Facebooktwitter

Με αφορμή την πρόσφατη δολοφονία των μελών της Χ.Α. στα γραφεία της οργάνωσής τους στη λεωφόρο Ηρακλείου έχει δρομολογηθεί από τα περισσότερα Μ.Μ.Ε. (κυρίως δε τα τηλεοπτικά) μια επαναφορά του θέματος που οι ίδιοι αρέσκονται να αποκαλούν “ακρο-αριστερή τρομοκρατία”.
Στα ελληνικά πράγματα κατά καιρούς έχουν αναπτυχθεί μια σειρά οργανώσεις που εφαρμόζουν τακτικές “ένοπλου αντάρτικου πόλεων”.
Γενικά διαχωρίζονται σε δυο διαφορετικές αντιλήψεις για τη μορφή του ένοπλου αγώνα που ακολουθούν, οι μεν πρώτες είναι κυρίως μικρές συνομωτικές ομάδες που στοχεύουν σε τοποθετήσεις εκρηκτικών μηχανισμών σε κυβερνητικά κτήρια και δολοφονίες ή απαγωγές δημοσίων προσώπων για τους οποίους θεωρούν πως καταδυναστεύουν το λαό (με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτό της 17Ν), οι δε δεύτερες είναι κυρίως μεγαλύτερες ομάδες που οργανώνουν συγκρούσεις με τα σώματα ασφαλείας με χρήση οπλισμού που έχει ως στόχο να αποθαρρύνει ή να τραυματίσει αλλά όχι να σκοτώσει.
Οι οργανώσεις τύπου 17Ν έχουν έναν συγκεκριμένο τρόπο αντίληψης και δράσης. Ξεκινούν από μια κατά βάση Τροτσκιστική αφετηρία σκέψης προκειμένου να δημιουργήσουν ένα δικό τους ιδεολογικό υπόβαθρο το οποίο μετά από την εκτέλεση της δράσης τους αναπτύσσουν σε μια πολυσέλιδη προκύρηξη που δημοσιοποιείται αναλόγως. Με άλλα λόγια σκέπτονται με βάση τις αρχές του μαρξισμού, δικαιολογούν τις πράξεις τους με βάση μια προσέγγιση αυτών των αρχών όμως αγνοούν το σημαντικότερο κομμάτι της μαρξιστικής Θεωρίας και πρακτικής που είναι η ταξική συνειδητοποίηση όσων έχουν χάσει την ταξικότητά τους. Οι πράξεις τους -βαμμένα με αίμα ή εμπλουτισμένα με πολύ θόρυβο επικοινωνιακά τρικ- αποβλέπουν πολύ περισσότερο στην εκπλήρωση μιας προσωπικής τους επιθυμίας για αυτοπροβολή και εξωτερίκευση των μεσσιακών τους συμπλεγμάτων παρά σε μια οποιαδήποτε προώθηση πολιτικής ζύμωσης που θα οδηγήσει σε “τελική ανάλυση” σε ταξική συνειδητοποίηση.
Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οργανώσεις όπως αυτές που συνήθως στην τηλεοπτική ολιγαρχία αποκαλούν “αντιεξουσιαστές” ή “ομάδες γνωστών-αγνώστων”. Οι ομάδες αυτές διαφοροποιούνται απο τις ομάδες και τις οργανώσεις του αναρχικού χώρου στο ίδιο ακριβώς που διαφοροποιούνται και οι παραπάνω συνομωτικές οργανώσεις από τις πολιτικές μαρξικές οργανώσεις, στην αντίληψη. Πρόκειται για ομάδες που έχουν δομή και ιδεολογική λατφόρμα παρόμοια με αυτή των αναρχικών πυρήνων, δεν έχουν όμως το ίδιο μέσο με αυτούς. Το γεγονός πως αναμεταξύ τους πετάνε τσιτάτα του Μπακούνιν, του Κροπότκιν ή της Λουξεμπουργκ για να δικαιολογήσουν τις μολότωφ και τα πεταμένα τσιμέντα δεν σημαίνει πως τους καθιστά αναρχικούς.
Εν κατακλείδι οι ομάδες ένοπλου αγώνα είτε συνομωτικές είτε ανοιχτές-ολιγομελείς, είτε μαρξικής είτε αναρχικής τοποθέτησης επιβεβαιώνουν με τη δράση τους δύο πολύ σημαντικά πορίσματα που είναι γνωστά από πολύ νωρίς σε θεωρητικό επίπεδο τόσο στους μαξιστές όσο και στους αναρχικούς θεωρητικούς: αφενός πως μια δράση η οποία δεν ειναι στη φύση της πολιτική και δεν εκφράζει αποτελέσματα πολιτικής ζύμωσης μεγάλων κοινωνικών διεργασιών καθίσταται αυτομάτως ιδιοτελής, και άρα ακόμη και με ιδεολογικά επιθέματα δεν εξυπηρετεί κανέναν άλλο πέραν του υποκειμένου της δράσης, και αφετέρου πως οι όποιες τέτοιες δράσης εξυπηρετούν τις ανάγκες του συστήματος στο έπακρο.
Αναφορικά με το δεύτερο συμπέρασμα ίσως δυο λόγια επιπλέον να είναι πιο διευκρινιστικά του συλλογισμού από το οποίο προκύπτει. Η πολιτική ζύμωση είναι μια διαδικασία ιδιαιτέρως δύσκολη και ασταθής πολλώ δε μάλλον σε μια περίοδο που κυριαρχεί η τάση απολίτικης σκέψης. Οταν λοιπόν ένα μέρος του κοινωνικού συνόλου καταβάλει μια υπεράνω των συνηθειών του προσπάθεια και συμμετέχει σε μια από τις σημαντικότερες εκφάνσεις των πολιτικών του ελευθεριών (στα πλαίσια μιας αστικού τύπου δημοκρατίας) όπως είναι οι λαϊκές συνελεύσεις στις γειτονιές ή η συμμετοχή σε ενα πανεργατικό συλλαλητήριο, ερχόμενος αντιμέτωπος με αντιλήψεις και δράσεις που κανιβαλίζουν την πεμπτουσία της άμεσης συμμετοχής στα κοινά, όπως είναι μια εν ψυχρώ δολοφονία, δημιουργούν σε μεγάλα μέρη των κοινωνικών δομών, που κάνουν τα πρώτα βήματα προς μια κάποια ριζοσπαστκοποίηση, την ασυνείδητη τάση επιστροφής στον περιχαρακωμένο ατομισμό από τον οποίο μόλις άρχισαν να εξέρχονται.
Η απλή αναφορά σε ιδέες του κομμουνισμού, της αναρχίας, του καπιταλισμού δεν καθιστά το υποκείμενο κομμουνιστή, αναρχικό ή φιλελεύθερο καπιταλιστή παρά μόνο γνώστη ενός θεωρητικού οικοδομήματος, οι καθημερινές δράσεις και η επιβεβαίωση του ιδεολογικού πλαισίου μέσω των πράξεων είναι η διαδικασία που προσδίδει στον καθένα από εμάς ιδεολογική ταυτότητα.