Facebooktwitter

Klavdianoshttp://www.avgi.gr

Συνέντευξη στον Σταύρο ΚΑΠΑΚΟ

Τη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ των μελών με την αυτοδιάλυση των συνιστωσών, έστω κι αν χρειαστεί μεταβατικό διάστημα διπλής ένταξης, προτείνει ο Παύλος Κλαυδιανός, μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ και στέλεχος της ΑΚΟΑ, μιλώντας στην “Αυγή”. Ακόμη αναφέρεται στη μεγάλη συζήτηση για την Αριστερά και το ευρώ υποστηρίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να εμπλουτίσει και επ’ ουδενί να εγκαταλείψει την πρότασή του για την Ευρώπη.

* Μετά την απόφαση του ΑΚΕΛ για συντεταγμένη έξοδο από την Ευρωζώνη, στον ΣΥΡΙΖΑ εντάθηκε η συζήτηση για το ευρώ. Ποια είναι η γνώμη σου;

Ήταν αναμενόμενο. Αισθάνομαι αλληλέγγυος με τους συντρόφους του ΑΚΕΛ. Έχουν το πολύ δύσκολο καθήκον, στην αρχή ενός πραγματικού Γολγοθά για τον λαό, να συμβάλουν στην οργάνωση του αγώνα του. Όμως, υιοθετούν μια θέση που παρακάμπτει παραμέτρους που οδήγησαν την Αριστερά ώς τώρα. Παραμέτρους γεωπολιτικές, ιστορικές, διεθνών οικονομικών δεδομένων. Ως κυβέρνηση, το ΑΚΕΛ, δεν οργάνωσε ούτε την κοινωνία ούτε την οικονομία ώστε να αντιμετωπίσει ένα τέτοιο -πολύ πιθανό από την αρχή, σίγουρο στη συνέχεια- ενδεχόμενο, ενώ τη στιγμή της κρίσης δεν προέβαλε με επιμονή εναλλακτικό σχέδιο, χωρίς Μνημόνιο και δανειακή σύμβαση, εντός του ευρώ. Υπήρξαν, όμως, τέτοιες προτάσεις.

Φοβάμαι ότι είχε προσανατολιστεί στη σημερινή του πρόταση, η οποία, παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι προϋποθέτει συμφωνία με την τρόικα. Δηλαδή ένα νέο Μνημόνιο. Σχέδιο εκτός Ευρωζώνης, λόγω μεγέθους, ειδικών εθνικών προβλημάτων και δομής της οικονομίας της Κύπρου, προϋποθέτει συμβιβασμό με τμήματα της αστικής τάξης. Ποιος θα καταβάλει το κόστος; Όσοι έσπευσαν στην ελληνική Αριστερά να επαινέσουν την απόφαση αυτή, ανακηρύσσοντάς την ιστορική, μάλλον κινήθηκαν πολιτικά. Παραδόξως, αποδέχθηκαν και τη «συμπεφωνημένη» με την τρόικα έξοδο.

* Πώς διαφοροποιείται η Ευρωπαϊκή Αριστερά από το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού, που όλο και διευρύνεται;

Ο ευρωσκεπτικισμός υπήρξε στην καταγωγή του ένα συντηρητικό ρεύμα και διέφερε από το «όχι» τμήματος της Αριστεράς, σε περίοδο που, μην το ξεχνάμε, η ύπαρξη της ΕΣΣΔ και των Αδέσμευτων μπορούσε να στηρίξει ένα άλλο σχέδιο. Η πολιτική που ασκείται σήμερα από την Ε.Ε., αλλά και πριν από την κρίση, είναι ικανή πηγή ανάπτυξης ευρωσκεπτικισμού και σε τμήματα του λαού που ακολουθεί την Αριστερά. Η Ευρωπαϊκή Αριστερά, ωστόσο, πρέπει να κρατήσει και να εμπλουτίσει το δικό της σχέδιο για την Ευρώπη. Στη βάση αυτή να συνομιλήσει με τον ευρωσκεπτικισμό, να μην τον αφορίσει. Να μη συγκροτήσει από το καταρρέον σχέδιο των αντιπάλων της ένα δήθεν δικό της.

* Πώς βλέπεις σε αυτό το πλαίσιο την πρόταση Λαφοντέν για επιστροφή σε σύστημα κυμαινόμενων ισοτιμιών των εθνικών νομισμάτων;

Νομίζω ότι κύρια αφετηρία της πρότασης Λαφοντέν είναι η επιθυμία να «προλάβει» τον ευρωσκεπτικισμό που αναπτύσσεται ήδη και στη Γερμανία. Όμως, αυτό τον οδηγεί σε δρόμους ολισθηρούς. Πρώτον, ενώ θεωρεί ότι ο σημερινός συσχετισμός είναι αρνητικός και δεν αλλάζει, άρα δεν επιτρέπει πολιτική διεξόδου, δεν μας λέει πώς αυτό θα θεραπευθεί στις κυμαινόμενες ισοτιμίες. Δεύτερον, δεν λαμβάνει υπόψη του ότι ο συσχετισμός σήμερα είναι πιο θετικός για την Αριστερά, η θεωρητική θεμελίωση της λιτότητας έχει γίνει κουρέλια, υπάρχουν πόλοι αριστεροί που συγκεντρώνουν τη λαϊκή αντίδραση σε πολλές χώρες, ιδίως στον Νότο. Τρίτον, ξεχνά ιστορικά δεδομένα κρίσιμα για μια χώρα όπως η Γερμανία, της οποίας η ενοποίηση στηρίχθηκε στη σιγουριά της ευρωπαϊκής της ένταξης. Εύστοχα ο Ζαν – Λυκ Μελανσόν σημείωσε πρόσφατα ότι είναι ανήσυχος για την κρίση «διότι η Ευρώπη δεν ξέρει να διαχειριστεί τις κρίσεις της χωρίς προσφυγή σε πολέμους». Ο σύντροφος Λαφοντέν θέλησε να «κόψουμε δρόμο», όπως του απαντά ο πρόεδρος της Ντι Λίνκε, Μπερντ Ρίξιγκερ, αλλά παρέκαμψε έτσι τις «αναγκαίες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, την εξάπλωση των κοινωνικών αγώνων και της ανάπτυξης διεθνούς και ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» (“Εποχή”, 12.5).

* Η επιστροφή στον ανταγωνισμό των εθνικών νομισμάτων ιστορικά σήμαινε υποτιμήσεις, προστατευτισμό, επικράτηση του ισχυρού. Μπορεί να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο με την επιστροφή στη δραχμή;

Νομίζω ότι πρέπει να συνεννοηθούμε στο εξής: Η κατάσταση για τις δυνάμεις της εργασίας, για τους φτωχότερους λαούς και χώρες, για το φυσικό περιβάλλον είναι πολύ – πολύ δύσκολη. Είναι, επίσης, αλήθεια ότι μια σειρά δικαιωμάτων και πολιτικών κοινωνικής πρόνοιας ιστορικά ασκούνταν από τις κρατικές οντότητες, αυτό ξέρουν οι πολίτες. Παράλληλα, η ίδρυση ομοσπονδιακών θεσμών δεν πέτυχε, αφού κανένα κράτος δεν τους ήθελε πραγματικά, μας θυμίζει ο Μπαλιμπάρ. Επομένως, η σκέψη για προσφυγή στην «εθνική λύση» είναι εύλογη, δεν έχει σχέση τις πιο πολλές φορές με τον εθνικισμό. Όμως, οδηγεί στους εθνικούς ανταγωνισμούς αναπόφευκτα και γνωρίζουμε από την Ιστορία τι σημαίνει αυτό για τις μικρές χώρες και πολύ περισσότερο για τους μισθωτούς όλων των χωρών. Ποια δικαιώματα θα αντέξουν στον αδυσώπητο ανταγωνισμό όταν κάθε χώρα θα προσπαθεί να υπερισχύσει;

* Πού αποδίδεις τη δημοσκοπική στασιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ;

Από μια άποψη θα έλεγα ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι διότι δεν ήταν καθόλου σίγουρο πως θα παρέμενε στον ΣΥΡΙΖΑ ο κόσμος που τον ψήφισε τον Ιούνιο. Αποδείχθηκε ότι υπάρχει κάτι βαθύτερο στην επιλογή του. Το πιο σπουδαίο είναι ότι παραμένει ο αντίπαλος πόλος της τριμερούς μνημονιακής κυβέρνησης και συμβάλλει στην αποδομητική διαδικασία της πολιτικής λιτότητας στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει πρόβλημα και εμφανίζεται με δύο τρόπους. Πρώτον, με τη σταθεροποίηση των δυνάμεων του μνημονιακού κυβερνητικού μπλοκ. Δεύτερον, με το ότι μεγάλο μέρος του κόσμου, που είναι και το πιο επιβαρυμένο από την πολιτική λιτότητας, είναι χολωμένο και με εμάς. Κατά την άποψή μου, στην αρχή επαναπαυθήκαμε στις δάφνες και υιοθετήσαμε την πολιτική του “ώριμου φρούτου”. Αυτό μεν εγκαταλείφθηκε πολύ γρήγορα, αλλά διασώθηκαν στοιχεία του. Η στασιμότητά μας, ωστόσο, συνδέεται και με την ποιότητα, την πειστικότητα των εναλλακτικών μας προτάσεων. Εφόσον σε ανέδειξε ο κόσμος ως τη δύναμη που άμεσα πάει να κυβερνήσει, είναι το πιο κρίσιμο και οφείλεις να το υπηρετήσεις προφυλάσσοντας ταυτόχρονα τον πυρήνα που συγκρότησε αυτό το 27%, τον ριζοσπαστισμό σου.

* Διαπιστώνεται, όμως, και βαθμιαία υποχώρηση των μαζικών κοινωνικών αντιδράσεων. Πού οφείλεται;

Η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων είναι επίσης βαθύ φαινόμενο και θα ήταν απλοποίηση να ερμηνευτεί με τη στάση, π.χ., του ΣΥΡΙΖΑ. Πιο σαφές είναι ότι επηρεάζει αρνητικά τα ποσοστά του. Κανένα κόμμα της Αριστεράς δεν μπορεί να πατήσει ένα κουμπί. Δεν προέκυψαν έτσι ούτε οι «πλατείες», αλλά ούτε κινήματα. Όμως αυτό που μπορεί να κάνει, και νομίζω ότι υστερεί, είναι να εργάζεται έτσι ώστε να ισχύσει ξανά εκείνο το «για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ». Τα «όλα» είναι κυρίως μικρά αυτή την περίοδο, αλλά δεν πειράζει. Υπάρχει «συνθέτης». Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να είναι παντού. Οργανώσεις μάς επισημαίνουν ότι κάτι δεν οργανώνεται σωστά, σ’ αυτό το σημείο, από την ηγεσία. Στηρίζεται πολύ στην κεντρική πολιτική, στην «από τα πάνω» παρέμβαση.

* Το συνέδριο θα οδηγήσει από τον ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών στον ΣΥΡΙΖΑ των μελών ή οι συνιστώσες θα συνεχίσουν να λειτουργούν;

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι των μελών, του κόσμου του. Από την αρχή, σχεδόν, τον εκλάμβανε ως την ενιαία παράταξη της Αριστεράς. Αυτό πρέπει να αποκατασταθεί και θεσμικά στο συνέδριο. Δεν γινόταν πάντοτε κατανοητό, καθυστερήσαμε, αλλά το ζήτημα το έλυσε, τελικώς, ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ. Πρέπει, λοιπόν, να προχωρήσουμε στην αυτοδιάλυση των συνιστωσών. Βρισκόμαστε μπροστά στην εξαιρετική ιστορική δυνατότητα -και ευθύνη- να συγκροτηθεί στην Ελλάδα μεγάλο, μαζικό κόμμα της Αριστεράς -μετά το ΕΑΜ και την ΕΔΑ-, ανανεωτικό, δημοκρατικό, ριζοσπαστικό, σύγχρονο, ταξικό, με λαϊκότητα. Θα έχει συμβολή στη διαδικασία ανάδειξης της Αριστεράς του 21ου αιώνα.

Όμως στη διαδικασία της ενιαιοποίησης δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε κάτι πολύ κρίσιμο: ο ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών και του ωκεανού των ανένταχτων συντρόφων και συντροφισσών, με την πολυγνωμία του, τις διαφορετικές αφετηρίες, ευαισθησίες, διαφορετικούς βαθμούς ριζοσπαστισμού, αλλά και την ενιαία μαχητική φλόγα, την ειλικρίνεια της σύγκρουσης με το Μνημόνιο και το σύστημα, τη διάθεση ανασύνθεσης της ηττημένης και κατακερματισμένης Αριστεράς, προσέλκυσε, «αποπλάνησε», όπως εύστοχα ειπώθηκε, τους πολίτες που τον επέλεξαν, τον “υιοθέτησαν”.

Αυτό το «κάτι άλλο» που είχε και τράβηξε τον κόσμο δεν πρέπει να χαθεί στο νέο – ενιαίο κόμμα. Και φοβάμαι, ακούγοντας κάποιες προτάσεις περί παρατηρητών, περιορισμού της δυνατότητας ανάδειξης πλουραλιστικών οργάνων μέσα από ψηφοφορίες για τους τρόπους ανάδειξης της ηγεσίας που ευνοούν φαινόμενα αρχηγισμού κ.ά., ότι αυτό δεν το προσέχουν με όσο απαιτεί η σοβαρότητα αυτών των ζητημάτων. Μπορεί το ενιαίο κόμμα να εμπεριέχει τον πλουραλισμό, τη δυνατότητα ζύμωσης και έκφρασης, χωρίς να εγκαταστήσουμε μηχανισμούς και κόμματα μέσα στο κόμμα, αλλά τάσεις και ρεύματα. Μπορούμε να υιοθετήσουμε ένα μεταβατικό διάστημα και να δεχθούμε, εφόσον κάποιες συνιστώσες δεν έχουν ακόμη αποφασίσει ή και ωριμάσει να κάνουν ολόκληρο το βήμα, να έχουν διπλή ένταξη με υπεροχή του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ.