Facebooktwitter

9659_1_0http://6meres.gr

Ο δημοφιλής τραγουδοποιός μνημονεύει τον πιο χαμογελαστό ηθογράφο της Ελλάδας μιας άλλης εποχής, που είχε, όμως, και κάτι από τη σημερινή

Κάποια στιγμή, στις αρχές του ’90, όλοι έγιναν αιφνιδίως μελετητές του Παλιού Ελληνικού Κινηματογράφου. Άνθρωποι κάθε ιδεολογίας, τάξης και ηλικίας,  μιλούσαν ο ένας στον άλλον με ατάκες του Αυλωνίτη και του Σταυρίδη. Στα κλαμπ ,μετά τις 2, άρχιζαν τα ρεμίξ με τα τραγούδια από τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Τα σαββατιάτικα τηλεοπτικά σώου δημιουργούσαν εξτραβαγκάντζες βασισμένες στα χορευτικά του Φλερύ και του Καστρινού. Και οι εξομολογήσεις των ηλικιωμένων πια πρωταγωνιστών είχαν την τιμητική τους, όποτε οι μεγάλοι άνκορμεν των κεντρικών δελτίων ήθελαν να δείξουν το «συγκινητικό» τους πρόσωπο.

Αυτό το φαινόμενο ήταν βέβαια σχετικό με τον υστερικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία τον εαυτό της απ’την αρχή. Ένα κομμάτι καταπιέζει, εξαφανίζει κι εξορίζει τόσο επίμονα ένα άλλο για 50 χρόνια- που για τα επόμενα 50 γίνεται με μαθηματική ακρίβεια το αντίθετο. Η εποχή της μονοκρατορίας του Φίνου (που συνέπεσε με την ΕΡΕ και τη Χούντα), καταπίεσε τόσο όσους νέους δημιουργούς ήθελαν να πουν κάτι έξω απ’τα όρια της επιθεώρησης, της ηθογραφίας και του μελό, που μετά το ‘75, ήρθαν βεβαίως τα αντίποινα.

Δεν συμμερίζομαι την σύγχρονη πολεμική εναντίον του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Έχω αγαπήσει και υπερασπιστεί με πάθος πολλούς ανθρώπους του, που η γενιά μου ιδεοληπτικά αγνοούσε. Η μόδα όμως των 90ς (με όλη τη νοσταλγική χλαπάτσα που την συνόδευε) με άγγιξε, ως προς το εξής: το παλιό σινεμά μετέφερε εν είδει παράδοσης, μέσα στα όριά του, το σώμα και την γλώσσα, τον ήχο και τις εμμονές του νεοέλληνα. Αληθινά και ατσούμπαλα, πρωτόγονα και χυδαία, πτωχοπροδρομικά και ταπεινά, όπως κάθε λαϊκή τέχνη.

Εγώ μπορεί να μην είμαι κινηματογραφιστής, ασχολούμαι όμως με τη γλώσσα. Και ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι οι παλιές ελληνικές ταινίες –από άποψης γλωσσικής και μόνο- είναι θησαυροί; Λίγοι είναι οι σκηνοθέτες του ΠΕΚ που είχαν αληθινό κινηματογραφικό ταλέντο, που δεν ήταν πρόχειροι ή συμβατικοί πίσω απ’την κάμερα: ο Τζαβέλας, ο Δαλιανίδης, ο Δημόπουλος, ο Γεωργιάδης, ο Κώστας Μανουσάκης και ο Θανάσης Βέγγος. Αυτοί ήταν οι εμπορικοί σκηνοθέτες που (μας αρέσουν δεν μας αρέσουν)  δεν έκαναν κινηματογραφημένο θέατρο, αλλά σινεμά.

Ο γλωσσικός θησαυρός όμως, υπάρχει παντού. Καμιά φορά, δε, μια όχι τόσο καλά σκηνοθετημένη ταινία είναι πιο αξιόλογη από μια πιο κινηματογραφική, γιατί είναι σημαντικότερη και πιο ολοκληρωμένη ως λαϊκή τέχνη. Ας πούμε, ο  «Ηλίας του 16ου» είναι σημαντικότερος από το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο» κι ας είναι πολύ πιο συντηρητικός και πρόχειρος κινηματογραφικά. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο κινούνται τα σώματα του Χατζηχρήστου και του Βέγγου, το απίθανο «αυτί» στο διάλογο του Σακελλάριου και του Γιαννακόπουλου, αλλά και η ευθύβολη σάτιρα όλης της ελληνικής κοινωνίας -από πάνω μέχρι κάτω- κάνουν το δίωρό της πολύ πιο πνευματικό και ζωογόνο από την τέλεια σκηνοθετημένη, αλλά εξοργιστικά –και επικίνδυνα- αφελή καπηλεία του Κιλελέρ από τους Γεωργιάδη και Φώσκολο.

Ο Σακελλάριος ειδικά –που αν ζούσε, θα γινόταν φέτος 100 χρονών- είναι μια περίπτωση που αξίζει σοβαρής –και όχι μόνο νοσταλγικής- μελέτης. Ήταν άνθρωπος ταλαντούχος σαφέστατα (έξοχος στιχουργός, ευθυμογράφος και κωμικός θεατρικός συγγραφέας), όχι όμως στο σινεμά. Κι όμως οι ταινίες του (αυτές από το 1948 ως το 1965 τουλάχιστον) είναι οι καλύτερες εμπορικές της εποχής τους. Αυτές που κρατάνε τη δροσιά και το πνεύμα τους και που μπορούν να μπουν στα πιο ψηλά επιτεύγματα λαϊκής τέχνης στην Ελλάδα, χωρίς πολλή συζήτηση. Ούτε μία απ’ αυτές δεν αντέχει σε αυστηρή κινηματογραφική ματιά (όπως αντέχουν –και θριαμβεύουν- οι σύγχρονές τους «Δράκος» και «Στέλλα»). Είναι όμως όλες διαμάντια της παράδοσης, σαν τα καλύτερα ρεμπέτικα, σαν τα ηθογραφικά διηγήματα των αρχών του 20ού αιώνα, σαν τον Καραγκιόζη.

Ποιο είναι λοιπόν το μυστικό της ζωντάνιας της τέχνης ενός ανθρώπου σαν κι αυτόν –και γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα, που ούτε για θριαμβευτικές νοσταλγικές μόδες είμαστε, ούτε η ελληνική λαϊκή τέχνη ενδιαφέρει έστω κι ελάχιστα έναν κάτω των 25;

Ας απαντήσουμε πρώτα στο δεύτερο:ο Σακελλάριος δούλεψε σε εξίσου κατεστραμμένη, φτωχή και απογοητευμένη περίοδο με την σημερινή. Ήταν βεβαίως μετριοπαθής Δεξιός, επομένως η άλλη πλευρά της ζωής,  η επαναστατημένη και τιμωρημένη, απουσιάζει από τον κόσμο του. Στα έργα του όμως δεν κυριαρχεί η αλλόφρων εθνικοφροσύνη (που χρειαζόταν ένα ολόκληρο παρακράτος για να στηρίξει το Κράτος της). Κυριαρχεί η σκληρή και αδέκαστη ματιά στην μεταπολεμική κοινωνία, από την οποία εξαιρεί μόνο τους ταπεινότερους (την υπηρέτριες, τους λατερνατζήδες, τους φτωχοκλέφτες, τους μικροϋπάλληλους). Μπορεί να μην έχουν θεωρητικό βάθος οι «πολιτικές» ταινίες του («Οι Γερμανοί Ξανάρχονται», «Θανασάκης ο Πολιτευόμενος», «Υπάρχει και Φιλότιμο»). Ως κριτική του ρόλου των πολιτικών στο αιώνιο νεοελληνικό κράτος όμως, είναι άψογες.Και το ότι χρησιμοποιούμε ακόμα το όνομα του Μαυρογιαλούρου στις καθημερινές συζητήσεις, το μαρτυρεί .

Ο άνθρωπος αυτός (με τον Γιαννακόπουλο, βεβαίως) έκανε κάτι που έχουμε τρομερή ανάγκη σήμερα-κι όμως απουσιάζει σχεδόν παντελώς: εμπιστεύτηκε  τα μάτια του και τ’ αυτιά του. Και  γι’αυτό φιλοτέχνησε, δουλεύοντας ακατάπαυστα, το κωμικό πορτραίτο μιας εποχής. Οι θετικοί ήρωές του συγκεντρώνουν τα καλύτερα, πιο ψυχωμένα και ειλικρινή στοιχεία του νεοέλληνα. Οι αρνητικοί τα χειρότερα, αυτά που αποδείχτηκαν τα πιο χάρτινα, τα πιο ψέυτικα.

Ποιο, λοιπόν, ήταν το μυστικό του, αφού δεν ήταν το κινηματογραφικό ταλέντο;

Ότι κουβάλησε μέσα στο σινεμά του, αξίες μιας υπαρκτής –λόγιας και έμψυχης- παράδοσης. Είχε πάντα μαζί του τους γκουρού του: τους λογοτέχνες της «Νέας Αθηναϊκής Σχολής» (1880-1920) και τους πρώτους ήρωες του αθηναϊκού τραγουδιου (τον Αττίκ και τον Σακελλαρίδη). Είχε, όμως και τους σύγχρονούς του λαϊκούς κωμικούς (δεξιούς κι αριστερούς, απ’το Λογοθετίδη ως το Φωτοπουλο κι απ’τη Βασιλειάδου ως το Βέγγο). Αυτός ο διπλός διάλογος με τους πνευματικούς μπαμπάδες και τους λαϊκούς συνοδοιπόρους, εξηγεί πώς σώθηκε και από τη χυδαιότητα και απ’την λογιότητα, πώς έγινε ολόκληρος και πώς επέζησε του θανάτου της εποχής του, παρότι ελαφρύς.

Τώρα που-δικαιολογημένα- θέλουμε να γκρεμίσουμε την εποχή που μας γέννησε, πρέπει να σκεφτούμε σοβαρά και τι αξίζει να κρατήσουμε απ’αυτήν.Όχι σαν νοσταλγικοί χλιμίντζουρες, ούτε σαν σταλινικοί λογοκριτές:σαν άνθρωποι που ταπεινώθηκαν, αλλά είναι περήφανοι και σίγουροι ότι κάτι αξίζουν, κάτι έχουν να μεταφέρουν.

Προσωπικά, θα έδινα πολλά για να βοηθήσω να διασωθούν και να εκδοθούν τα θεατρικά, χρονογραφικά και στιχουργικά του άπαντα. Θέλω να τα μεταφέρω στο αύριο, για να τα κρίνω και για να με κρίνουν.Αν δεν το καταφέρουμε, μ’αυτά και με όλα όσα αξίζουν να σωθούν απ’το ‘45 ως το ’08 –που ο κόσμος μας κατέρρευσε- το μονοπάτι που μας περιμένει θα’χει πολλά απ’το γνωστό εκείνο του τραγουδιού των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου:

«Εκεί δε φτάνει κι ο Θεός για να σε δει

Περνάς και φεύγεις και δεν βλέπει ανθρώπου μάτι

Ένα σκουπίδι παραπάνω δηλαδή

Μες στης ζωής το πονηρό το μονοπάτι».

Όταν ξανάρθαν οι Γερμανοί

fintanidis-ph  Του Σεραφείμ Φυντανίδη 

Ήταν το μακρινό και δύσκολο 1948, όταν γύριζαν στο μικρό στούντιο της Φίνος Φιλμ, στην οδό Στουρνάρα, το προφητικό θα έλεγα φιλμ «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», με τον Λογοθετίδη, τον Φωτόπουλο, τον Τσαγανέα, κ.ά.

Επρόκειτο να γυρίσουν την τελευταία σκηνή του έργου, όταν οι Γερμανοί εισβάλλουν στο ψυχιατρείο, όπου κρύβονται αρκετοί αντιστασιακοί. Τους είπε ο Φιλοποίμην Φίνος, ότι η σκηνή πρέπει να γυριστεί μια και έξω, γιατί δεν είχαν άλλο φιλμ, εκτός του ότι είχαν αγοράσει από το δημοπρατήριο και ένα λευκό μεγάλο γλόμπο για να το ταβάνι. Έπρεπε λοιπόν, κάποιος να πυροβολήσει τον γλόμπο από απόσταση 5 μέτρων, να γίνει σκοτάδι και να μπουκάρουν οι Γερμανοί, ενώ ο Τσαγανέας θα έλεγε το γνωστό «Άνθρωποι, άνθρωποι αιμοχαρείς, αιμοδιψείς και αιμοβόροι κ.λπ.»Ποιος θα μπορούσε να σημαδέψει τον γλόμπο; «Ο αστυφύλακας που μας φυλάει απ’ έξω είναι πρωταθλητής της σκοποβολής» είπε ένας οπερατέρ. «Φέρτε τον», είπε ο Φίνος. Ήρθε. «Μπορείς να τον σημαδέψεις και να τον σπάσεις;» τον ρώτησε. «Μα, τι λέτε. Εγώ τρυπάω δεκάρα από τα 300 μέτρα, με το πιστόλι»! «Εν τάξει, πάμε».

Αρχίζει το γύρισμα, γνέφουν στον αστυφύλακα να πυροβολήσει. Πυροβολεί, αλλά αντί να σπάσει τον γλόμπο σπάει το τζάμι του στούντιο.

Καταστροφή! Στοπ! «Συγγνώμη κύριε Φίνο, συγγνώμη κύριε Σακελλάριε», ψέλλιζε ο αστυφύλακας.

«Ψυχραιμία» λέει ο Φίνος. «Ας πιούμε ένα καφέ να ηρεμήσουμε και θα δούμε τι θα κάνουμε. Έχουμε πια, ελάχιστο φιλμ».

Φωνάζουν τον καφετζή για να παραγγείλουν καφέδες «Τι πάθατε;» ρωτάει εκείνος. «Να, αυτός ο δήθεν πρωταθλητής της σκοποβολής δεν μπορεί να πυροβολήσει και να σπάει αυτόν τον γλόμπο».

«Τι λέτε καλέ;» λέει ο καφετζής. Αρπάζει το πιστόλι και «μπαμ» κάνει θρύψαλα τον γλόμπο.

Νέα καταστροφή. Πάει το φιλμ, πάει και ο γλόμπος.

«Κάναμε 15 μέρες να βρούμε φιλμ και γλόμπο για να τελειώσουμε την ταινία» έλεγε γελώντας ο αξέχαστος Αλέκος Σακελλάριος.

Πάντως, έτσι και αλλιώς, μετά από 70 χρόνια οι Γερμανοί ξανάρθανε…

Δημοσιεύτηκε στις «6μέρες»  το Σάββατο, 20 Απριλίου 2013