Facebooktwitter

http://www.enet.gr

«Ο καλλιτέχνης δεν κρίνεται μόνο από το έργο του αλλά και από το βίο και την πολιτεία του. Τα κριτήρια του καθενός που κρίνει είναι άλλο θέμα»

Τι ζητούν από τον αριστερό συγγραφέα οι αριστεροί αναγνώστες; «Μηνύματα; Αισιόδοξες ενατενίσεις για το μέλλον; Αιχμηρές κριτικές για τη διεφθαρμένη αστική κοινωνία; Τρυφερές ιστορίες για τους ταπεινούς και κατατρεγμένους; Επικολυρικά υμνολογήματα της Αριστεράς;», αναρωτιόταν κάποτε η Μάρω Δούκα, έχοντας δεχτεί, από τα πρώτα της βήματα κιόλας, τα πυρά των… καθαρόαιμων μαρξιστών, ως «αστή» και «μηδενίστρια». Απ’ τη μεριά της επέμενε πως ό,τι προσδοκίες και αν είχαν οι παραπάνω αναγνώστες, τις αντλούσαν από το χιλιοραγισμένο κύπελλο μιας εποχής που πέρασε ανεπιστρεπτί. Σήμερα, στην εποχή της κρίσης, των Μνημονίων και της Χρυσής Αυγής, τι θα μπορούσαν άραγε να προσδοκούν;

«Σαφή απάντηση δεν έχω», ομολογεί η ίδια, λίγο πριν συμπληρώσει σαράντα χρόνια στο λογοτεχνικό προσκήνιο. «Τελικά, ίσως είναι λάθος και που τίθεται το ερώτημα. Ο συγγραφέας από τον εαυτό του ξεκινάει και στον εαυτό του επιστρέφει. Και αν είναι έντιμος, σίγουρα θα βρεθούν και αναγνώστες για το έργο του».

Αφορμή για τη συνάντησή μας στάθηκε η επικείμενη επανέκδοση της συλλογής της «Ο πεζογράφος και το πιθάρι του» (εκδ. «Πατάκη»), μέσα από τα κείμενα της οποίας αναδύονται οι μορφές του Τσίρκα, της Αξιώτη και του Χατζή, του Ρίτσου, του Αλεξάνδρου, του Ιωάννου, του Χειμωνά, οι οφειλές της στον Καζαντζάκη, τον Ξενόπουλο και τον Καραγάτση, οι τρυφερές αναμνήσεις της από την αρχόντισσα του «Κέδρου» Νανά Καλλιανέση, οι πίκρες και οι χαρές που είχε ζήσει από τότε που πρωτοεμφανίστηκε ώς το 1992, πλαισιωμένες από αιχμηρά σχόλια για τη νεοελληνική πραγματικότητα.

– Κάνατε αρκετές επεμβάσεις πριν από την επανέκδοση του «Πιθαριού»;

«Ούτε “και” δεν άλλαξα! Δεν το είχα ξαναδιαβάσει από τότε, που πρωτοβγήκε, με δικές μου μάλιστα τυπογραφικές διορθώσεις. Η πρωτοτυπία του έγκειται στο ότι δεν είναι απλώς μια συλλογή κειμένων γραμμένων κατά παραγγελία, αλλά ότι όλα τους συνοδεύονται από φορτισμένες συναισθηματικά ημερολογιακές σημειώσεις, που γράφτηκαν εκ των υστέρων. Ομολογώ ότι οι τελευταίες μ’ αρέσουν περισσότερο. Από τα ίδια τα κείμενα, δύο με συγκίνησαν κυρίως, το “Για τον Κρόνο που τρώει τα παιδιά του”, όπου και το ερώτημα περί αριστερού συγγραφέα, και το “Αλλιώς, αλλιώς αηδόνα μου”».

– Σ’ αυτό το τελευταίο, ανατρέχετε στην περίοδο της δικτατορίας και στηλιτεύετε το πόσο την ωραιοποιήσαμε, μεταπολιτευτικά, επιμένοντας σε αναμνήσεις που μας κολακεύουν…

«Είχα κάνει πολλούς εχθρούς μ’ αυτό το κείμενο τότε, παρόλο που ο Μαρωνίτης μου είχε τηλεφωνήσει λέγοντάς μου “αυτά τα λόγια έπρεπε επιτέλους να ειπωθούν!”. Είχε ήδη αρχίσει το μπλέντερ κι όλοι ξαφνικά είχαν προκύψει αγωνιστές! Αντιμετωπίζαμε με συγκατάβαση από την Ελλη Λαμπέτη, που είχε εκθειάσει τα χαρίσματα του Παπαδόπουλου σε συνέντευξή της στον “Ταχυδρόμο”, μέχρι τα “Αλάτια και πιπέρια” του Φρέντυ Γερμανού. Αυτούς φοβάμαι: τους υπόγειους. Αυτούς που ανά πάσα στιγμή δείχνουν πρόθυμοι να συμφωνήσουν μαζί σου αλλά συμπεριφέρονται χειρότερα κι απ’ τους χουντικούς. Στη Μεταπολίτευση πήξαμε στους αντιστασιακούς».

– Στις μέρες μας, με αφορμή τις διαδικτυακές επιθέσεις κατά ορισμένων συγγραφέων, υποστηρίζεται η άποψη ότι οι δημιουργοί πρέπει να κρίνονται από το έργο, όχι από τις δηλώσεις τους. Συμφωνείτε;

«Ο καλλιτέχνης δεν κρίνεται μόνο από το έργο του αλλά και από το βίο και την πολιτεία του. Τα κριτήρια του καθενός που κρίνει είναι άλλο θέμα. Εμένα, ας πούμε, καθόλου δεν μ’ ενόχλησαν τα όσα είπε η Κική Δημουλά απ’ την καρδιά της για την Κυψέλη. Το τελευταίο που θα σκεφτόμουν είναι ότι πρόκειται για μισαλλόδοξη ή ρατσίστρια και λυπάμαι πολύ που κάποιοι μπόρεσαν να πιστέψουν κάτι τέτοιο.

»Για τη Διβάνη, τη Σώτη, τον Τατσόπουλο ή τον Χωμενίδη, δεδομένου ότι δεν υπήρξα ομοϊδεάτισσά τους, δεν νομιμοποιούμαι να τους κρίνω. Δεν υπερασπίζονται τίποτε διαφορετικό απ’ όσα υπερασπίζονταν με προσήλωση όλα αυτά τα τελευταία χρόνια. Οσοι όμως δεν ενοχλούνταν χθες για τις θέσεις τους και τους καμάρωναν κιόλας για την τόλμη τους, γιατί θα έπρεπε σήμερα να ενοχληθούν;».

– Μέσα από τις σελίδες του «Πιθαριού» φαίνεται ανάγλυφα και η δική σας ενόχληση από τα σχόλια που είχατε εισπράξει μετά την επιτυχία της «Αρχαίας σκουριάς». Οπως γράφετε, η Ελλη Αλεξίου ούτε να σας χαιρετήσει δεν ήθελε…

«Εδώ δεν μιλάμε για ενόχληση, μιλάμε για καημό! Είχα πικραθεί πολύ γιατί, συναισθηματικά, ήμουν πιο κοντά στους επικριτές μου παρά στους “αστούς” που με επαινούσαν, τους “σοσιαλδημοκράτες”, όπως θα λέγαμε σήμερα. Πολιτικά, βέβαια, ποτέ δεν υπήρξα κομμουνίστρια. Πού αλλού να ελπίσουμε εκτός από τη σοσιαλδημοκρατία; Μη βλέπετε που ο όρος στην Ελλάδα ξεφτιλίστηκε. Μόνο μέσα από τη σοσιαλδημοκρατία μπορείς να ονειρευτείς την ουτοπία».

– Την περασμένη χρονιά, τιμώντας με συνέντευξή σας ένα από τα απεργιακά φύλλα της «Ε», είχατε δηλώσει ότι ο Τσίπρας πάει, στέγνωσε. Το πιστεύετε ακόμη;

«Για την ακρίβεια, σας είχα πει ότι τον Τσίπρα τον στεγνώσανε, αλλά δεν το μεταφέρατε σωστά! Εν πάση περιπτώσει, χωρίς να φαντασιώνω πως ο ΣΥΡΙΖΑ κρατάει κάποιο μαγικό ραβδάκι, θεωρώ πως είναι η μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να μας βοηθήσει να ξεκολλήσουμε από το τέλμα».

– Δεν κρύβετε την ηλικία σας, φτάσατε αισίως τα 66. Φλέγεστε με τα πολιτικά πράγματα όσο και στα νιάτα σας;

«Ερχονται στιγμές που αισθάνομαι δεκαπεντάχρονη, σε σημείο που ανησυχώ! Εγώ στα 30 μου ούτε ένσημα σκεφτόμουν ούτε τίποτε, κι ας το πληρώνω σήμερα πανάκριβα. Ολη αυτή η έγνοια μού φαινόταν αδιανόητος μικροαστισμός. Στην έγνοια για το παιδί μου, όμως, είμαι μια τυπικότατη μικροαστή – άνθρωπος ίσον αντίφαση! Οταν λοιπόν έχεις παιδί, όλα σε αφορούν. Πώς ν’ αδιαφορήσεις για τα πολιτικά; Δεν μπορείς ν’ αποστρέφεις το βλέμμα σου από το μέλλον».

»Εκείνο που με καίει περισσότερο είναι ότι έπειτα από δέκα, είκοσι χρόνια η ελληνική κοινωνία θα ‘ναι ακόμα πιο γερασμένη, γιατί οι σημερινοί τριαντάρηδες που θα ‘θελαν να κάνουν οικογένεια δεν το τολμούν. Οχι μόνο από έλλειψη χρημάτων, αλλά κι επειδή το υποτυπώδες κοινωνικό μας κράτος έχει πια σμπαραλιαστεί. Ακόμα κι όταν ερωτεύονται, γρήγορα μαραζώνουν βλέποντας μπροστά τους περιορισμένο ορίζοντα».

– Η ελληνική οικογένεια, πάντως, μπαίνει όλο και συχνότερα στο στόχαστρο. Λες και όλα τα δεινά μας από εκεί πήγασαν…

«Θα σας πω τι συνέβη σ’ εμένα και τον άντρα μου. Μετά τις σπουδές μας, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, θέλαμε κι οι δυο να πάμε έξω, ν’ ανοίξουν τα μάτια μας. Στάθηκε αδύνατον και για πολιτικούς λόγους -δεν μας έδιναν διαβατήριο- και για οικονομικούς. Ημασταν επί ξύλου κρεμάμενοι και οι γονείς μας δεν μας ενθάρρυναν. Η απαίτηση της οικογένειας τότε ήταν να βρει το παιδί δουλειά, να μην είναι χαραμοφάης. Οι δεμένες οικογένειες περίμεναν απ’ το παιδί τους να δουλέψει και κάθε μήνα να καταθέτει το μισθό του, ή ένα μέρος του έστω, στη μάνα του. Ετσι μεγάλωσαν γενιές και γενιές, αλλά σαν να το ξεχάσαμε…».

– Λέτε με τα Μνημόνια να αφυπνιστεί και η ταξική μας συνείδηση;

«Ευχή μου είναι να ξαναδούμε τα πράγματα πιο καθαρά. Αρκετά μιλήσαμε για κοινωνικά “στρώματα”, καλό θα ήταν να ξαναθυμηθούμε πως υπάρχει και η εργατική τάξη, κι ας μην υπάρχει πια εργατιά. Οσο βαθύς είναι όμως ο τρόμος του ανθρώπου για ελευθερία, άλλο τόσο βαθύς είναι κι ο τρόμος του για την εξέγερση. Τόσο δα να διαθέτει, τρέμει μήπως το χάσει από κάποια ανατροπή… Η δική μας κοινωνία πιστεύω πως είναι βαθύτατα συντηρητική. Γι’ αυτό και στις δημοσκοπήσεις ο Σαμαράς εξακολουθεί να προκύπτει -με διαφορά (!)- ως ο καλύτερος για πρωθυπουργός. Με τόσα μέτρα που έχουν ληφθεί και με τόσα μέτρα που έρχονται, δεν βλέπω καμιά ιδιαίτερη κινητοποίηση. Οι διαδηλώσεις που γίνονται δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνες του παρελθόντος. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε και την αλλοίωση του εκλογικού σώματος στις δεκαετίες του ’90 και του 2000. Ηταν τόσο πολλοί εκείνοι που πίστεψαν στο παραμύθι του Χρηματιστηρίου, του ευρώ, της ΟΝΕ, ώστε μετακινήθηκε το κέντρο βάρους της αντίληψης του νεοέλληνα για το τι θα μπορούσε να είναι μια καλύτερη και δικαιότερη κοινωνία».

– Βλέπετε γύρω σας κινήσεις αλληλεγγύης;

«Βλέπω, αλλά χωρίς ιδιαίτερη δυναμική. Οπως λέει κι ένας από τους ήρωές μου στο βιβλίο που γράφω τώρα, “Εγώ, εκτός από τα παιδιά που κουζουλίζουν, ε, δεν βλέπω κανέναν να θέλει να δώσει ούτε το μικρό του δαχτυλάκι για το κοινό καλό”. Αυτό σμπαράλιασε και την προσπάθεια να εφαρμοστεί στην πράξη ο σοσιαλισμός, ήδη από τα χρόνια της Οκτωβριανής!».

– Τι ακριβώς δουλεύετε τώρα;

«Το τελευταίο μέρος της τριλογίας που ξεκίνησα με το “Αθώοι και φταίχτες” και συνέχισα με το “Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ”, η οποία αγκαλιάζει όλο τον 20ό αιώνα. Τέτοιες μέρες, του χρόνου, ελπίζω να ‘ναι έτοιμο, να ησυχάσουμε! Πρωταγωνιστής του είναι ένας αντάρτης του Δημοκρατικού Στρατού, καθώς, μετά την Αντίσταση, έφτασε η ώρα να μιλήσω και για τον κρητικό εμφύλιο. Σ’ αυτό το τρίτο μέρος, η αφήγηση κινείται και στο παρόν και στο παρελθόν, αλλά η χρήση ντοκουμέντων είναι πολύ περιορισμένη. Εδώ, το πρώτο βιολί είναι το βίωμα».

– Επειτα από σαράντα χρόνια στη λογοτεχνία, το κίνητρο για το γράψιμο παραμένει μέσα σας ανέπαφο;

«Δεν μπορώ να ζήσω πια αλλιώς. Ομως εξακολουθώ να πιστεύω ότι αδιαπραγμάτευτος σκοπός του συγγραφέα είναι να βοηθήσει τον άνθρωπο να μην αποδέχεται άβουλα αλλά να κρίνει τον κόσμο γύρω του. Η συγγραφή για μένα ήταν πάντα κάτι διαφορετικό από το… γράφω μια ιστοριούλα για να περάσω καλά και οι άλλοι ακόμα καλύτερα. Οταν γράφω, καλούμαι να σκεφτώ και στην πρώτη γραφή, τουλάχιστον, θα έλεγα πως περνάω πολύ δύσκολα. Η όποια απόλαυσή μου αρχίζει με την επεξεργασία του κειμένου κι έχει να κάνει με την ανάγκη μου να επικοινωνήσω με τον αναγνώστη και πρωτίστως να τον σεβαστώ, κλείνοντάς του όμως και το μάτι ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να κλείσει το βιβλίο και ν’ ασχοληθεί με τα δικά του θέματα. Επιασα να ρητορεύω… Τελειώσαμε, όμως, δεν τελειώσαμε;».

***

Η Χρυσή Αυγή να αντιμετωπιστεί ως συμμορία

– Πριν από λίγο καιρό, μέσω του ηλεκτρονικού περιοδικού «Χρόνος», κάνατε έκκληση στους πάντες ν’ αντιδράσουν, ώστε να πάψει η Χρυσή Αυγή να «κλωσάει το αβγό της ανενόχλητα». Τι θα είχατε να προσθέσετε μετά το δολοφονικό της χτύπημα στον Παύλο Φύσσα;

«Τα ίδια θα έλεγα. Η Χρυσή Αυγή πρέπει ν’ αντιμετωπιστεί ως συμμορία, όχι σαν κοινοβουλευτικό κόμμα. Μπορεί να έχει καταφέρει να εκπροσωπείται στη Βουλή, αλλά στην πραγματικότητα είναι ένα μόρφωμα που δρα σαν χιτλερική οργάνωση με ομάδες κρούσης, και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να διαλυθεί.

Οσο είναι καιρός, όλες οι δημοκρατικές δυνάμεις οφείλουν να την αντιμετωπίσουν από κοινού. Οσοι πιστεύουν, έστω και στοιχειωδώς, στη Δημοκρατία, πρέπει να συμβάλουν ώστε να καταστραφεί αυτός ο μηχανισμός. Η θεωρία των δύο άκρων, όμως, κάθε άλλο παρά τη Δημοκρατία εξυπηρετεί. Πρόκειται για σαθρό επιχείρημα, που εξυπηρετεί πολύ σκοτεινές καταστάσεις και όσοι την επικαλούνται, το κάνουν υστερόβουλα».

– Πόσο καινούργια είναι αυτή η θεωρία;

«Εχει ξεκινήσει από πολύ παλιά, δεν είναι φρούτο του νεοφιλελευθερισμού. Ακόμη και στα Ιουλιανά, ο Γεώργιος Παπανδρέου χαρακτήριζε την ΕΔΑ άκρα Αριστερά! Ολα τα μεγάλα ιστορικά διλήμματα στη θεωρία των δύο άκρων έχουν ακουμπήσει. Οι ανιστόρητοι που την προβάλλουν σήμερα, όπως ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, προτάσσουν το στενό κομματικό συμφέρον της Νέας Δημοκρατίας, αλλά την ίδια τη Δημοκρατία την υποσκάπτουν βαθύτατα!

Η άκρα Αριστερά δεν θα μπορέσει ποτέ να επικοινωνήσει με το θυμικό του νεοέλληνα, ούτε να τον κολακέψει σε τέτοιο βαθμό ώστε να τη στείλει στο Κοινοβούλιο. Το δημοκρατικό μας πολίτευμα δεν απειλείται από το διαδηλωτή ή τον απεργό. Από τη Χρυσή Αυγή κινδυνεύει, που με τις καταβολές, το ήθος και την κουλτούρα της το λοιδορεί και το κακοποιεί βάναυσα.

Αντίστοιχα ανιστόρητοι είναι κι εκείνοι που συγκρίνουν τη σημερινή κατάσταση με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται έτσι σχηματικά».