Facebooktwitter

nthttp://www.avgi.gr

Στο τέλος έσβησαν και τα φώτα του δήμου. Το Ντιτρόιτ, η πάλαι ποτέ παγκόσμια πρωτεύουσα της αυτοκινητοβιομηχανίας, η πατρίδα της Ford, της Chrysler και της General Motors, η πλουσιότερη πόλη των Ηνωμένων Πολιτειών στη δεκαετία του 1950, κήρυξε πτώχευση. Δεκαετίες έτρωγε τα σωθικά της πόλης η παρακμή, οι κάτοικοί της την εγκατέλειπαν μαζικά, ψάχνοντας αλλού μια καλύτερη τύχη, τα σπίτια της έμεναν άδεια κουφάρια – κι όμως ο θάνατος στο τέλος ήρθε βιαστικά. Τόσο βιαστικά, ώστε ο «τσάρος του Ντιτρόιτ», ο διορισμένος διαχειριστής της πόλης από τον Μάρτιο, Κέβιν Ορ, να αναγκαστεί να αλλάξει την ημερομηνία της αίτησης για υπαγωγή στο άρθρο 9 του πτωχευτικού κώδικα. Δεν περίμενε καν να τελειώσει η Παρασκευή και να κλείσει το χρηματιστήριο. Υπέβαλε την αίτηση την Πέμπτη. Και η Wall Street αντέδρασε με αδιαφορία.

Για τον κυβερνήτη της Πολιτείας του Μίτσιγκαν, όπου ανήκει το Ντιτρόιτ, η χρεωκοπία ήταν μια επώδυνη, αλλά «αναπόφευκτη» απόφαση. Η πόλη δεν μπορεί να πληρώσει πλέον τα χρέη της, 18 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο διαχειριστής απέτυχε στην αποστολή του – αν και έκοψε μισθούς, έθεσε εκτός ισχύος συλλογικές συμβάσεις, πούλησε περιουσιακά στοιχεία του δήμου και προσπάθησε να κερδίσει χρόνο έναντι των πιστωτών. Πέντε μήνες ήταν αρκετοί για να αποφασίσει ο Δήμος του Ντιτρόιτ ότι με αυτή την έκτακτη διαχείριση σωτηρία δεν υπάρχει. Κι έκανε το μεγάλο βήμα, αν και για την ώρα δεν είναι βέβαιο εάν θα του βγει, εάν δηλαδή τα ομοσπονδιακά δικαστήρια πειστούν ότι η πόλη χρεωκόπησε, άρα θα πρέπει να προστατευτεί για ένα διάστημα από τους πιστωτές της και να φτιάξει ένα σχέδιο ανασυγκρότησης με «κουρεμένο» το χρέος της.

Ποτέ πριν μια τόσο μεγάλη πόλη δεν ζήτησε να υπαχθεί στο άρθρο 9, το άρθρο της «δεύτερης ευκαιρίας» για ιδιώτες, επιχειρήσεις και πόλεις, στη χώρα που, σε αντίθεση με την Ευρώπη, δεν τιμωρεί αμετάκλητα την αποτυχία. Μέχρι τώρα η μεγαλύτερη πόλη που χρεωκόπησε ήταν το Στόκτον της Καλιφόρνιας, με τους μισούς κατοίκους και το ένα έκτο του χρέους του Ντιτρόιτ, μη συγκρίσιμη δηλαδή. Οπότε, η περίπτωση του Ντιτρόιτ θεωρείται «πείραμα», έτοιμη συνταγή για το πώς θα αναδιαρθρωθεί το χρέος του δεν υπάρχει. Το βέβαιο είναι ότι οι πιστωτές θα πρέπει να περιμένουν πολύ για να εισπράξουν ένα μέρος μόνο από τα χρωστούμενα. Αλλά δεν είναι σαφές ποιος θα είναι ο πρώτος που θα πάρει τα λεφτά του μετά την αναδιάρθρωση του χρέους. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία; Οι εργαζόμενοι; Οι προμηθευτές; Μέχρι να αποφανθεί το δικαστήριο εάν όντως το Ντιτρόιτ χρεωκόπησε -δύο από τις δέκα πόλεις που υπέβαλαν τη σχετική αίτηση από το 2010 στις ΗΠΑ δεν κατάφεραν να πείσουν ότι δεν μπορούσαν να πληρώσουν-, η πόλη θα λειτουργεί στοιχειωδώς. Με λιγότερο φωτισμό στους δρόμους, αλλά κανονική ύδρευση. Με τους αστυνομικούς και τους πυροσβέστες να δουλεύουν και να πληρώνονται, αλλά με τους υπόλοιπους δημοτικούς υπαλλήλους να παίρνουν «κουρεμένους» μισθούς. Το αν το Ντιτρόιτ θα καταφέρει σύντομα να σταθεί πάλι στα πόδια του είναι αβέβαιο. Πάντως, οι Αμερικανοί είναι πεπεισμένοι ότι χωρίς την πτώχευση δεν θα τα κατάφερνε ποτέ, ότι θα ήταν μονίμως εγκλωβισμένο στον φαύλο κύκλο μεταξύ των αβάστακτων τόκων για την εξυπηρέτηση των χρεών, των όλο και μεγαλύτερων περικοπών σε μισθούς, συντάξεις και δημόσιες παροχές, της συνεχούς εγκατάλειψης από τους κατοίκους του. Τώρα, λένε, υπάρχει μια ελπίδα για μια νέα αρχή.

Να σημειωθεί ότι για τους Αμερικανούς τα προγράμματα διάσωσης που βλέπουν αυτά τα τρία χρόνια στην Ευρώπη, είναι τουλάχιστον… παράξενα. Ο κανόνας που ισχύει στις ΗΠΑ είναι «όποιος δεν έχει να πληρώσει, πτωχεύει» και προσπαθεί ν’ αρχίσει από την αρχή. Εάν, μάλιστα, το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης που αποφασίζει είναι πειστικό, παίρνει και βοήθεια από τα ομοσπονδιακά ταμεία, όπως συνέβη στην περίπτωση της Νέας Υόρκης, που έφτασε μια ανάσα πριν από τη χρεωκοπία το 1975.

Για την ώρα, η κυβέρνηση Ομπάμα δηλώνει ότι θα βάλει το χέρι στην τσέπη για το Ντιτρόιτ, αλλά θα περιμένει πρώτα να δει πώς θα διαχειριστεί την πτώχευση ο δήμος. Κι όμως, κατά την πρώτη θητεία του ο Ομπάμα είχε αγωνιστεί με νύχια και με δόντια -και με 80 δισεκατομμύρια δολάρια- για να σώσει την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, τη «ραχοκοκαλιά της αμερικανικής οικονομίας». Η βοήθεια κράτησε όρθια την General Motors και τις εκατοντάδες μονάδες – προμηθευτές της, αλλά δεν έσωσε τη Motor City, όπως ονομάζουν το Ντιτρόιτ. Θα τη σώσει η πτώχευση;