Facebooktwitter

tsoukalas (1)http://www.efsyn.gr

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

Ολες οι κοινωνίες είναι άνισες. Αλλά κάθε κοινωνία νοηματίζει με τον δικό της ανεπανάληπτο τρόπο τις σχέσεις ανάμεσα στους λίγους και τους πολλούς, τους κυβερνώντες και τους κυβερνώμενους, τους προνομιούχους και τους ταπεινούς, τους ισχυρούς και τους ανήμπορους. Από τη στιγμή λοιπόν που η κοινωνική ανισότητα παύει να προσλαμβάνεται ως «φυσική» και αναπότρεπτη, οι ταξικές αντιθέσεις εισβάλλουν ακάθεκτες. Οι φτωχοί και οι αδύνατοι φθονούν τους έχοντες και κατέχοντες, ενώ οι εξουσιαστές και προνομιούχοι νιώθουν στην πλάτη τους την καυτή ανάσα των παρακατιανών που απειλούν να τους εκτοπίσουν από τις θέσεις τους στις κοινωνικές ιεραρχίες. Τα αισθήματα όμως δεν είναι συμμετρικά.

Συχνά μάλιστα το μίσος και η απέχθεια των κρατούντων ενάντια στις μάζες είναι παροξυστικότερα από εκείνα που τρέφουν οι υποτελείς προς τους δυνάστες. Ο ταπεινοί μπορεί πάντα να εκλογικεύουν την υποδεέστερη θέση τους, να αποδέχονται τη μοίρα τους και να σέβονται ή ακόμα και να αγαπούν τους «μεγάλους Αδελφούς» τους. Οι κατεστημένες ελίτ είναι όμως πιο δύσπιστες. Ο εγγενής τρόμος της απώλειας των προνομίων τους ελλοχεύει σε κάθε γωνιά. Είναι λογικό ο Κράσσος να μισεί τον Σπάρτακο «αλλιώς» από ό,τι ο Σπάρτακος τον Κράσσο. Ενώ ο πληβείος επαναστάτης επιδίωκε απλώς να ξεφύγει από τη σκλαβιά, ο ζάπλουτος πατρίκιος έπρεπε να τιμωρήσει παραδειγματικά εκείνον που αμφισβητούσε την καθεστηκυία τάξη. Και γι’ αυτό ακριβώς τον σταύρωσε. Η φιλελεύθερη δημοκρατία συνεπέφερε τη ριζική αλλαγή των όρων του πανάρχαιου αυτού εξουσιαστικού παίγνιου. Οι αρχές της ισηγορίας, της ισονομίας και της ισοψηφίας οδηγούν στην ανάγκη εξήγησης και νομιμοποίησης των ανισοτήτων και των κατεστημένων μορφών εξουσίας. Το πλασματικά ενιαίο «σώμα» των «πολιτικών ανθρώπων» απαρτίζεται από αυτούς που δικαιούνται να μετέχουν ίσοις όροις στο κοινωνικό γίγνεσθαι αποφασίζοντας από κοινού για το συλλογικά πρακτέο, την ίδια στιγμή που όλοι, ως «οικονομικοί άνθρωποι», καλούνται να επιδιώκουν την ατομική τους ευδαιμονία και προκοπή. Ετσι η νεωτερική δημοκρατία στηρίζεται στη θεμελιώδη και ανυπέρβλητη ένταση ανάμεσα στην ιδιωτική προσοδοθηρία και ευτυχία και στη συλλογική πρόοδο. Και αυτή ακριβώς η άλυτη ένταση οδηγεί στην εγγενή αστάθεια και αβεβαιότητα των κοινωνικοπολιτικών διακυβευμάτων. Στο μέτρο που ο κυρίαρχος ενιαίος λαός εμφανίζεται διασπασμένος σε ασύμβατα μεταξύ τους μέρη, οι δημοκρατικές ισορροπίες είναι πάντα εύθραυστες και αναστρέψιμες.

 

Η ιστορική σταθεροποίηση των νεωτερικών δημοκρατικών «κοινωνικών συμβολαίων» προϋποθέτει λοιπόν και μια πρόσθετη ιδεολογική συνθήκη. Η προώθηση του πλασματικού έστω συλλογικού συμφέροντος πρέπει να εμφανίζεται συμβατή με τα ατομικά ευδαιμονικά όνειρα της λαϊκής πλειοψηφίας. Και αυτό ακριβώς συνέβη από τη στιγμή που εμπεδώθηκε το διαρκές «συμβόλαιο μαζικής ευημερίας» που σφράγισε τις μεταπολεμικές δυτικές δημοκρατίες. Η κεφαλαιακή ολιγαρχία μπόρεσε να αναπαράγεται απρόσκοπτα και συναινετικά μόνο στο μέτρο που φαινόταν πως το θεσμοποιημένο και αμετακίνητο φιλελεύθερο κεκτημένο οδηγούσε προοπτικά στην ευμάρεια ολόκληρου του «λαού». Ετσι ακριβώς ο δυτικός κόσμος οδηγήθηκε στο να πιστέψει πως η ιστορία τελείωσε. Οταν μάλιστα κατέρρευσαν τα σοβιετικά καθεστώτα, όλες οι εγγενείς δημοκρατικές αβεβαιότητες έμοιαζαν πλέον διαχειρίσιμες. Η λειτουργική και συμβολική σύζευξη των εξουσιών του κράτους και του χρήματος φαινόταν πλέον αμετακίνητη. Τα επαναστατικά φαντάσματα εξαφανίστηκαν, τα σοσιαλδημοκρατικά μεταρρυθμιστικά προτάγματα αποδυναμώθηκαν και οι ταξικές συγκρούσεις υποχώρησαν. Ελλείψει πειστικού αντίπαλου δέους, το (νεο)φιλελεύθερο δημοκρατικό συμβόλαιο έμοιαζε πια ακατανίκητο. Οι ολιγαρχίες μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχες.

 

Ομως μαζί με τις συγκυρίες αλλάζουν και οι ιδέες. Ανατρέποντας τις οικονομικές ισορροπίες, η παγκόσμια κρίση μετατόπιζε τη λειτουργία των δημοκρατικών κεκτημένων. Εχοντας διωχθεί από τη μεγάλη πόρτα των κατεστημένων πολιτικών και ιδεολογικών κρυσταλλώσεων, η εγγενής δημοκρατική αβεβαιότητα και αστάθεια επέστρεψε από τις νέες συστημικές ρωγμές και τα ανοιχτά παράθυρα. Ειρωνικά και αναπάντεχα η ιστορία ξανάρχιζε. Οι νέες αντιθέσεις οδήγησαν στην εμφάνιση νέων συστημικών εχθρών. Ο ελεγχόμενος χειραφετημένος και ταυτοχρόνως χειραγωγημένος λαός έπαψε να αντιστοιχεί στη μεταλλασσόμενη πραγματικότητα. Και έτσι το πλασματικά νοούμενο ενιαίο κοινωνικό «Ολο» φάνηκε και πάλι να απαρτίζεται από εν δυνάμει εκρηκτικές συνθέσεις συνιστωσών και «μερών». Μοιραία λοιπόν η ίδια η ιδέα ενός αυτονόητα αποδεκτού συλλογικού συμφέροντος τίθεται και πάλι σε αμφισβήτηση.

 

Ετσι ένα νέο φάντασμα φαίνεται να στοιχειώνει τον κόσμο: ο «λαϊκισμός». Το όνομά του δεν είναι τυχαίο. Μεταφράζει πιστά τη διάχυτη δυσπιστία των κρατούντων ενάντια στη λειτουργία των «λαών» που εμφανίζονται συλλογικά ανεξέλεγκτοι και απρόβλεπτοι. Δεν είναι τυχαίο ότι η άρχουσα γνώμη δεν στρέφεται πια ενάντια σε εκείνους που επαγγέλλονται συγκεκριμένες μορφές ανατροπής των καλώς κειμένων, αλλά ενάντια σε αυτούς που έχουν περιπέσει σε αμήχανη και επικίνδυνη απόγνωση. Και δεν είναι επίσης τυχαίο ότι, όπως ακριβώς και η πολιτική βία, έτσι και ο λαϊκισμός κατακεραυνώνεται «από όπου και αν προέρχεται» και με οποιοδήποτε σκεπτικό και αν κινητοποιείται με τον ίδιο φανατισμό, την ίδια μισαλλοδοξία και την ίδια απέχθεια. Από τη στιγμή που ο λαός δεν δρα ως πειθήνιος, εμφανίζεται ως βδελυρά ανορθολογικός.

 

Και όλα αυτά επιτελούνται στο όνομα του καθαρού υπεριστορικού λόγου που οπλίζει τη φαρέτρα εκείνων που τον μονοπωλούν από καθέδρας. Μπροστά στα σωρευόμενα συστημικά αδιέξοδα, η ολοένα και πιο φοβική ελίτ δεν έχει άλλη λύση από το να αποκηρύσσει αδιακρίτως τον λόγο και τη δράση όλων των μη προνομιούχων. Το ΟΧΙ των Κυπρίων είναι εξίσου «παράλογο» με τη διαμαρτυρία των φτωχών. Οι οιμωγές των αστέγων εξίσου «περιττές» με την αντίσταση στην περιρρέουσα πραγματικότητα. Και στα πλαίσια ακριβώς αυτά φαίνεται να συντελείται μια ριζική πολιτιστική τομή. Τα ανεκτικά δημοκρατικά καθεστώτα που εξελίχθηκαν υπό την αιγίδα της «συναινετικής δημοκρατίας της ευμάρειας» μεταμορφώνονται σε αλαζονικά εξουσιαστικά μορφώματα που δεν διστάζουν να προσφύγουν σε νέες μορφές κατασταλτικού περιορισμού των λαϊκών ελευθεριών. Από τη στιγμή που όλα είναι αβέβαια, η αυταρέσκεια των πατρικίων, που δικαιούνται να απολαμβάνουν την άσκηση όλων των εξουσιών, μεταφράζεται σε μισαλλόδοξο μίσος ενάντια σε κάθε εν δυνάμει αντιφρονούντα. Ακόμα και αν οι αντίπαλοι λαϊκιστές δεν μπορεί πια να σταυρωθούν σαν τον Σπάρτακο, θα χλευαστούν ως επικίνδυνοι, παράλογοι και κατάπτυστοι.

 

Χαρακτηριστικά, και για πρώτη φορά, «αποκαλύπτεται» πως η παραδοσιακή δημοκρατία μπορεί να είναι αντιλειτουργική και ότι ο λαός μπορεί να σφάλλει. Ο κυρίαρχος λαός δεν έχει πάντα δίκιο, η λαϊκή ετυμηγορία δεν είναι εξ ορισμού σοφή και στη δημοκρατία υπάρχουν εκάστοτε και αδιέξοδα. Υπουλα και ανεπαίσθητα λοιπόν, ως κύριος εχθρός αναδεικνύεται ο εντός των τειχών λαός. Και έτσι η ιστορία φαίνεται να επαναλαμβάνεται. Οπως συνέβαινε και στην αρχαιότητα, η δημοκρατική ιδέα φαίνεται να υπονομεύεται από την ανεξέλεγκτη δημοκρατική πρακτική και το αντικειμενικό συμφέρον του λαού ως Ολου να προδίδεται από ένα λαό που επιμένει να ομιλεί ως διασπασμένος. Η λειτουργία των θεσμικών κατακτήσεων μέσα από τις οποίες κατοχυρώθηκε η πολιτειακή ομαλότητα πρέπει λοιπόν να τεθεί υπό έλεγχο. Η επιβίωση της «αληθινής» δημοκρατίας αντιμετωπίζεται πλέον ως ανοιχτό πρόβλημα.

 

Ετσι η κρίση οδήγησε σε ριζική μεταλλαγή του κυρίαρχου πολιτικού λόγου. Δεν επιτρέπεται πια να γίνεται λόγος για εξαθλίωση, φτώχεια και δυσπραγία, για ρήξεις, αλλαγές πορείας και ριζικές ανατροπές. Ακόμα και αν είναι προφανές πως ο λαός υποφέρει, είναι ακόμα προφανέστερο πως ο λαός δεν γνωρίζει και δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες είναι οι καλύτερες «λύσεις» ενώπιον των αδιεξόδων στα οποία έχει περιέλθει. Η αντικειμενική σώρευσή τους, μας λένε, οδηγεί στην ανάγκη οριοθέτησης αυστηρότερων διαδικασιών λήψης όλων των σημαντικών αποφάσεων. Ο λαός δεν μπορεί να διαθέτει τα αναγκαία προσόντα, τις γνώσεις και την «πείρα« για να μιλάει και να αποφαίνεται. Ισως εξάλλου και οι προβαλλόμενες ελλείψεις του να μην είναι παρά φαντασιώσεις. Μόνο λοιπόν οι αποστασιοποιημένοι επαΐοντες, οι τεχνοκράτες και οι μονοπωλιακοί κάτοχοι της ουδέτερης γνώσης είναι σε θέση να γνωρίζουν τι θα έπρεπε να θέλει ο λαός και τι «πραγματικά» χρειάζεται. Οταν οι επί γης εκπρόσωποι του αγοραίου Θεού λένε πως «δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση», αυτό σημαίνει πως δεν επιτρέπεται να υπάρξει.

 

Ετσι ακριβώς στοιχειοθετείται ο νέος λόγος των κυρίαρχων πολιτικών και οικονομικών ελίτ. Μόνον εκείνοι που «γνωρίζουν» δικαιούνται «διά» να ομιλούν τη γλώσσα της αλήθειας, τη γλώσσα δηλαδή των κρατούντων. Ανεπαίσθητα λοιπόν, αλλά ίσως νομοτελειακά, η αντιλειτουργική και αναποτελεσματική δημοκρατία μεταμορφώνεται σε μια νέα «αριστοκρατία», που δεν είναι παρά το προσωπείο της συνεχιζόμενης ολιγαρχίας. Οι δημοκρατικές μάσκες μπορεί λοιπόν να πέσουν. Με την άδεια και με την προτροπή των «αρίστων», οι τυπικές αρχές της δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας μπορούν να παραβιάζονται αδίστακτα. Επιστρέφουμε καθώς φαίνεται στην εποχή του Πλάτωνα. Ας αποφασίζουν οι σοφοί διαχειριστές και ας σωπαίνουν όλοι οι άλλοι. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο λαϊκισμός είναι η ύπατη Υβρις. Το διασπασμένο και ανεξέλεγκτο πλήθος πρέπει επιτέλους να εθιστεί στην ιδέα πως δεν μπορεί παρά να υποκλίνεται στους αρίστους. Αυτή ακριβώς είναι η μεταδημοκρατία. Μια δημοκρατία που εξελίσσεται στο αντίθετο εκείνου που πρέσβευε ο Αβραάμ Λίνκολν. Η εξουσία σήμερα δεν ασκείται ούτε από τον λαό, ούτε χάριν του λαού, ούτε υπέρ του λαού. Μήπως η δημοκρατία θα έπρεπε να επανιδρυθεί ως «λαϊκιστική»;