Facebooktwitter

 kapodistriakoΤου Παναγιώτη Κονδύλη*

Το ελληνικό, δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι προφανές ότι χρειάζεται αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, δεν υπάρχει κανένας που να αμφισβητεί αυτή την πραγματικότητα. Προφανές, επίσης, είναι ότι καμία αλλαγή δεν είναι ουδέτερη, αντιθέτως όλες οι αλλαγές έχουν κοινωνικό πρόσημο, λειτουργούν σε βάρος ή υπέρ της κοινωνίας. Τα ερωτήματα, συνεπώς, που συνοδεύουν αυτή την κοινή διαπίστωση σχετίζονται με το είδος των αλλαγών που χρειάζονται, την κατεύθυνσή τους, το σχέδιο στο οποίο πρέπει να εντάσσονται, το ποιοι θα τις υλοποιήσουν και υπέρ ποιων εν τέλει αυτές θα λειτουργήσουν· αυτά τα ερωτήματα καλείται η ελληνική κοινωνία μέσω δημόσιας διαβούλευσης να απαντήσει.

Για να ξεκινήσει, όμως, ένας διάλογος για τις απαιτούμενες αλλαγές στο κατασυκοφαντημένο, ελληνικό, δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι απαραίτητο να γίνει αντιληπτή η κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Ακούγοντας κάποιος αποκλειστικά τα στελέχη της κυβέρνησης θα θεωρούσε πως στα ελληνικά πανεπιστήμια επικρατεί μεσαίωνας, δεν παράγεται ερευνητικό έργο και πως το ακαδημαϊκό προσωπικό που τα στελεχώνει είναι συντεχνιάζον, τεμπέλικο και μη επαρκές επιστημονικά. Ωστόσο, τα στοιχεία έρχονται να διαψεύσουν κατηγορηματικά την κυβερνητική προπαγάνδα. Ενώ η Ελλάδα βρίσκεται στην 38η θέση παγκοσμίως από άποψη χρηματοδότησης της έρευνας, παρέχοντας μόλις το 0,6 % του ΑΕΠ της, είναι στην 19η θέση από άποψη αριθμού δημοσιεύσεων. Μάλιστα, στο 1% των καλύτερων δημοσιεύσεων με βάση τις αναφορές τους, η Ελλάδα ανέρχεται στην 13η θέση με 1,13 %, αμέσως μετά τις ΗΠΑ. Επίσης, το 79 % των ελληνικών δημοσιεύσεων προέρχεται από τα ελληνικά Πανεπιστήμια.

Η κατάσταση, συνεπώς, στο δημόσιο Πανεπιστήμιο είναι καλύτερη από αυτή που κάποιος θα περίμενε και σαφώς πολύ καλύτερη από αυτή που περιγράφουν οι κυβερνώντες. Το ζήτημα, βέβαια, παραμένει και αφορά στην κατεύθυνση των αλλαγών που χρειάζεται το Πανεπιστήμιο σήμερα.

Μία άποψη για αυτό το ζήτημα είναι αυτή που προωθείται από τους κυβερνώντες. Τα Πανεπιστήμια πρέπει να αρχίσουν να λειτουργούν με όρους κερδοφορίας, να αναζητούν και να εξασφαλίζουν πόρους από ιδιώτες «ελαφρύνοντας» την κοινωνία και τον κρατικό προϋπολογισμό, να προοδεύσουν βάσει μεταξύ τους ανταγωνισμών και να εξυγιανθούν μέσω εξωτερικής αξιολόγησης, στην οποία θα μετέχουν και παράγοντες της αγοράς. Αυτή η άποψη προτείνει, επομένως, τη συνέχιση στο χώρο του Πανεπιστημίου της πολιτικής σκληρής, νεοφιλελεύθερης προσαρμογής, που εφαρμόζεται μέσω των Μνημονίων στην υπόλοιπη κοινωνία. Είναι, όμως, ακριβώς η επιλογή του γενικευμένου νεοφιλελευθερισμού που έχει οδηγήσει την ελληνική κοινωνία σε κρίση ανθρωπιστικών διαστάσεων. Οι παράγοντες της αγοράς δεν ενδιαφέρονται για το καλό του κοινωνικού συνόλου, αλλά για το άμεσο και εύκολο κέρδος, καθώς και – όπως άλλωστε διαφαίνεται – τη μετατροπή της Ελλάδας σε μια χώρα που θα επικρατούν «ασιατικά» εργασιακά δικαιώματα, που δε θα χρειάζονται επιστήμονες, αλλά καταρτισμένοι κι εύκολα εκμεταλλεύσιμοι εργαζόμενοι. Κι η προωθούμενη είσοδος των αγορών στο Πανεπιστήμιο αποσκοπεί στην επίτευξη και των δύο αυτών στόχων.

Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι η συζήτηση για το τι πρέπει να συνεχίσει να υπάρχει ως έχει στα ελληνικά Πανεπιστήμια, τι πρέπει να μεταρρυθμιστεί, τι είναι εντελώς αποσαθρωμένο και πρέπει να «ξεριζωθεί», πρέπει να ενταχθεί σε ένα γενικότερο οραματικό πλαίσιο και σχέδιο. Είναι αναγκαίο, δηλαδή, να τεθούν ξανά οι στόχοι και τα κριτήρια, να απαντηθούν πάλι ερωτήματα όπως το ποια κοινωνία θέλουμε, ποιες αξίες και ποια ηθική επιθυμούμε να τη διέπουν, τι ρόλο θα έχουν οι πολίτες σε αυτήν. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει δηλητηριάσει όχι μόνο την οικονομία και τους θεσμούς, αλλά και την ιδεολογία, όπως αυτή αποτυπώνεται στο κάθε μέρα των πολιτών. Οι έννοιες της συνεργασίας και της συνεργατικότητας πρέπει να αντικαταστήσουν αυτήν του ανταγωνισμού όχι μόνο σε επίπεδο οικονομίας ή Πανεπιστημίων, αλλά σε επίπεδο καθημερινότητας. Πρέπει, δηλαδή, σε επίπεδο κοινωνίας να υπάρξει ένα καινούργιο αξιακό πλαίσιο βάσει του οποίου θα διαμορφώνονται τακτικές και στρατηγικές και το οποίο θα έχει στο επίκεντρό του όχι την ευκαιριακή κερδοσκοπία και τη ματαιόδοξη συσσώρευση χρημάτων, αλλά τον Άνθρωπο και τις ανάγκες του.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ανοίξει και η συζήτηση για το Πανεπιστήμιο που η ελληνική κοινωνία χρειάζεται, το Πανεπιστήμιο των αναγκών. Τα ελληνικά, δημόσια Πανεπιστήμια διαθέτουν εξαιρετικό ακαδημαϊκό προσωπικό, με ιδέες και δυνατότητες, καθώς και φοιτητές με όρεξη και αγάπη για το αντικείμενό τους, που διαπρέπουν φεύγοντας στο εξωτερικό. Αυτές τις δυνάμεις πρέπει η κοινωνία να διαβουλευτεί πως θα τις απελευθερώσει σε όφελός της, για την εξυπηρέτηση των τεράστιων αναγκών της. Το δημόσιο Πανεπιστήμιο μπορεί και πρέπει να γίνει κοινωνικά ανταποδοτικό, συμβάλλοντας καθοριστικά στην έξοδο της χώρας από την κρίση. Κι αυτό μπορεί να το πετύχει τόσο με την ένταξη μέρους των δυνάμεών του σε ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης σε συνεργασία με άλλους δημόσιους φορείς, όσο και παρέχοντας στην κοινωνία επιστήμονες και ανθρώπους του πνεύματος, ενεργούς πολίτες, που θα μπορούν να αντιμετωπίσουν πέρα από την οικονομική και την άλλη πλευρά της κρίσης, την κρίση αξιών και πολιτισμού.

Για να επιτευχθεί αυτό σαφέστατα απαιτούνται τομές στην οργάνωση του Πανεπιστημίου, ενίσχυση του δημοκρατικού και δημόσιου χαρακτήρα του, πέρα από σημαντική αύξηση της χρηματοδότησης. Το υπάρχον μοντέλο διοίκησης έχει φτάσει σε τέλμα και χρειάζεται ριζικός εκδημοκρατισμός του. Η φοιτητική συμμετοχή πρέπει όχι απλά να επαναθεσμοθετηθεί, αλλά πρέπει να επαναοηματοδοτηθεί, χρέος που βαραίνει κυρίως τους φοιτητές. Πρέπει, επίσης, η ίδια η ακαδημαϊκή κοινότητα να θεσμοθετήσει τρόπους ελέγχου της ποιότητας των παρεχόμενων γνώσεων και του ερευνητικού έργου με ακαδημαϊκά κριτήρια, αλλά και της διαχείρισης των πόρων, ώστε να επιτευχθεί πλήρης διαφάνεια στα οικονομικά των ιδρυμάτων. Το κυριότερο, όμως, είναι να υπάρξει άνοιγμα των δυνάμεων του Πανεπιστημίου στην κοινωνία. Από διεξαγωγή εκλαϊκευμένων εκδηλώσεων και ενημερώσεων γύρω από ζητήματα συναφή με τα αντικείμενα των διάφορων τμημάτων, μέχρι δημόσια τοποθέτηση των οργάνων των τμημάτων, καθώς και των ακαδημαϊκών σε σχέση με ζητήματα που αφορούν στο κοινωνικό γίγνεσθαι γενικότερα. Οι ακαδημαϊκοί καλούνται, δηλαδή, να αναβαθμίσουν τη θέση τους στη συνείδηση της κοινωνίας, πρωταγωνιστώντας σε ένα δημόσιο διάλογο για το μέλλον του τόπου και όχι επιβεβαιώνοντας τους επικριτές τους τοποθετούμενοι δημόσια μόνο για ζητήματα μείωσης της μισθοδοσίας τους.

Για να πραγματοποιηθεί, λοιπόν, μια τέτοια αλλαγή στο Πανεπιστήμιο, η οποία θα είναι ενταγμένη σε ένα διαφορετικό από το ασκούμενο πολιτικό σχέδιο, απαιτείται μια νέα κυβερνητική πλειοψηφία. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν αρκεί να συμβεί μόνο αυτό. Ο σχηματισμός μιας νέα κυβερνητικής πλειοψηφίας που θα έχει ως κέντρο τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς χρειάζεται να συνοδεύεται από μια νέα κοινωνική πλειοψηφία και μια διαφορετική αντίληψη αυτής για την άσκηση της πολιτικής. Πρέπει, εν ολίγοις, να γίνει κτήμα όλων μας ότι για να ακολουθηθεί ο δρόμος της εξυπηρέτησης των κοινωνικών αναγκών, της δημοκρατίας, της αξιοπρέπειας απαιτείται ενεργός συμμετοχή των πολιτών. Για να δημιουργηθεί το Πανεπιστήμιο των αναγκών απαιτείται διάλογος, δράση και κινητοποίηση της κοινωνίας και κυρίως της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ή για να χρησιμοποιήσω τις γνωστές παρομοιώσεις του Σλάβοϊ Ζίζεκ, δεν μπορεί να θέλουμε πραγματικό καφέ χωρίς καφεΐνη, μπύρα χωρίς αλκοόλ, δημοκρατία χωρίς ενεργούς πολίτες, Πανεπιστήμιο των αναγκών χωρίς την κοινωνία να το διεκδικεί· θα πρέπει να περιοριστούμε στα υποκατάστατα. Και όσον αφορά, βέβαια, στον καφέ και την μπύρα έχει καλώς…

* Ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι απόφοιτος του τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Τ.Ο. νέων ΣΥΡΙΖΑ Καισαριανής.