Facebooktwitter

EuropeΤου Παναγιώτη Κονδύλη*

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα γύρω από τα οποία πυροδοτήθηκε ο δημόσιος διάλογος εν μέσω κρίσης αποτελεί δυστυχώς και ευτυχώς το ζήτημα της Ευρώπης. Το δυστυχές της πραγματοποίησής του σχετίζεται με το γεγονός ότι οι υπάρχοντες συσχετισμοί στην Ε.Ε., η πορεία και οι αποφάσεις της ευνοούν και εκτρέφουν έναν εύκολο και φτηνό αντιευρωπαϊσμό και εθνικισμό. Το ευτυχές, όμως, έγκειται στο ότι το ζήτημα της Ευρώπης αποτελεί σημείο στο οποίο η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί να αναδείξει στοιχεία του πολιτικού της οράματος, να παλέψει για μετατόπιση συνειδήσεων και αντιλήψεων, να επανανοηματοδοτήσει έννοιες και λέξεις, όπως, εν τέλει, αυτή του ευρωπαϊσμού.

 

Από την αρχή της κρίσης και καθόλου τυχαία οι κυβερνώντες επιχειρούν να διακρίνουν τους πολίτες σε ευρωπαϊστές και αντιευρωπαϊστές. Ο στόχος αυτής της ψευδής τομής είναι, φυσικά, να διακρίνει τις πολιτικές δυνάμεις σε αυτές που αποδέχονται την αναγκαιότητα του μνημονιακού μονόδρομου – και άρα, σύμφωνα με την κυβερνητική λογική, την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας – και σε αυτές που την απορρίπτουν. Η ίδια η έννοια, ωστόσο, του ευρωπαϊσμού δεν είναι ουδέτερη. Στην κοινή ευρωπαϊκή ιστορία περιλαμβάνονται και αμιγώς μελανά σημεία, όπως η περίοδος του μεσαιωνικού σκοταδισμού, της πνευματικής ακινησίας, όταν η επιστήμη και η φιλοσοφία, όπως εξαιρετικά εύστοχα έχει γράψει ο Ευτύχης Μπιτσάκης, αποτέλεσαν τις «θεραπαινίδες της θεολογίας».

Η ριζοσπαστική αριστερά, λοιπόν, επαναπροσδιορίζει με σαφήνεια την έννοια του σύγχρονου ευρωπαϊσμού. Σήμερα ο αγώνας δίνεται για την Ευρώπη της δημοκρατίας, της ελευθερίας, της αλληλεγγύης και της αξιοπρέπειας· σήμερα λαμβάνει χώρα ο αγώνας για την Ευρώπη του ορθού λόγου, των μεγάλων επιστημονικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων· σήμερα οι ευρωπαϊκοί λαοί παλεύουν για την Ευρώπη των ανθρώπινων δικαιωμάτων, των μεγάλων κοινωνικών κινημάτων, της οικολογίας και του φεμινισμού. Ή όπως ο Σλοβένος φιλόσοφος Σλάβοϊ Ζίζεκ έχει επανειλημμένα τονίσει, η ριζοσπαστική αριστερά είναι η μόνη πολιτική δύναμη που παλεύει στο σήμερα για ό,τι αξίζει να διασωθεί στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και την ευρωπαϊκή κληρονομιά. Και προφανώς, στόχος δεν είναι μόνο η διάσωση των παραπάνω στοιχείων, αλλά και η ταυτόχρονη ριζική ανανέωση και εμβάθυνσή τους υπέρ των υποτελών και αδυνάτων· η ταξικά μεροληπτική, δηλαδή, αντιμετώπιση και διαχείρισή τους.

Για αυτόν το λόγο, το όραμα της ριζοσπαστικής αριστεράς – το οποίο εκφράζει ο σύγχρονος, αριστερός ευρωπαϊσμός – έρχεται σε ευθεία ρήξη και αντίθεση με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ενοποίησης της Ευρώπης το οποίο συμπυκνώνεται στα μνημονιακά προγράμματα λιτότητας και του οποίου υπηρέτες είναι τόσο οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής δεξιάς, όσο και οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας και της κεντροαριστεράς. Αυτά τα πολιτικά προγράμματα και αυτές οι δυνάμεις είναι, εν τέλει, που αναγεννούν τις πιο σκοτεινές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Το παράδειγμα της Ουκρανίας δείχνει το που ακριβώς οδηγούν τα αδιέξοδα αυτού του μοντέλου. Στη σημερινή εποχή ο κίνδυνος ενός νέου ολοκληρωτισμού στην ευρωπαϊκή ήπειρο δε διαφαίνεται ως το αποτέλεσμα της δράσης κάποιων ακραίων αριστερών ομάδων και νέο-μπολσεβικικών κομμάτων, αλλά ως το προϊόν συνειδητών πολιτικών επιλογών των δυνάμεων που δηλώνουν υπέρ της κοινής ευρωπαϊκής προοπτικής και οι οποίες απέναντι στα αδιέξοδα που γεννά η πολιτική τους και λόγω συμφερόντων οικονομικών ολιγαρχιών δε διστάζουν να στηρίξουν νεοναζιστικά μορφώματα σε κυβερνητικές θέσεις.

Ποια είναι, όμως, η στάση της αριστεράς απέναντι σε αυτήν την Ε.Ε.; Πώς θα δώσει απαντήσεις η αριστερά που ξεκινάει την πορεία της στον 21ο αιώνα φέροντας τις βαρύτατες ήττες των δύο κύριων εκδοχών της του 20ου, του υπαρκτού σοσιαλισμού και της σοσιαλδημοκρατίας; Θα είναι λύση η εθνική αναδίπλωση και η προσπάθεια ανάδειξης απαντήσεων σε εθνικό επίπεδο;

Η αλήθεια είναι πως αν κάτι έχει να αντλήσει η ριζοσπαστική αριστερά από το παρελθόν είναι πως η μόνη απάντηση και πιθανότητα νίκης απέναντι στην εκμετάλλευση είναι η ουσιαστική ιδεολογική της ηγεμόνευση στα λαϊκά στρώματα· η αλλαγή, εν ολίγοις, του τρόπου οργάνωσης της καθημερινότητας των Ευρωπαίων πολιτών. Λύση δε θα είναι ούτε η εμφάνισή της ως πρωτοπορίας, ούτε ο εγκλωβισμός της σε εθνικούς μονόδρομους. Η τελευταία, μάλιστα, επιλογή θα είναι ένας δρόμος αγώνα που θα λαμβάνει χώρα στο έδαφος του αντιπάλου, επαναφέροντας στο προσκήνιο εθνικισμούς και μισαλλοδοξίες και που ουσιαστικά θα εθελοτυφλεί απέναντι στους δυσμενείς συσχετισμούς δύναμης στην Ευρώπη. Αυτό, άλλωστε, είναι το σημαντικότερο στοιχείο που αντλείται από τον Νίκο Πουλαντζά· όπως το κράτος, έτσι και η Ε.Ε. – έτσι και κάθε θεσμός – αποτελεί συμπύκνωση ενός συσχετισμού δύναμης. Κι εφόσον η διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού είτε θα αποτελέσει γεγονός σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, είτε δεν θα υπάρξει, ο αγώνας της αριστεράς για την ανατροπή των υπαρχόντων συσχετισμών δύναμης δίνεται ταυτόχρονα σε επίπεδο εθνικών κρατών και σε επίπεδο Ε.Ε..

Η ριζοσπαστική αριστερά, λοιπόν, καλείται να δώσει μια δύσκολη μάχη για την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης στην Ευρώπη και κατά συνέπεια του ριζικού μετασχηματισμού και επανίδρυσης του θεσμού της Ε.Ε.. Ό,τι αξίζει διαλεκτικά να σωθεί από την πλούσια ευρωπαϊκή κληρονομιά για τους ευρωπαϊκούς λαούς, σήμερα διακυβεύεται και εναποτίθεται στην ενεργό συμμετοχή και δράση των ίδιων. Αυτήν ακριβώς τη συμμετοχή και αυτήν τη δράση καλείται να εμπνεύσει και να συμπυκνώσει η ριζοσπαστική αριστερά σε όλη την Ευρώπη. Και η έκβαση αυτής ακριβώς της μάχης θα σηματοδοτήσει το ποια θα είναι η πορεία της Ευρώπης στον νέο αιώνα· το αν θα επικρατήσει η Ευρώπη του μεσαιωνικού σκοταδισμού και των ανανεωμένων μορφών ολοκληρωτισμού ή η Ευρώπη του φωτός και της δημοκρατίας, η Ευρώπη των λαών της.

* Ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι μέλος της Ο.Μ. νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ Καισαριανής.