Facebooktwitter

Sporoihttp://www.avgi.gr

Της Βάσω Κανελλοπούλου 

µέλος εναλλακτικής κοινότητας «Πελίτι»

Είναι αυτονόητο ότι σπόροι αποτελούν τη βάση της ζωικής και ανθρώπινης διατροφής. Hσυγκέντρωση εξουσίας σε θέµατα παραγωγής και διακίνησής τους, θέτει σε κίνδυνο τη διατροφική µας επάρκεια, ασφάλεια και ανεξαρτησία και τελικά, τη δηµοκρατία. Λόγω της ισχύουσας νοµοθεσίας, στη σηµερινή Ευρώπη έχουν δηµιουργηθεί µεγάλα προβλήµατα γύρω από τους σπόρους και ταυτόχρονα έχει αναπτυχθεί ένα δυναµικό ευρωπαϊκό κοινωνικό κίνηµαπου διασώζει διαδίδει και βελτιώνει τους παραδοσιακούς σπόρους, ενώ ζητά άµεση αλλαγή της ισχύουσας νοµοθεσίας Tα ατοπήµατα στον τοµέα των σπόρων και του υπόλοιπου πολλαπλασιαστικού υλικού, δεν επικεντρώνονται µόνο στους γενετικά τροποποιηµένουςοργανισµούς (ΓΤΟ ή «µεταλλαγµένα»), αλλά επεκτείνονται και στους σπόρους που δεν έχουν υποστεί γενετική τροποποίηση. Αυτή την πιο άγνωστη πλευρά, πραγµατεύεται το παρόν άρθρο.

Αρχικά οι σπόροι παράγονταν αποκλειστικά από αγρότες οι οποίοι έχουν προσφέρει στην κοινωνία εκπληκτικές καινοτοµίες «εξηµερώνοντας» και βελτιώνοντας τα διάφορα άγρια είδη και δηµιουργώντας τα σηµερινά καλλιεργούµενα τρόφιµα όπως το σιτάρι, το καλαµπόκι το ρύζι κ.λπ. Αργότερα, ένα µέρος της γενετικής βελτίωσης πέρασε στα χέρια δηµόσιων ερευνητικών Ινστιτούτων που επίσης έκαναν εξαιρετική δουλειά προσφέροντας µε τη σειρά τους στην κοινωνία πολύ σηµαντικές ποικιλίες αγροτικών φυτών.

Τις τελευταίες όµως δεκαετίες επειδή ενισχύθηκε η ιδιωτικοποίηση της σποροπαραγωγής, οι δηµόσιοι βελτιωτές δεν χρηµατοδοτούνται επαρκώς ενώ ουσιαστικά αυξήθηκε σε µεγάλο βαθµό η δύναµη και η συγκέντρωση της ιδιωτικής βιοµηχανίας σποροπαραγωγής σε βαθµό που εξαλείφονται τα προσχήµατα για υποτιθέµενο «υγιή ανταγωνισµό». Θα διαπραγµατευθούµε λοιπόν πιο κάτω τη σηµερινή πραγµατικότητα δηλαδή τους «σπόρους της βιοµηχανίας» σε αντιδιαστολή µε τους «σπόρους των αγροτών».

Σπόροι της βιοµηχανίας

Οι σπόροι της ιδιωτικής βιοµηχανίας σποροπαραγωγής αποτελούν στην πράξη ιδιωτικό αγαθό καθώς καλύπτονται από πνευµατικά δικαιώµατα (ή πατέντες στην περίπτωση των ΓΤΟ). Τα υβρίδια F1 των σπόρων της βιοµηχανίας διασπώνται στη δεύτερη γενιά και έτσι ο σπόρος που ενδεχόµενα να κρατήσει ο αγρότης, δεν αναπαράγεται σωστά. Εποµένως, είτε για νοµικούς ή για πρακτικούς λόγους ο αγρότης δεν µπορεί να κρατήσει σπόρο για την επόµενη χρονιά δηλαδή πρέπει να τον αγοράσει ξανά από τις εταιρίες.

Οι σπόροι αυτοί έχουν µεγάλη παραγωγικότητα αλλά είναι ταυτόχρονα και ευπαθείς, δηλαδή απαιτούν σηµαντικές εισροές λιπασµάτων και παρασιτοκτόνων κατά τη διάρκεια της καλλιέργειάς τους. Εποµένως οι σπόροι της βιοµηχανίας εντείνουν την εξάρτηση του αγρότη σε εισροές και σε αγορά νέου σπόρου κάθε χρόνο. Είναι ποικιλίες κατάλληλες για την εντατική γεωργία. Η δηµιουργία τους βασίζεται σε βελτίωση των παλιών σπόρων και των άγριων ειδών αλλά η νοµοθεσία επιτρέπει στις εταιρίες να µην αποκαλύπτουν τις πηγές τους, δηλαδή να χρησιµοποιούν δωρεάν και χωρίς καταγραφή τον αρχικό φυσικό πόρο ο οποίος αποτελεί δηµόσιο αγαθό. Οι σπόροι της βιοµηχανίας έχουν συνήθως µια «στενή γενετική βάση» (µειωµένο αριθµό γονιδίων)

Σπόροι των αγροτών

Οι σπόροι των αγροτών (παλιοί και νέοι σπόροι που βελτιώνονται από αγρότες) αποτελούν δηµόσιο αγαθό, δεν καλύπτονται από πνευµατικά δικαιώµατα, αναπαράγονται ελεύθερα και από νοµική και από πρακτική άποψη από όποιον το επιθυµεί, εποµένως δεν χρειάζεται αγορά σπόρου κάθε χρόνο. Έχουν αντοχές και απαιτούν µικρές εισροές σε λιπάσµατα και φυτοφάρµακα. Δεν δηµιουργούν µεγάλες εξαρτήσεις στον αγρότη για ετήσια αγορά σπόρου και εισροών.

Υπάρχουν παραδοσιακές ποικιλίες µε µεγάλη παραγωγή και καλά χαρακτηριστικά για εµπορική χρήση. Υπάρχουν και άλλες µε µικρότερη απόδοση από τους σπόρους της βιοµηχανίας. Είναι όλες κατάλληλες για το πολύ-λειτουργικό µοντέλο γεωργίας του µικρο-µεσαίου αγρότη, για µια µορφή ήπιας γεωργίας που δεν είναι εντατική.

Σε αντίθεση µε τις ποικιλίες της βιοµηχανίας, οι παραδοσιακές ποικιλίες των αγροτών έχουν ευρύτατη γενετική βάση δηλαδή φέρουν µεγάλο αριθµό γονιδίων. Είναι κατάλληλες για εποχές κλιµατικής αλλαγής γιατί το εύρος των γονιδίων προσφέρει τη δυνατότητα προσαρµογής σε νέες συνθήκες ενώ ταυτόχρονα συνεισφέρουν τα µέγιστα στη διατήρηση της πολύτιµης αγροτικής βιοποικιλότητας.

Η δύναµη της ιδιωτικής βιοµηχανίας σποροπαραγωγής αντανακλάται στη νοµοθεσία

Τις τελευταίες δεκαετίες η βιοµηχανία σποροπαραγωγής χαρακτηρίζεται από πολύ µεγάλη συγκέντρωση δύναµης. Οι µεγάλες εταιρίες συνεχώς εξαγοράζουν τις µικρές και τις µεσαίες, µε αποτέλεσµα δέκα µόνο πολυεθνικές να ελέγχουν το 73% της παγκόσµιας εµπορικής διακίνησης σπόρων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από αυτές είναι και εταιρίες παραγωγής αγροχηµικών ουσιών. Μέσω του ελέγχου της εµπορίας σπόρων προωθούν κυρίως τα χηµικά τους προϊόντα από τα οποία κερδίζουν πολύ περισσότερα χρήµατα σε σχέση µε τους σπόρους.

Αυτές οι µεγάλες πολυεθνικές προσπαθούν να πάρουν και το µερίδιο αγοράς που ακόµα ανήκει στον αγρότη και στη δηµόσια ιδιοκτησία. Προσπαθούν δηλαδή να ιδιωτικοποιήσουν το σύνολο της διακίνησης αγροτικών σπόρων περιορίζοντας αφενός τους παραδοσιακούς σπόρους στις Τράπεζες σπόρων και αφετέρου στερώντας στο σηµερινό αγρότη τη δυνατότητα να προχωρήσει σε νέες καινοτοµίες. Επιπλέον η δύναµη που έχει αποκτήσει η βιοµηχανία σποροπαραγωγής επηρεάζει και το µοντέλο της γεωργίας που η κοινωνία επιλέγει για το µέλλον της (εντατική χηµική ή ήπια πολυλειτουργική), αλλά και τα κριτήρια της γενετικής βελτίωσης (το είδος των ποικιλιών που τρώµε).

Επιπτώσεις της νοµοθεσίας στην αγροτική βιοποικιλότητα

Όλοι οι σπόροι για να κυκλοφορήσουν στο εµπόριο πρέπει να εγγραφούν σε επίσηµο κατάλογο. Η εγγραφή απαιτεί διακριτότητα, οµοιοµορφία και σταθερότητα, χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν στη φύση των σπόρων της βιοµηχανίας οι οποίοι έχουν οµοιοµορφία και σταθερότητα λόγω της πολύ στενής γενετικής τους βάσης.

Αντίθετα οι «σπόροι των αγροτών» µε πολύ ευρεία γενετική βάση, έχουν την ευεργετική δυνατότητα να προσαρµόζονται στις τοπικές συνθήκες άρα δεν είναι σταθεροί. Ο νοµοθέτης θεώρησε αυτήν την ιδιότητα αρνητική και µέσω του καταλόγου, εξόρισε τους παραδοσιακούς σπόρους από την αγορά αφήνοντας ως άλλοθι κάποια παράθυρα και παρεκκλίσεις. Επιπλέον, η προϋπόθεση εγγραφής στον κατάλογο, έχει κόστος και γραφειοκρατικές διαδικασίες, που εύκολα µπορεί να αντιµετωπίσει µια πολυεθνική αλλά είναι δυσβάστακτες για τον αγρότη.

Οι επιπτώσεις της εφαρµογής αυτής νοµοθεσίας έχουν αποδειχθεί καταστροφικές για τη βιοποικιλότητα. Στη Γερµανία, για παράδειγµα, από τότε που εφαρµόσθηκε ο κατάλογος, χάθηκε το 72% των παλιών ποικιλιών. Στην Ελλάδα οι µετρήσεις δεν έχουν την ίδια χρονική ακρίβεια, υπάρχουν όµως σοβαρά στοιχεία που δείχνουν σηµαντική απώλεια γενετικού δυναµικού, δηλαδή µείωση της αγροτικής βιοποικιλότητας.

Ο Νίκος Σταυρόπουλος, τέως διευθυντής της Τράπεζας γενετικού υλικού Θεσσαλονίκης, αναφέρει: «Το µέγεθος της γενετικής διάβρωσης στη χώρα είναι αποκαρδιωτικό. Πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει ότι µόνο το 1% των εντόπιων ποικιλιών σίτου και το 2-3% των ποικιλιών λαχανικών που υπήρχαν πριν 50 χρόνια στην Ελλάδα έχει διασωθεί υπό καλλιέργεια µέχρι τις ηµέρες µας» . Όσον αφορά τους καινούριους σπόρους ο κ. Σταυρόπουλος γράφει: «Επικίνδυνος περιορισµός της γενετικής βάσης παρατηρήθηκε τα τελευταία 30 χρόνια σε όλες σχεδόν τις σηµαντικές καλλιέργειες. Για πολλές από αυτές δεν χρησιµοποιούνται στη βελτίωση περισσότερο από το 5-10% της διαθέσιµης παραλλακτικότητας κάθε είδους».

Η µείωση της βιοποικιλότητας, εν µέρει οφείλεται στις αντιλήψεις της σύγχρονης γεωργίας και εν µέρει, στο στραγγαλισµό της εµπορικής κυκλοφορίας των παραδοσιακών ποικιλιών από το υφιστάµενο νοµικό πλαίσιο.

Τι µπορεί να κάνει ο πολίτης

– Να διεκδικήσει την αλλαγή της ευρωπαϊκής νοµοθεσίας ώστε να µην υπάρχουν πρακτικά και γραφειοκρατικά εµπόδια στην εµπορική διακίνηση των «σπόρων των αγροτών».

– Στα πλαίσια των νέων συνεταιρισµών παραγωγών-καταναλωτών ο καταναλωτής θα µπορούσε να υποστηρίξει τις «τοπικές» ποικιλίες, όπως συχνά αποκαλούνται τα φυτά που προκύπτουν από παραδοσιακούς σπόρους, ώστε να έχουν κίνητρο οι παραγωγοί να προωθούν την καλλιέργειά τους. Ήδη το δίκκοκο παλαιό σιτάρι έχει εµπορική επιτυχία στην Ελλάδα καθώς είναι γνωστό ότι περιέχει λιγότερη γλουτένη από τις ποικιλίες που διακινεί η βιοµηχανία σπόρων.

– Θα είναι µια πολύ σηµαντική πολιτική πράξη εάν σε οµαδικό και ατοµικό επίπεδο, ξαναµάθουµε να παράγουµε σπόρους για την επόµενη χρονιά. Αυτή ήταν µια εξαιρετικά διαδεδοµένη γνώση στο παρελθόν που σήµερα έχει απόλυτα συρρικνωθεί, γεγονός που βολεύει τη βιοµηχανία σπόρων.

Οργανώσεις πολιτών

Υπάρχουν οργανώσεις πολιτών που µπορούν να µας υποστηρίξουν µε γνώσεις και µε σπόρους ελεύθερους δικαιωµάτων. Στην Ελλάδα, έχουµε το «Πελίτι» (www.peliti.gr, ιδρυτής Παναγιώτης Σαϊνατούδης), τον «Αιγίλοπα» που ασχολείται µε τα παλιά σιτάρια (www.aegilops.gr, ιδρυτής Κώστας Κουτής) το «Αρχιπέλαγος» που διασώζει σπόρους στα νησιά και το δίκτυο νεολαίας «Δρυάδες» που έχει δίκτυο διατηρητών καθαρών σπόρων σε µπαλκόνια στην Αθήνα αλλά και στην περιφέρεια (Βασίλης Φακουρέλης, Μαρίνα Σιγάλα) καθώς και τοπικές προσπάθειες που αυτοοργανώνονται όπως για παράδειγµα στο Βοτανικό κήπο Πετρούπολης και στο νησί της Πάρου.

Το «Πελίτι» εργάζεται για δυο παράλληλους στόχους. Την ύπαρξη κάποιου βαθµού διατροφικής αυτονοµίας µέσω της διάδοσης των σπόρων και των γνώσεων και τη διατήρηση της καθαρότητας των παλιών ποικιλιών µέσω του πειθαρχηµένου δικτύου των εκπαιδευµένων διατηρητών. Το «Πελίτι» δηµιουργεί τράπεζα σπόρων µε 2.000 είδη ενώ ταυτόχρονα αποκεντρώνει τη δωρεάν διάδοση και διάσωση σπόρων έχοντας δηµιουργήσει πολλά τοπικά παραρτήµατα και παράλληλα εκδίδοντας κάθε χρόνο το βιβλίο «Κατά τόπους αγροκτήµατα» που περιλαµβάνει ονόµατα και στοιχεία επαφής καλλιεργητών σε όλη την Ελλάδα που είναι διατεθειµένοι να σας προσφέρουν δωρεάν παραδοσιακούς σπόρους και ενδεχόµενα συµβουλές.

Και το «Πελίτι» και ο «Αιγίλωψ» έχουν σηµαντική διεθνή δράση συµµετέχοντας σε ευρωπαϊκά δίκτυα που διεκδικούν την άµεση αλλαγή της νοµοθεσίας και την ελεύθερη κυκλοφορία των παλιών και νέων αγροτικών σπόρων. Στη Γερµανία υπάρχει «Η εκστρατεία για την κυριαρχία σε σπόρους» (www.seedsovereignty.org) που είναι πολύ δραστήρια σχετικά µε τη νοµοθεσία και τη διάδοση. Στην Αυστρία υπάρχει η εκπληκτική «Κιβωτός του Νώε» (www.arche-noah.at) που έχει τράπεζα σπόρων και ευρεία παραγωγή και διάδοση σπόρων έχοντας διασώσει 6.000 είδη. Στη Γαλλία έχουµε το µαχητικό «Κοκοπελί» που έχει διασώσει 4.000 είδη σπόρων και επειδή τους αναπαράγει και τους πουλά χωρίς να τους έχει εγγράψει στον επίσηµο κατάλογο καταδικάσθηκε σε πρόστιµο από γαλλικό δικαστήριο, ενώ σε µια δίκαιη κοινωνία αυτός που διατηρεί ένα φυσικό πόρο για να τον περάσει στις επόµενες γενιές θα έπρεπε να επιδοτείται. Στην Αγγλία έχουµε το «Seedy Sunday». Γενικά σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες υπάρχουν ήδη δραστήριες οργανώσεις πολιτών που διασώζουν και διαδίδουν τους παραδοσιακούς σπόρους και τις σχετικές γνώσεις που είχαν σχεδόν χαθεί. Κάθε χρόνο γίνονται πολλές τοπικές και διεθνείς συναντήσεις µε στόχο τη δωρεάν ανταλλαγή γνώσεων αλλά και σπόρων.

Επίλογος

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στα σχέδια αναθεώρησης της ισχύουσας ευρωπαϊκής νοµοθεσίας (αναµένεται το τελικό σχέδιο τον Ιούνιο από τη Γενική Διεύθυνση Υγείας και Καταναλωτή της ΕΕ-DG SANCO) περιλαµβάνεται και η ουσιαστική απαγόρευση της δωρεάν ανταλλαγής σπόρων καθώς αυτή θα θεωρείται εµπορία(!) και θα υπόκειται στους αντίστοιχους περιορισµούς (π.χ. εγγραφή στον επίσηµο κατάλογο). Να ένας τρόπος για να σταµατήσει η νεκρανάσταση των παραδοσιακών σπόρων που επιτελείται αθόρυβα από τα κινήµατα των πολιτών ώστε να µη στερηθεί η σπορο-βιοµηχανία ούτε ένα µικρό κοµµάτι της εµπορικής πίτας.

Ενώ λοιπόν τρέφουµε σεβασµό για το έργο της µη γενετικά τροποποιηµένης επιστηµονικής βελτίωσης φυτών, είτε προέρχεται από το δηµόσιο είτε από τον ιδιωτικό χώρο, είµαστε απόλυτα αντίθετοι στη συγκέντρωση δύναµης και στην επιβολή µοντέλου ανάπτυξης της γεωργίας το οποίο εξορίζει τις παραδοσιακές ποικιλίες από την αγορά.

Σήµερα µε την κρίση οι νέοι άνδρες και γυναίκες που επιθυµούν να δοκιµάσουν την τύχη τους στη γεωργία θα έπρεπε να έχουν ανοικτές όλες τις επιλογές για τη µορφή γεωργίας και τους σπόρους που θα επιλέξουν. Γι’ αυτό διεκδικούµε την ελευθερία των αγροτικών παραδοσιακών σπόρων και τη δυνατότητα επιλογής γεωργικού µοντέλου για κάθε καλλιεργητή. Τέλος διεκδικούµε οριστική παύση στην απώλεια της γεωργικής βιοποικιλότητας.