Facebooktwitter

b8a944c91defdcea6b69423098d3fb70http://www.enet.gr/

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ 

Ενα σαββατιάτικο πρωινό με ψιλόβροχο, Οκτώβρης του 1999. Απογειωθήκαμε από το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας με ένα C-130 έμφορτο γραφική ύλη, τρόφιμα, ρούχα, αυτοκίνητα, αποκωδικοποιητές για δορυφορική λήψη και καμπάνες.

Πτήση προς Συμφερόπολη πάνω από την ανταριασμένη Μαύρη Θάλασσα, διάρκειας κάτι περισσότερο από τρεις ώρες. Μας «καλωσορίζουν» αγέλαστοι Ουκρανοί με πράσινα καπέλα. Σε σκοτεινούς διαδρόμους ακατάλληλους για κλειστοφοβικούς, εξετάζονται τα διαβατήρια και τα συνοδευτικά έγγραφα.

Ανεβαίνουμε κάτι σκαλιά, στο βάθος κατάλευκα στο πρόσωπο κορίτσια μάς υποδέχονται με λουλούδια. Επικεφαλής της ομάδας υποδοχής ο Νικόλας Σουμουλίδης, ο τότε υπουργός Ενέργειας της Κριμαίας. «Κάνατε τρανό ταξίδι;», μας είπε με σπαστά ελληνικά. Του απάντησε στα ποντιακά η λοιπή αποστολή.

Κοντά του αντιπροσωπείες από τους 15 ελληνικούς συλλόγους της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων της Κριμαίας. Μπήκαμε σε ένα παλιό Βόλγκα, με «υπουργικές» ανέσεις, σαν επαρχιακό αγοραίο της Ελλάδας του ’70, όλο φλοκάτες στα καθίσματα. Τρυπούσε τα ρουθούνια η μυρωδιά της βενζίνης. Πήραμε το δρόμο για τη Συμφερόπολη. Ο Νικόλας Σουμουλίδης μάς μιλούσε για τον Ελληνισμό της περιοχής, από τον 5ο αιώνα π.Χ. ίσαμε μετά τον ελληνικό εμφύλιο, όπου ζητούσαν στην Κριμαία καταφύγιο οι κυνηγημένοι κομμουνιστές.

Ηοδύσσεια της οικογενειάς του είχε ξεκινήσει από το Ουζμπεκιστάν όπου εξορίστηκε, με άλλους Ελληνες της Κριμαίας. Ο παππούς του μετοίκησε στην περιοχή από την Κωνσταντινούπολη για να ξεφύγει από τις σφαγές των Οθωμανών. Ηταν η πιο πλούσια οικογένεια της Κριμαίας, ο αδελφός του παππού του έγινε αρχιμανδρίτης της ορθόδοξης εκεί Εκκλησίας. «Εχουμε μείνει 20.000 Ελληνες» μας είχε πει. «Εδώ έχει φτώχεια, δεν έχει δουλειές. Σε δέκα σχολεία διδάσκονται τα ελληνικά, αλλά ούτε βιβλία έχουν ούτε και χρήματα για να πληρωθούν οι δάσκαλοι. Ξέρεις πόσο παίρνει ένας δάσκαλος εδώ; Οχτώ χιλιάδες δρχ. Πώς να ζήσουμε;».

Στη διαδρομή προς Γιάλτα, βλέπαμε τους πλανόδιους μικροπωλητές με δύο-τρία μήλα ή πορτοκάλια για να μαζέψουν κανένα κρίβνα. Ενα δολάριο ήταν τότε τέσσερα κρίβνα. «Ανατολικό Μονακό», η Κυανή Ακτή της Σοβιετικής Ενωσης, η φημισμένη λουτρόπολη, απέναντι η «Φωλιά των Χελιδονιών», ο παραμυθένιος πύργος στην άκρη της μαυροθαλασσίτικης καλντέρας, στο λιμάνι ένα ομοίωμα της Αργούς και το άγαλμα της θεάς Αθηνάς.

Εδώ η Αικατερίνη Β’ το 1798 παραχώρησε στον Λάμπρο Κατσώνη κτήμα, για να εγκατασταθεί μόνιμα, εκείνος το ονόμασε «Λιβαδειά», δημιούργησε αμπελώνες και έγινε έμπορος κρασιού. Εδώ το 1816 για περίπου τρεις μήνες, με την αρωγή του τσάρου Αλέξανδρου Α’, βρήκε καταφύγιο η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, για να μην κατασχεθεί η περιουσία της από τους Τούρκους.

Πριν από λίγες ημέρες ο Νικόλας Σουμουλίδης μίλησε σε ισπανική εφημερίδα. Ο μεγάλος καημός του ήταν που η Αθήνα δεν του έδωσε ελληνικό διαβατήριο. Του επεβλήθη το 1976 το σοβιετικό, το 1989 επέστρεψε στην Κριμαία, έδωσε αγώνα να αναστηθεί το ελληνικό στοιχείο εκεί, διακαώς ζητούσε στο τοπικό πανεπιστήμιο όπου διδάσκεται και η Ελληνική Γλώσσα να φοιτούν και ελληνικής καταγωγής νέοι. Εις μάτην. «Δεν υπάρχουν στον κόσμο Ελληνες όπως εμείς», είπε και δεν είχε άδικο.