Facebooktwitter

http://www.avgi.gr

Της Μαρίκας Φραγκάκη

Στη διάρκεια της επίσκεψης του κ. Σόιμπλε, υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας, στη χώρα μας ανακοινώθηκε η σύσταση ενός νέου οργανισμού -του “ΕλλImageηνικού Επενδυτικού Ταμείου”- ο οποίος θα δανειοδοτηθεί από τη γερμανική δημόσιου συμφέροντος τράπεζα KfW. Μάλιστα, ήδη υπογράφηκε μνημόνιο συνεργασίας με την KfW, στη διάρκεια εκδήλωσης του ΕλληνογερμανικούΕπιμελητηρίου, παρουσία εκπροσώπων ελληνικών επιχειρήσεων και γερμανικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας, την Πέμπτη 18 Ιουλίου.

Όπως τόνισε ο υπ. Ανάπτυξης, «το Ταμείο θα λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, μάνατζμεντ διεθνούς κύρους και πόρους τόσο από τον δημόσιο τομέα, ευρωπαϊκές αναπτυξιακές τράπεζες, διεθνείς αναπτυξιακούς οργανισμούς, αλλά και από ιδιώτες».1 Αντιλαμβανόμαστε δηλαδή ότι ενώ η δημόσια περιουσία αποδομείται μέσω του μνημονιακού προγράμματος ιδιωτικοποίησης, ένας νέος δημόσιος οργανισμός συστήνεται, ο οποίος αναμένεται να διαχειριστεί σημαντικά ποσά, με τουλάχιστον άγνωστες προς το παρόν διαδικασίες.

Σημειώνεται ότι η γερμανική τράπεζα KfW ήδη δανειοδοτεί την Ισπανία με το ποσό του 1 δισ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με έκθεση του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας, η οποία κατατέθηκε στην Επιτροπή Προϋπολογισμού του γερμανικού Κοινοβουλίου, η δανειοδότηση αυτή έχει ως στόχο την κάμψη των αντιστάσεων προς τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις στις υπερχρεωμένες χώρες.2 Όπως φαίνεται, πρόκειται για ένα γενικότερης στόχευσης σχέδιο, το οποίο τίθεται σε εφαρμογή μετά την Ισπανία και στην Ελλάδα, ενώ ήδη συζητείται η σύναψη σχετικής συμφωνίας και με την Πορτογαλία. Θα μπορούσε κανείς να έχει ενστάσεις σε ένα τέτοιο σχέδιο και τι είδους; Πολλές, από την ίδια τη διαδικασία ώς την ουσία της ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας.

Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, είναι προφανές ότι η Γερμανία ενισχύει τη διαπραγματευτική της ισχύ έναντι των κοινοτικών της εταίρων, τους οποίους όμως αντιμετωπίζει ως δύστροπος δανειστής από την αρχή της κρίσης, παρά ως αλληλέγγυο κράτος στο πλαίσιο της νομισματικής ένωσης. Είναι προφανές ότι τα όποια ποσά τελικά διοχετευθούν στο υπό σύσταση Επενδυτικό Ταμείο θα ανοίξουν επί πλέον δίοδο, κατ’ αρχήν στα γερμανικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Επί πλέον, λαμβάνοντας υπόψη το καθεστώς υποτέλειας, που χαρακτηρίζει την κυρίαρχη οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας μας έναντι των δανειστών της, η σχέση που θα διαμορφωθεί προβλέπεται να είναι άνιση και περιορισμένης ωφελιμότητας για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Η κυριότερη όμως ένστασή μας αφορά στην ουσία της ενίσχυσης της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή, βασική παραδοχή του νέου εγχειρήματος είναι ότι η οικονομία πάσχει από έλλειψη ρευστότητας. Τούτο είναι γεγονός. Η οικονομία όμως έχει δύο πλευρές, την προσφορά και τη ζήτηση. Ποια πλευρά πιέζει περισσότερο στις παρούσες συνθήκες; Η ελλειμματική ζήτηση ή η ελλειμματική προσφορά; Δεν χρειάζονται ειδικές γνώσεις για να συμφωνήσουμε ότι το πρόβλημα σήμερα είναι η χαμηλή ζήτηση, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα μεγάλης και αυξανόμενης μερίδας του πληθυσμού συρρικνώνεται διαρκώς. Στην περίπτωση αυτή όμως, η προσφορά δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα συμφόρησης, το οποίο θα διευκόλυνε π.χ. η αύξηση της δανειοδότησης των παραγωγικών επιχειρήσεων. Αντίθετα, υπάρχει υπερβάλλουσα προσφορά, την οποία η ζήτηση αδυνατεί να απορροφήσει. Για τον λόγο αυτό, οι επιχειρήσεις κλείνουν η μία μετά την άλλη, ενώ η ανεργία αυξάνεται ραγδαία.

Δώρο άδωρο, συνεπώς, η γερμανική δανειοδότηση; Φοβούμαστε πως ναι. Με τον ίδιο τρόπο που η ασκούμενη ευρωπαϊκή/γερμανική πολιτική εντοπίζει το πρόβλημα της παρούσας κρίσης στο δημόσιο έλλειμμα και χρέος, επιβάλλοντας μέτρα λιτότητας μέχρι του σημείου της βαρβαρότητας των απολύσεων, με τον ίδιο τρόπο αναζητά τη λύση στην πλευρά της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, το δημόσιο έλλειμμα και χρέος διογκώθηκαν λόγω της κρίσης και όχι αντίστροφα. Η μείωσή τους προϋποθέτει την υπέρβαση της κρίσης, ενώ τα μέτρα λιτότητας των Μνημονίων βαδίζουν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση!

Συνεπώς, αν δεν ενισχυθεί η πλευρά της ζήτησης της οικονομίας, δεν μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη. Ποια επιχείρηση θα αναλάβει νέα χρέη, αν δεν γνωρίζει ή έστω προσδοκά ότι η παραγωγή της θα απορροφηθεί από την αγορά; Σε μια βυθιζόμενη οικονομία, όπως είναι η ελληνική, η άκρη του νήματος βρίσκεται στην ενίσχυση της ζήτησης. Πρόκειται για την παλιά συνταγή του κεϋνσιανισμού; Όχι ακριβώς.

Η υπέρβαση της κρίσης μέσω της ενίσχυσης της ζήτησης θέτει ευθέως το ερώτημα: “ποιας ζήτησης;”. Βρισκόμαστε δηλαδή στη σφαίρα της πολιτικής οικονομίας, όπου είναι δυνατές διάφορες επιλογές. Ιδιωτική ή δημόσια ζήτηση; Κοινωνική μέριμνα ή περισσότερα καταναλωτικά αγαθά; Ενίσχυση των δημοσίων υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης ή περισσότερες ιδιωτικές υπηρεσίες; Επενδύσεις με μέριμνα για το περιβάλλον ή ενεργοβόρες επενδύσεις; Μεγιστοποίηση της παραγωγής ή εξασφάλιση “καλής ζωής” για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα της κοινωνίας; Αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου από πάνω προς τα κάτω και πώς;

Τα ερωτήματα είναι ατελείωτα. Σηματοδοτούν όμως την ανάγκη για την ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας και βεβαίως της κοινωνίας βάσει σχεδίου. Ο δανεισμός των επιχειρήσεων αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο ενός τέτοιου σχεδίου. Έπεται όμως, δεν προηγείται, με την έννοια ότι πρέπει να εντάσσεται σε ένα πρόγραμμα ανάκαμψης σε επιλεγμένους τομείς με συγκεκριμένη στόχευση και χρονοδιάγραμμα. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι το ελληνικό Δημόσιο να αναλάβει και νέες υποχρεώσεις έναντι των δανειστών του, τις οποίες ο ελληνικός λαός θα κληθεί να επωμιστεί στο όχι μακρινό μέλλον, όπως διδάσκει η εμπειρία των τελευταίων ετών.

1. Μνημόνιο συνεργασίας με τη γερμανική KfW για το Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο, 18/7/2013,www.in.gr

2. Financial Times, German government seals €1bn loan deal for Spanish SMEs, του Quentin Peel, 3 Ιουνίου 2013