Facebooktwitter

mantadakishttp://www.avgi.gr

Του Άγγελου Μανταδάκη

Τον όρο «ριζοσπαστικός συντηρητισμός» επαναλαμβάνει ο Γιάννης Βούλγαρης σε πρόσφατο άρθρο του στα «Νέα», προκειμένου να χαρακτηρίσει τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ. Αποδίδει στον λόγο του ΣΥΡΙΖΑ ριζοσπαστικό, σχεδόν εμφυλιοπολεμικό χαρακτήρα(!), κάλυψη κάθε είδους διαμαρτυρίας, ακόμα και εκείνων που κινούνται στα όρια του απροκάλυπτου τραμπουκισμού(!), και υπεράσπιση της υπάρχουσας κατάστασης, είτε δίκαιης είτε εμφανώς αντικοινωνικής.

Είναι προφανές ότι ο αρθρογράφος, προκειμένου να υπερασπίσει τον αδόκιμο εννοιολογικά όρο του «ριζοσπαστικού συντηρητισμού», υποχρεώνεται να συγκροτήσει μια καρικατούρα ΣΥΡΙΖΑ, να του αποδώσει φυσιογνωμικά στοιχεία που εκείνος επιθυμεί, αρκεί να επιτύχει τον σκοπό του. Δυστυχώς για τον Γιάννη Βούλγαρη, η προσπάθεια αυτή τον οδηγεί σε μια κατασκευή επιχειρημάτων που αν μη τι άλλο στρεβλώνουν τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, υποδηλώνοντας και μια εγγενή προκατάληψη απέναντί του. Ο αρθρογράφος δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει πιστά την επιχειρηματολογία του πολιτικο-οικονομικού και μιντιακού κατεστημένου της χώρας κατά του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ: υπερασπιστής του παλιού, προστάτης των συντεχνιακών αιτημάτων, ακόμη και των διεκδικήσεων που χρησιμοποιούν τον τραμπουκισμό, ομπρέλα αντικοινωνικών συμπεριφορών…

Δεν πρωτοτυπεί ο Γ.Β. Δεν λέει κάτι καινούργιο, δεν αρθρώνει έναν λόγο κριτικό απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ή τη βασική του δύναμη, τον ΣΥΝ από τη σκοπιά μιας Αριστεράς μεταρρυθμιστικής, που όμως συναισθάνεται την απελπιστική κατάσταση στην οποία έχουν οδηγηθεί μεγάλα κοινωνικά στρώματα.

Αποδίδει στον ΣΥΡΙΖΑ όλες τις κατηγορίες που δέχεται εδώ και μήνες από ελληνικά και διεθνή κέντρα, που βλέπουν με έκδηλη ανησυχία την ανοδική του πορεία και τη δυναμική που αναπτύσσει σε ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις που συνθλίβονται από την παρατεταμένη ύφεση και τη ραγδαία ανερχόμενη ανεργία.

Σύρεται ακόμη και σε ακρότητες του τύπου «ο ΣΥΡΙΖΑ υπερασπίζεται τη φοροδιαφυγή» ή του τύπου «υιοθετεί την άσκηση βίας», που χρησιμοποιήθηκε ανεπιτυχώς σε προγενέστερη φάση για να στοχοποιήσει τον χώρο.

Τι δεν θέλει να δει ο Γ.Β.; Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διακήρυξε και πολύ πρόσφατα μάλιστα ότι ο στρατηγικός του στόχος είναι ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία (διακήρυξη Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης). Ότι το πεδίο αναφοράς μας είναι η Ευρώπη της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης, των δικαιωμάτων και της περιβαλλοντικής προστασίας.

Ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται για ένα Εθνικό Σχέδιο ανασυγκρότησης και ανάπτυξης που θα αντικαταστήσει το Μνημόνιο και στη βάση αυτού του Σχεδίου θα επιδιώξει μια σκληρή αναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης.

Ότι, προκειμένου να καταστεί το χρέος βιώσιμο, πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες στην άσκηση της πολιτικής μας. Αυτό προϋποθέτει γενναία μέτρα: διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, αποπληρωμή του υπολοίπου με ρήτρα ανάπτυξης. Μόνο έτσι θα εισέλθει η χώρα σε φάση ανάκαμψης.

Οι απόψεις αυτές κάποτε είχαν αντιμετωπιστεί με λοιδορίες, τώρα όμως γίνονται αντικείμενο συζήτησης στην Ευρώπη.

Ο Γ. Β. αποδίδει στον ΣΥΡΙΖΑ μια «πολιτική χωρίς νόμισμα», που την θεωρεί πρόβλημα για την Ελλάδα όταν συμβαίνει σε ένα κόμμα εξουσίας. Αλλά η πολιτική του «καμιά θυσία για το ευρώ, καμιά αυταπάτη για τη δραχμή», που επισφραγίζεται από το αίτημα για τη δημοκρατική επανίδρυση της Ευρωζώνης και της Ε.Ε., δεν είναι χωρίς νόμισμα, ούτε συμβιβασμός. Είναι η μόνη πρόταση που μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις σε ένα πρόταγμα για την έξοδο από τη σημερινή κρίση.

Ο αρθρογράφος κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για εμμονή στο κρατικίστικο – συντεχνιακό μοντέλο πολιτικής που επικράτησε στη Μεταπολίτευση. Μάλιστα ισχυρίζεται ότι ο προγραμματικός λόγος της Συνδιάσκεψης είναι εγκλωβισμένος σε αυτό το μοντέλο χωρίς αποστάσεις, κριτική και αυτοκριτική…

Πρόκειται για κατάφωρη αδικία της συζήτησης που έγινε στη Συνδιάσκεψη και πριν από αυτήν. Αυτό που ξεχώρισε ήταν η σχεδόν ομόφωνη άποψη ότι θέλουμε να πάμε μπροστά, να ενσαρκώσουμε την ανάγκη μιας μεγάλης αλλαγής και όχι να επιστρέψουμε στο προ του Μνημονίου καθεστώς.

Ριζοσπαστικός συντηρητισμός; Ή μήπως ένας συντηρητικός εκσυγχρονισμός των Μνημονίων που υποδηλώνεται στην κριτική του Γ.Β.;