Facebooktwitter

Στον απόηχο της βίαια θεατρικής και συγκρουσιακής περιοδείας του Τραμπ στην Ευρώπη και των δηλώσεων Μέρκελ, κάποιοι αναλυτές βλέπουν ένα μετασχηματισμό της στρατηγικής και πολιτικής συμπόρευσης ΗΠΑ-Ευρώπης, η οποία βέβαια έχει ήδη μεταλλαχθεί μετά την τυπική λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

«Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να στηρίζεται σε ξένους εταίρους. Η εποχή που μπορούσε να στηρίζεται σε άλλους έχει ως ένα βαθμό περάσει». Η δήλωση της Άνγκελας Μέρκελ, το βράδυ της περασμένης Κυριακής, μετά τη συνάντηση των ηγετών των κρατών μελών του ΝΑΤΟ, ενδεχομένως σημαίνει το τέλος μιας εποχής. Ήταν μια δραματική διατύπωση της τακτικίστριας καγκελαρίου σε απάντηση της βίαιης προτροπής του απρόβλεπτου αμερικανού προέδρου Τραμπ να αναλάβει το κόστος της άμυνας και της ασφάλειας.
Στον απόηχο της βίαια θεατρικής και συγκρουσιακής περιοδείας του Τραμπ στην Ευρώπη και των δηλώσεων Μέρκελ, κάποιοι αναλυτές βλέπουν ένα μετασχηματισμό της στρατηγικής και πολιτικής συμπόρευσης ΗΠΑ-Ευρώπης, η οποία βέβαια έχει ήδη μεταλλαχθεί μετά την τυπική λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

Νέα γερμανική αυτοπεποίθηση

Η Μέρκελ, με πρόσφατες τις δάφνες του Δυτικού Ηγέτη που της είχε απονείμει ο Μπαράκ Ομπάμα, φάνηκε έτοιμη να απαντήσει στην πρόκληση του Τραμπ. Πίσω από την τολμηρή απάντηση της συνήθως μετρημένης και καιροσκόπου καγκελαρίου, πολλοί διακρίνουν τη μετάλλαξη της Γερμανίας μετά την επανένωση: η Γερμανία δεν είναι πλέον ο πρόθυμος και ήσυχος εταίρος της ΕΟΚ και της ΕΕ που συνεισφέρει αγόγγυστα στον κοινοτικό προϋπολογισμό και συμβιβάζεται με τις γαλλικές αξιώσεις ηγεμονίας, το βρετανικό εκλεκτικισμό και τις ιδιορρυθμίες του μεσογειακού Νότου. Μετά την επανένωση βρήκε μια ρωμαλέα εθνική αυτοπεποίθηση, συμπεριφέρεται ηγεμονικά, απενοχοποιήθηκε από το σκοτεινό παρελθόν και βλέπει την Ευρώπη σαν όχημα και εργαλείο για τις ιστορικές της επιδιώξεις. Μερικοί συγγραφείς στοιχειοθετούν ένα νέο γερμανικό εθνικισμό.
Υπό αναλογία, η ενωμένη Γερμανία του 2017 ξαναβρίσκει τη Weltpolitik των χρόνων του κάιζερ Γουλιέλμου μετά το 1890, η οποία τερματίστηκε μόνο με τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και αναδύθηκε ξανά μετά το 1933. Αντιθέτως, σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, έως πρόσφατα, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η διαιρεμένη και υπό κατοχή Γερμανία ακολουθούσε παραλλαγές της Realpolitik του Βίσμαρκ, στο ασφυκτικό πλαίσιο που όριζαν οι νικητές του Β’ Πολέμου και προπάντων ο γεωστρατηγικός σχεδιασμός των ΗΠΑ. Η Westbindung, ο δεσμός με τη Δύση, του φιλοδυτικού Αντενάουερ, σφράγισε αυτή την εποχή και διαμόρφωσε το πνεύμα των ηγετών της Χριστιανοδημοκρατίας.·Η Ostpolitik του Βίλλυ Μπραντ, το άνοιγμα προς Ανατολάς, επεδίωκε την άρση της γεωγραφικής ασφυξίας, αλλά δεν ανέτρεπε καμία βασική διευθέτηση.
Οι σταδιακές ανατροπές άρχισαν με την απορρόφηση της Ανατολικής Γερμανίας και την πλήρη κατίσχυση του Ordolibelarismus, του ιδιότυπου γερμανικού κράματος νεοφιλελευθερισμού και κρατισμού. Δύο μεγάλες πράξεις-ορόσημα σε αυτή την περίοδο: η επέλαση της Treuhand στα υλικά και ανθρώπινα κεφάλαια των ανατολικών επαρχιών, με καπετάνιους τους Χ. Κολ και Β. Σόιμπλε, και οι νόμοι Hardt ή αλλιώς Ατζέντα 2010, με καπετάνιους του σοσιαλδημοκράτες Σρέντερ, Στάινμπρουκ και Στάινμαγιερ. Και ένα τροχιοδεικτικό για τη θέση της Γερμανίας στην Ευρώπη: το δοκίμιο Kerneuropa των Σόιμπλε-Λάμερς, το 1994. Η Kerneuropa – Πυρηνική Ευρώπη θα συγκροτείται από ικανούς και πρόθυμους δορυφόρους γύρω από τη Γερμανία —ένα σχέδιο που δεν διέλαθε της προσοχής του Πολωνοαμερικανού Ζ. Μπρεζίνσκι στο γνωστό βιβλίο του Μεγάλη Σκακιέρα, του 1996.

Ο μπίζνεσμαν Τραμπ

Ας δούμε την αμερικανική πλευρά. Η μεταπολεμική γραμμή των ΗΠΑ για την Ευρώπη είναι να κρατηθεί υπό την αμυντική ομπρέλα του ΝΑΤΟ και να προχωρά η πολιτική ενοποίηση της ΕΕ, διευρυνόμενη προς Ανατολάς μετά το 1990. Κεντρική μέριμνα των ΗΠΑ είναι ο έλεγχος της ευρασιατικής μάζας, δηλαδή, η μη εξάπλωση της Ρωσίας, και ει δυνατόν η αφαίρεση απ’ αυτήν υποστηριγμάτων, ζωνών επιρροής (Βαλκάνια) και εδαφικών ζωνών ασφαλείας (Ουκρανία). Η ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία είναι ένα άλλο πεδίο υψηλού ενδιαφέροντος. Σε κάθε περίπτωση, από τον 19ο αιώνα, πάγια επιδίωξη Άγγλων και Γάλλων, και στους καιρούς μας και Αμερικανών, είναι να αποτραπεί ο άξονας Γερμανίας-Ρωσίας.
Πρέπει να αναρωτηθούμε: η επιθετική στάση του Τραμπ έναντι της Γερμανίας έχει μόνο εμπορικά-οικονομικά ελατήρια; Αν ναι, μπορεί μια καταρχήν εμπορική αντιπαράθεση να προκαλέσει γεωστρατηγική μόχλευση; Αυθόρμητη απάντηση: η διόγκωση της αμυντικής βιομηχανίας είναι ισχυρό οικονομικό κίνητρο —το είδαμε με συμβόλαιο-μαμούθ μεταξύ ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας. Και σε αυτό τον τομέα οι ΗΠΑ διαθέτουν τεχνολογικό προβάδισμα. Ο μπίζνεσμαν Τραμπ, ενδεχομένως, χρησιμοποιεί τη στρατηγική απειλή για να αυξήσει τον όγκο και την κερδοφορία της βιομηχανίας του.

Ευρωπαϊκές δυσκολίες

Η Μέρκελ απαντά με «ευρωπαϊκό» μανιφέστο: κρύβεται λεκτικά πίσω από την Ευρώπη, αλλά ίσως θέλει να τη σύρει σε μια κοινή αμυντική πολιτική, που δεν είναι διόλου προφανής ή εύκολη υπό τις παρούσες συνθήκες. Ποιο κράτος μέλος της ΕΕ θα συμπλεύσει με μια γερμανικής εμπνεύσεως αμυντική ασπίδα; Ποια κράτη μέλη έχουν να συνεισφέρουν αμυντική ισχύ; Ποια θα παραμελήσουν το ΝΑΤΟ; Μάλλον όχι η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, η Φινλανδία, η Νορβηγία. Ούτε ο τραυματισμένος και δύσπιστος Νότος, που ενδιαφέρεται επίσης πρωτίστως για τη θάλασσα και τους εξωευρωπαϊκούς δύσκολους γείτονες.
Εδώ αρχίζουν οι μεγάλες δυσκολίες. Μπορεί άραγε η οικονομική Kerneuropa να σταθεί και αμυντικά, χωρίς τουλάχιστον την πυρηνική δύναμη Γαλλία και κάποια άλλα μεγάλα κράτη; Μπορεί να συναφθεί ένα ευρωπαϊκό αμυντικό σχέδιο με γερμανική χρηματοδότηση και ηγεμονία, χωρίς αυξανόμενη πολιτική ενοποίηση; Νοείται πολιτική ενοποίηση χωρίς μεταβιβάσεις πόρων; Πώς θα σταθεί αυτό το αμυντικό σχέδιο όχι μόνον απέναντι στη Ρωσία, που στοιχειώνει τις φοβίες των Μεσευρωπαίων, αλλά και απέναντι στην ταραγμένη και μεταβαλλόμενη Τουρκία, τα ασταθή Βαλκάνια, την φλεγόμενη Μέση Ανατολή, τη Β. Αφρική;
Είναι πολύ νωρίς ή και αδύνατον να κάνουμε οποιαδήποτε εκτίμηση. Στην παρούσα φάση, η Βρετανία παίρνει αποστάσεις από την Ευρώπη, άγνωστο σε ποιο βάθος. Αλλά δεν φαίνεται να αφίσταται από το ΝΑΤΟ, κάθε άλλο. Η διαφαινόμενη σκληρή στάση των Γερμανών στο διαζύγιο του Brexit δεν θα μπορεί να συνυπάρξει με διαζύγιο στο ΝΑΤΟ.
Η Γαλλία πιέζεται από τη Γερμανία. Χωρίς τη Γαλλία, όμως, δεν νοείται ούτε αμυντικό σχέδιο ούτε καν ΕΕ. Ο Νότος βρίσκεται σε ύφεση, υποφέρει από ανεργία και μετανάστευση, διελαύνεται από υπόγεια πολιτικά ρεύματα δυσαρέσκειας, που μπορεί να πυροδοτήσουν ευρωφοβικές και αντιγερμανικές εκρήξεις. Η Πολωνία και οι χώρες του Βίζεγραντ, εκτός ευρώ άλλωστε, έχουν σφραγιστεί ως φιλοαμερικανικές χώρες της Νέας Ευρώπης, και είναι διαρκείς οι προστριβές τους με τις Βρυξέλλες και η αποστροφή τους προς τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της ΕΕ.

Προνομιακή και ευάλωτη γεωγραφία

Ο κυνικός και τιμωρητικός τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε και χειρίζεται το Βερολίνο τις κρίσεις χρέους και τη δημοσιονομική πειθαρχία στην ευρωζώνη έχει εγκαταστήσει μια βαθιά δυσπιστία σε πολλούς ευρωπαϊκούς λαούς. Και η η δυσπιστία του παρόντος σε τραυματισμένους πληθυσμούς εύκολα τροφοδοτεί συνδέσεις με εφιάλτες του παρελθόντος. Σ’ αυτή την πολιτική και ανθρωπολογική γεωγραφία, ας δούμε επίσης τις μόλις συγκαλυμμένες απειλές από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, υπό μια διακυβέρνηση μάλιστα που δεν εγγυάται καμία προβλεψιμότητα.
Ασφαλώς, δεν πρόκειται για το τέλος της Δύσεως, όπως γράφεται για εντυπωσιασμό, αλλά μια τριβή τεκτονικών πλακών πρέπει να αναμένεται. Και η θέση η δική μας; Η Ελλάδα, πέραν της ιστορικής περιπέτειας της χρεοκοπίας, που μας σφραγίζει ψυχικά και πολιτικά υπό τους δυσμενέστερους όρους, διαθέτει μια προνομιακή όσο και ευάλωτη γεωγραφία. Παίζει κρίσιμο ρόλο σαν περιοχή σταθερότητας για τους εμπορικούς, ενεργειακούς και στρατηγικούς δρόμους που ενώνουν τρεις ηπείρους. Οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Κίνα, το Ισραήλ, η Γερμανία, για τους δικούς τους λόγους και με τον δικό τους τρόπο η καθεμία, επιθυμούν να βρίσκονται στη ΝΑ Μεσόγειο και την ελληνική χερσόνησο. Στο χέρι μας είναι να εκμεταλλευθούμε τα πλεονεκτήματά μας. Απαιτούνται σύνεση, μελέτη, σχεδιασμός και αποφασιστικότητα.

* Ο Ν. Ξυδάκης είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ, πρώην αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών και Πολιτισμού

πηγή: Εποχή