Facebooktwitter

foititikes-ekloges-2011Των Παναγιώτη Κονδύλη και Ιάσονα Θεοδώρου

Ξεκινώντας μια συζήτηση για τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών κοινή διαπίστωση θα αποτελέσει ότι σε μια περίοδο που στην κοινωνία η ριζοσπαστική αριστερά εδραιώνει τη δύναμή της, τα σχήματα της Αριστερής Ενότητας εκλογικά δεν πέτυχαν την αλλαγή συσχετισμών που είχαν ως στόχο. Σύμφωνα με μια πρώτη και εύκολη ανάγνωση των αποτελεσμάτων θα συμπεραίναμε ότι η ΑΡΕΝ παρέμεινε στάσιμη, διότι δεν κατάφερε να απαντήσει ή έδωσε ανεπαρκείς απαντήσεις στα ερωτήματα που ο φοιτητικός κόσμος θέτει στο σήμερα. Ωστόσο, ακολουθώντας μια πιο «αιρετική» ανάλυση, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι ο κύριος λόγος της στασιμότητας ήταν ότι δεν κατάφερε να αλλάξει αυτά τα ερωτήματα, υπερβαίνοντας τα παραδοσιακά διλήμματα και ανοίγοντας νέους δρόμους για τους φοιτητικούς συλλόγους.

            Στην πολιτική πολλές φορές το ερώτημα που αποτελεί το κυρίαρχο στη συνείδηση του κόσμου είναι πολύ πιο σημαντικό από την απάντηση που δίνεται σε αυτό από κάποια πολιτική δύναμη. Είναι σύνηθες, άλλωστε, οι πολίτες να εγκλωβίζονται στα δύο σκέλη ενός ψεύτικου διλήμματος, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχει και άλλη επιλογή, καθώς λόγω της μορφής του διλήμματος αυτή είναι επιμελώς κρυμμένη. Για αυτό και από μια πολιτική δύναμη απαιτείται το ταλέντο και η ικανότητα να μπορεί να αλλάζει το κυρίαρχο ερώτημα. Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές αποτελούν χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση επειδή κατάφερε να ανατρέψει το δίλημμα «μνημόνιο ή χρεοκοπία», που έθεταν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, καθώς και μεγάλη μερίδα των ΜΜΕ, μετατρέποντάς το σε «μνημόνιο και χρεοκοπία ή ακύρωση του μνημονίου και ανάκαμψη».

            Το κυρίαρχο, λοιπόν, δίλλημα που επικράτησε και σε αυτές τις φοιτητικές εκλογές – και το οποίο δεν κατάφερε η ΑΡΕΝ να ανατρέψει – ήταν αυτό της επιλογής ανάμεσα σε ΔΑΠ λόγω παρέας και πελατειακών σχέσεων και σε μια αριστερή πρωτοπορία ως αντίβαρο της ΔΑΠ – τη δύναμη της αριστερής πρωτοπορίας αποτέλεσε με όρους μαζικότητας στους περισσότερους συλλόγους ή κάποιο σχήμα του αριστερισμού ή η ΚΝΕ. Το πραγματικό, όμως, δίλημμα που τίθεται σήμερα στους φοιτητικούς συλλόγους είναι το αν θα συνεχίσει να υφίσταται η λογική της πρωτοπορίας – δεξιάς και αριστερής –, η λογική σύμφωνα με την οποία δικαίωμα έκφρασης έχουν μόνο οι «ειδικοί» συνδικαλιστές ή αν θα αλλάξει ριζικά το κυρίαρχο μοντέλο παραγωγής της πολιτικής. Η ιδιοκτησιακή αντίληψη των φοιτητικών συλλόγων από συγκεκριμένες δυνάμεις έχει οδηγήσει σε απομαζικοποίηση και απαξίωση των διαδικασιών. Η απομαζικοποίηση, πάλι, έχει διευκολύνει και ευνοήσει την ανάπτυξη της παραπάνω αντίληψης. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας, στους φοιτητικούς συλλόγους δημιουργείται και εκτρέφεται ένας φαύλος κύκλος εκφυλισμού των φοιτητικών διαδικασιών με μόνο χαμένο το φοιτητή και την πραγματική πολιτική.

            Η ΑΡΕΝ, λοιπόν, έπρεπε και πρέπει να αναδείξει τα στοιχεία της αντίληψής της για το πώς παράγεται η πραγματική πολιτική και απέναντι σε αυτά τα ζητήματα έπρεπε και πρέπει να φέρει προ των ευθυνών τους τόσο τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, όσο και τους φοιτητές που επιλέγουν το «βολικό» δρόμο της αποχής και της απάθειας. Απέναντι στις ενστάσεις μεγάλης μερίδας φοιτητών για το δημοκρατικό της διαδικασίας της Γενικής Συνέλευσης, η απάντηση της ΑΡΕΝ είναι το κάλεσμα σε συμμετοχή και αξιοποίηση από κάθε φοιτητή του δικαιώματός του να πάρει το λόγο και να εκφέρει την άποψή του, μετατρέποντας τη Γενική Συνέλευση από «πάρτι» των παρατάξεων σε δυναμική διαδικασία ουσιαστικού διαλόγου. Απέναντι στο ερώτημα σχετικά με τις αλλαγές που θέλει η ΑΡΕΝ να γίνουν στο Πανεπιστήμιο, η απάντηση είναι ένα κάλεσμα σε διαρκή διάλογο όλης της ακαδημαϊκής κοινότητας – φοιτητών, μελών ΔΕΠ, εργαζομένων στο Πανεπιστήμιο. Με αυτόν, άλλωστε, τον τρόπο τα σχήματα της ΑΡΕΝ θα αποτελέσουν τον πυλώνα στα Πανεπιστήμια μιας κυβέρνησης με πυρήνα το ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ. Όχι στηρίζοντας άκριτα, αλλά μετατρέποντας την υπόθεση της μεταρρύθμισης του Πανεπιστημίου σε υπόθεση όλης της ακαδημαϊκής κοινότητας. Αυτό, βέβαια, απαιτεί συγκρούσεις τόσο με την αντίληψη ότι η μεταρρύθμιση στο Πανεπιστήμιο θα είναι το προϊόν επεξεργασιών κάποιων κομματικών επιτελείων, που εκπορεύεται από τη δεξιά, όσο και με την αντίληψη που αντιλαμβάνεται την αλλαγή στο Πανεπιστήμιο ως την επιβολή των «θέλω» του φοιτητικού κινήματος, που εκπορεύεται από τον αριστερισμό.

            Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται σήμερα στους φοιτητικούς συλλόγους είναι το αν επιτέλους θα υπάρξει ανάδειξη της πολιτικής και εμβάθυνση της δημοκρατίας. Για να αναδείξει, όμως, η ΑΡΕΝ την πολιτική δεν αρκούν τα κείμενα και οι ανακοινώσεις. Ο κάθε φοιτητής έχει τους δικούς του κώδικες και αντιλαμβάνεται τα γραφόμενά μας διαφορετικά. Για να αναδειχθεί η πολιτική και να υπάρξει βάθεμα της δημοκρατίας, χρειάζεται να απευθυνθούμε στον κάθε φοιτητή προσωπικά, συζητώντας και αντιλαμβανόμενοι τους κώδικές του. Η παραμικρή μετατόπιση που θα επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο είναι ουσιαστική και απολύτως σημαντική. Βέβαια, επειδή ο δρόμος που προτείνουμε είναι αυτός του «ξεβολέματος» από τη λογική του «όλοι ίδιοι είναι», της αλλαγής της καθημερινής πρακτικής και κατά συνέπεια της συνείδησης των φοιτητών, είναι κάθε άλλο παρά εύκολος. Είναι, όμως, αυτός που μπορεί να επανανοηματοδοτήσει τη φοιτητική συμμετοχή στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Μάλιστα, για το χώρο μας, αυτός ο δρόμος είναι και ο μόνος πιθανός από τη στιγμή που αντιλαμβανόμαστε το σοσιαλισμό ως μια χειραφετική διαδικασία βαθέματος της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Και μόνος τρόπος για να επιτευχθεί βάθεμα της δημοκρατίας είναι η διαρκής αύξηση της συμμετοχής των πολιτών…