Facebooktwitter

 

p_kΤου Παναγιώτη Κονδύλη *

 

Στις 6 του Αυγούστου, μέρα που έκλεισε ένας χρόνος παραμονής μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, έζησα την ψυχολογική κατάρρευση του μαύρου συνταξιούχου γείτονά μου. Αιτία ήταν οι κοροϊδίες με τις οποίες ήρθε αντιμέτωπος και το γεγονός ότι για πολλοστή φορά τον αποκάλεσαν nigger. Δε χρειάζεται, βέβαια, να βιώσει κανείς ένα τόσο δυνατό και συγκινησιακά φορτισμένο συμβάν για να αντιληφθεί τον αποκλεισμό των μαύρων στην Αμερική. Μια ενδεικτική εικόνα είναι τα ρόστερς των μεταπτυχιακών φοιτητών στα αμερικάνικα πανεπιστήμια˙ εύκολα μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι οι Κινέζοι είναι συνήθως περισσότεροι από ότι οι μαύροι μεταπτυχιακοί φοιτητές. Όσο προφανείς, όμως, είναι οι διακρίσεις που βιώνει η μαύρη κοινότητα, άλλο τόσο δύσκολη φαντάζει η άρση των αδιεξόδων.

Πριν μερικές μέρες ο ίδιος γείτονας μου είχε δανείσει ένα DVD με το ντοκιμαντέρ «Κρυμμένα Χρώματα 3». Στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ μέλη της μαύρης κοινότητας αναπτύσσουν την επιχειρηματολογία τους σχετικά με τις διακρίσεις σε βάρος των μαύρων πολιτών. Παρά το γεγονός ότι γίνεται σε σημαντικό βαθμό σωστή διάγνωση υπαρκτών προβλημάτων, οι απαντήσεις που προτείνονται από τους ομιλούντες είναι το λιγότερο αποκαρδιωτικές. Η ανάγκη περιχαράκωσης και οργάνωσης της μαύρης κοινότητας απέναντι στη λευκή και μάλιστα βασισμένη σε φυλετικά χαρακτηριστικά και στις αφρικανικές ρίζες αναδεικνύεται καθ’ όλη τη διάρκεια του ντοκιμαντέρ. Πρώτα τονίζονται τα επιτεύγματα των μαύρων – Αφρικανών στις Ηνωμένες Πολιτείες και μετά τονίζεται η ανάγκη συστράτευσής τους. Επρόκειτο, δυστυχώς, για ένα ακόμα κήρυγμα μίσους, μονάχα που αυτή τη φορά το μίσος αλλάζει στρατόπεδο.

 

Ιδιαιτέρως θλιβερό είναι επίσης το ότι το σημείο στο οποίο αναδεικνύονται οι ευθύνες του ίδιου του εκμεταλλευτικού τρόπου λειτουργίας του καπιταλισμού δεν συνοδεύεται από προτάσεις δημιουργίας μετώπου αμφισβήτησής του. Αντί για την πρόταση μιας γνήσιας αλληλέγγυας συμπόρευσης της μαύρης κοινότητας με τα προοδευτικά κομμάτια της λευκής με στόχο τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου ενάντια στην εκμετάλλευση και τη συντήρηση – που είναι και η μόνη προοδευτική, αποτελεσματική και ρεαλιστική προοπτική για άρση των αδιεξόδων –, η συνέχεια της συλλογιστικής αφορά στο πως η μαύρη κοινότητα θα «παίξει» καλύτερα το καπιταλιστικό παιχνίδι και θα προφυλαχτεί δημιουργώντας δικές τις κοινότητες, συνοικίες, μαγαζιά.

 

Ακόμα όμως και η εκλογή του προέδρου Ομπάμα αξιολογείται αρνητικά, καθώς θεωρείται ότι έγινε με σκοπό τη συγκάλυψη μίας οξυμένης επίθεσης εναντίον της μαύρης κοινότητας που σχεδιάστηκε και λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια των δύο θητειών του. Μια τέτοια ανάλυση, ωστόσο, αδυνατεί να συλλάβει ότι η στιγμή της εκλογής του προέδρου Ομπάμα, του πρώτου μαύρου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, παρά την έλλειψη αυταπατών και την πλήρη επίγνωση των εθνικιστικών στοιχείων που είχαν συμπεριληφθεί στον προεκλογικό του λόγο, ήταν η στιγμή της διάψευσης όσων πίστεψαν ότι η υποψηφιότητά του θα ξυπνούσε μίση και ρατσιστικές διχόνοιες, εμποδίζοντάς την εκλογή του. Αυτή ακριβώς η στιγμή βίωσης της «οικουμενικής ελευθερίας της ανθρωπότητας», όπως την χαρακτηρίζει ο Σλάβοϊ Ζίζεκ στο βιβλίο του «Πρώτα ως Τραγωδία, ύστερα ως φάρσα», πρόκειται αδιαμφισβήτητα για μια από τις πιο ξεχωριστές της αμερικάνικης ιστορίας.

 

Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να τονιστεί ότι αυτού του τύπου η ρητορεία – που αναπτύσσεται στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ και αντανακλά διαδεδομένες αντιλήψεις εντός της μαύρης κοινότητας – δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει αυτό που μου είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου συνάδελφος σε κατ’ ιδίαν συζήτηση, πως «τους μαύρους απλώς δεν τους χρειαζόμαστε»˙ ή αυτό που σε άλλη στιγμή είχε πει, πως «δεν μπορώ να καταλάβω ως πότε οι μαύροι, που κάποια στιγμή γνώρισαν την καταπίεση, θα συνεχίζουν να διαμαρτύρονται για υποτιθέμενες διακρίσεις». Είναι σαφές ότι υπάρχει μια δόση αλήθειας στα τελευταία λόγια, ότι η μαύρη κοινότητα πολλές φορές υπερβάλει. Όμως, όλα τα κινήματα κοινωνικής απελευθέρωσης είναι δεδομένο ότι υπερέβαλαν κατά τη διάρκεια των διεκδικήσεών τους. Φαίνεται ότι αυτή η υπερβολή, που πολλές φορές αδικεί το δίκαιο των αιτημάτων, είναι συστατικό στοιχείο όλων αυτών των κινημάτων.

 

Είναι, επίσης, αλήθεια ότι η μαύρη κοινότητα αναπτύσσει πολλές φορές ρατσιστικά αντανακλαστικά. Ο ίδιος είχα να αντιμετωπίσω προβληματικές και ρατσιστικές συμπεριφορές – και λόγω της ελληνικής προφοράς μου – προερχόμενες από μερίδα των μαύρων φοιτητών μου. Εδώ, όμως, έγκειται και το πρόβλημα, ότι ο ρατσισμός αυτοεκτρέφεται ως φαινόμενο, λειτουργεί ως φαύλος κύκλος. Συνεπώς, αυτές οι συμπεριφορές είναι αναγκαίο να ερμηνευτούν λαμβάνοντας υπόψη το ρατσισμό του οποίου τα μέλη της μαύρης κοινότητας είναι δέκτες. Για αυτό και είναι σπουδαία η απλότητα της διατύπωσης του Μπέρτολτ Μπρεχτ στις «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ», πως πρέπει να τελειώνουμε με τον ρατσισμό – ηλιθιότητα, γιατί μετατρέπει σε ρατσιστή – ηλίθιο οποιονδήποτε έρχεται αντιμέτωπος με αυτόν.

 

Αν κάποιος προσπαθήσει, λοιπόν, να αναζητήσει την αλήθεια και να απονείμει τα δίκαια στην κάθε πλευρά, είναι δεδομένο πως έχει εκ προοιμίου ηττηθεί. Σε ένα τόσο σύνθετο πρόβλημα, σε μια ιστορία που γράφεται χρόνια με πολλές γκρίζες ζώνες και αδιευκρίνιστα σημεία, η αναζήτηση της αλήθειας στερείται νοήματος. Μια κοινωνία στην οποία τα οργανικά της μέλη τρέφουν τέτοια συναισθήματα και τέτοιο μίσος μεταξύ τους, οφείλει άμεσα να παλέψει για ένα τέλος στην «ηλιθιότητα», να βρει τρόπο αρμονικής συμβίωσης ώστε να συνεχίσει να υπάρχει. Κι αυτό από εδώ και πέρα θα είναι ένα από τα κυρίαρχα ζητούμενα που θα πρέπει να απασχολήσει τους Δημοκρατικούς και τη διαφαινόμενη υποψήφιά τους για την προεδρία Χίλαρι Κλίντον, καθώς αποτελούν τη μόνη πολιτική δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί αυτή τη στιγμή την ομαλότητα στην αμερικάνικη κοινωνία.

 

* Ο Παναγιώτης Κονδύλης είναι απόφοιτος του Τμήματος Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών και μεταπτυχιακός φοιτητής του Indiana University.