτύπαγε τους ανέργους. Με τα μέτρα αυτά φτάσαμε στην απόλυτη ισότητα. Αποκαλύφθηκε ότι ο αντίπαλος είναι συνολικά ο κόσμος της εργασίας, ανεξάρτητα αν είναι δημόσιοι, ιδιωτικοί υπάλληλοι ή άνεργοι. Οι κυβερνήσεις των Μνημονίων στηρίχτηκαν στον φόβο, στις απειλές, αλλά και στον κερματισμό του κόσμου της εργασίας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο στο επίπεδο των εναλλακτικών οικονομικών προτάσεων, αλλά σε αυτές τις προτάσεις που θα ενώσουν αυτή την τάξη και θα την αναδείξουν ως την πραγματική οικουμενική τάξη, την τάξη αυτή, δηλαδή, που τα συμφέροντά της ευθυγραμμίζονται με τα συμφέροντα της κοινωνίας.