Facebooktwitter

Οι προγενέστεροι αναπτυξιακοί νόμοι, και φυσικά οι κυβερνήσεις που τους εμπνεύστηκαν, δεν στόχευαν στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας ώστε να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική. Διέπονταν από μια στρεβλή, μεροληπτική προς τους μεγαλοεπενδυτές και εγγενώς πελατειακή λογική που δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να επηρεάσει επί τα βελτίω τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας

Η σημερινή κυβέρνηση συχνά κατηγορείται ότι δεν διάκειται φιλικά προς τις επενδύσεις, σε αντιδιαστολή με τη φερόμενη ως «φιλοεπενδυτική» πολιτική των αντιπολιτευόμενων κομμάτων, που θεωρείται περίπου δεδομένη «κληρονομικώ δικαιώματι». Ας δούμε όμως τι συνέβαινε στην πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας ως ενδεικτικό παράδειγμα τους αναπτυξιακούς νόμους, που αποτελούν νομοθετήματα μεγάλης πολιτικής και δημοσιονομικής βαρύτητας, μέσω των οποίων ενισχύονται άμεσα περίπου το 10% των μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων της χώρας, ενώ εμμέσως περίπου το 30%.

Οι προηγούμενοι αναπτυξιακοί νόμοι επηρέασαν ελάχιστα τη διάρθρωση της οικονομίας γιατί χαρακτηρίζονταν από απουσία καθαρής στόχευσης και οράματος για το μέλλον της οικονομίας. Περιορίστηκαν σε έναν μηχανισμό παροχής επιδοτήσεων-ρευστότητας στην οικονομία, ενισχύοντας τους καθιερωμένους κλάδους αλλά διστάζοντας να θέσουν σαφείς κλαδικούς ή οριζόντιους στόχους. Είναι χαρακτηριστικό πως το 95% των επενδυτικών σχεδίων που εντάχθηκαν στους αναπτυξιακούς νόμους των προηγούμενων κυβερνήσεων (Ν. 2601/1998, Ν. 3299/2004, Ν. 3908/2011) ήταν χαμηλής και σχετικά χαμηλής τεχνολογίας. Υπήρξε δε μια υπερσυγκέντρωση επενδύσεων στους κλάδους των ΑΠΕ (ιδίως Φ/Β) και του τουρισμού, καθώς και συγκέντρωση των επιχορηγήσεων σε έναν ελάχιστο αριθμό επιχειρήσεων (μόλις 6 επιχειρήσεις έλαβαν το 8,1% του συνόλου των ενισχύσεων), ενώ η δημιουργία κάθε νέας θέσης εργασίας στις επενδύσεις αυτού του τύπου έφτασε να κοστίζει στο ελληνικό Δημόσιο έως και 323.000 ευρώ! Παράλληλα, οι πολιτικές ηγεσίες που εναλλάχτηκαν στην εξουσία πρόβαλλαν μια απολύτως πλασματική εικόνα μεγάλης «απορρόφησης» των κονδυλίων των Ν. 3299/2004 και Ν. 3908/2011, ενώ στην πραγματικότητα αυτή αφορούσε κυρίως χορηγήσεις προκαταβολών προς μεγάλες επιχειρήσεις και υψηλού κόστους επενδυτικά σχέδια, τη στιγμή που παραγκωνίζονταν εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια μικρών επιχειρήσεων.

Με λίγα λόγια, οι προγενέστεροι αναπτυξιακοί νόμοι, και φυσικά οι κυβερνήσεις που τους εμπνεύστηκαν, δεν στόχευαν στην αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας ώστε να γίνει περισσότερο ανταγωνιστική. Διέπονταν από μια στρεβλή, μεροληπτική προς τους μεγαλοεπενδυτές και εγγενώς πελατειακή λογική που δεν θα μπορούσε εξ ορισμού να επηρεάσει επί τα βελτίω τη διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας.

Ο στρεβλός σχεδιασμός, όμως, συνοδευόταν και από αντίστοιχα πλημμελή υλοποίηση του υποτιθέμενα «φιλο-επενδυτικού» θεσμικού πλαισίου, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα στους ίδιους τους επενδυτές. Οι διαδικασίες αξιολόγησης των επενδυτικών σχεδίων και παρακολούθησης της υλοποίησής τους αποδείχθηκαν στην πράξη εξαιρετικά προβληματικές και απαξιώθηκαν συστηματικά. Οι αξιολογητές των επενδυτικών προτάσεων υποαμείβονταν, ενώ οι κρίσεις τους επί των επενδυτικών προτάσεων δεν αξιολογήθηκαν ποτέ. Παρόμοιες αρρυθμίες παρατηρούνταν και στις διαδικασίες ελέγχου, ολοκληρώσεων και πληρωμών των επενδυτικών σχεδίων, καθώς η διενέργεια των ελέγχων γινόταν από μικρό αριθμό ελεγκτών χωρίς κατάρτιση και χωρίς καθοδήγηση στο έργο τους από την κεντρική υπηρεσία επιφέροντας με τη σειρά τους μεγάλες χρονικές καθυστερήσεις, τόσο κατά το στάδιο της ελεγκτικής διαδικασίας όσο και κατά την εκταμίευση των ενισχύσεων. Όλες αυτές οι αστοχίες του παρελθόντος και η απουσία αυστηρά δομημένων διαδικασιών αποτελούσαν συγχρόνως χρυσές ευκαιρίες διαφθοράς για τους επιτήδειους, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τα συστημικά κενά εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος.

Τις συνέπειες αυτής της κατ’ όνομα «φιλοεπενδυτικής» πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων κληθήκαμε το 2015 ως νέα κυβέρνηση να διαχειριστούμε και να θεραπεύσουμε. Να διεκπεραιώσουμε δηλαδή τις μακρόχρονες εκκρεμότητες των παλιότερων επενδυτικών νόμων που κρατούσαν ομήρους πλήθος επενδυτές και παράλληλα να δημιουργήσουμε ένα νέο αναπτυξιακό πλαίσιο για την επίτευξη ενός βιώσιμου, ανταγωνιστικού και κοινωνικά δικαιότερου μοντέλου ανάπτυξης, που θα αποτελέσει βασικό πυλώνα για την υλοποίηση του αναπτυξιακού σχεδιασμού της χώρας, όπως αυτή έχει πλέον αποτυπωθεί στην Εθνική Αναπτυξιακή Στρατηγική 2021. Στόχος είναι η αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας για την έξοδο από την κρίση, δίνοντας έμφαση σε τομείς που συμβάλλουν στην τεχνολογική αναβάθμιση της χώρας και στη βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς της, σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης γνώσης αξιοποιώντας όσο το δυνατό περισσότερο το υπάρχον αξιόλογο επιστημονικό δυναμικό. Με αυτόν τον τρόπο στοχεύουμε η χώρα μας να κατακτήσει μια καλύτερη θέση στον Διεθνή Καταμερισμό Εργασίας.

Ο αναπτυξιακός Νόμος 4399/2016 συντάχθηκε έπειτα από πολύμηνη διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, σε διαρκή επικοινωνία με την Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ε.Ε. και με την ουσιαστική συμμετοχή των αρμόδιων υπηρεσιών, η συσσωρευμένη τεχνογνωσία των οποίων παραγνωριζόταν κατά τη σύνταξη των παλιότερων νομοθετημάτων προς όφελος μεγάλων δικηγορικών και ελεγκτικών εταιρειών. Ήδη από το πρώτο έτος εφαρμογής του νέου αναπτυξιακού νόμου, η αλλαγή στο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας δείχνει τα πρώτα σημάδια υλοποίησης, καθότι η πλειονότητα των υποβληθέντων επενδυτικών προτάσεων (άνω του 50%) αφορά κλάδους της βιομηχανίας, ενώ το 58% αυτών έχουν αιτηθεί το κίνητρο της φοροαπαλλαγής, απομακρυνόμενες από την λογική των επιχορηγήσεων. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι το νέο θεσμικό πλαίσιο ενσωματώνει μια σειρά από καινοτομίες με συγκεκριμένη αναπτυξιακή στόχευση, όπως: α) το όριο που τίθεται στο ύψος της ενίσχυσης που δύναται να λάβει κάθε υπαγόμενο επενδυτικό σχέδιο, προκειμένου να διευρυνθεί η δεξαμενή των δικαιούχων, β) η κατά προτεραιότητα ενίσχυση επιχειρηματικών σχεδίων έντασης γνώσης, αυξανόμενης απασχόλησης και υψηλής προστιθέμενης αξίας, γ) η στόχευση στην επανεκβιομηχάνιση της χώρας με την παροχή ειδικών κινήτρων για την αξιοποίηση υφιστάμενων, αλλά σε αδράνεια, επιχειρήσεων και εξοπλισμού, δ) η αξιοποίηση νέων επιστρεπτέων χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως τα Ταμεία Συμμετοχών, για τη μέγιστη δυνατή μόχλευση δημόσιων κεφαλαίων με ιδιωτικά, ε) η σαφής έμφαση στην παροχή ενισχύσεων με φοροαπαλλαγές, για την ενίσχυση του αποτελέσματος και της απόδοσης της επένδυσης και την αποφυγή σώρευσης επιχειρήσεων «κουφαριών», στ) η ενθάρρυνση της συνεργασίας και των συγχωνεύσεων των επιχειρήσεων, ζ) η ενθάρρυνση της χρησιμοποίησης διατηρητέων κτηρίων, η) η μείωση του ελάχιστου κόστους του επενδυτικού σχεδίου, που επιτρέπει και σε πολύ μικρές επιχειρήσεις να απολαύσουν τα πλεονεκτήματα του αναπτυξιακού νόμου, θ) η δημιουργία μιας κατηγορίας ειδικών επενδύσεων βάσει κριτηρίων γεωγραφικής, δημογραφικής και αναπτυξιακής μειονεξίας (όπως η σχετικά αδύναμη θέση λόγω επιχειρηματικού μεγέθους και νεότητας), η οποία ενισχύεται πέραν και πάνω από οποιεσδήποτε άλλες επενδύσεις, ι) η απαίτηση μιας έστω κερδοφόρου χρήσης στα επτά τελευταία έτη πριν από την αίτηση υπαγωγής, ώστε να ευνοούνται οι συνεπέστεροι και να «τιμωρηθούν» οι συστηματικά φοροαποφεύγοντες, κ) η απλοποίηση και ψηφιοποίηση του συνόλου των διαδικασιών αξιολόγησης και ελέγχου των επενδυτικών σχεδίων για τη μείωση της γραφειοκρατίας και τη διασφάλιση της διαφάνειας.

Με τα δημοσιονομικά και οικονομικά αποτελέσματα των προηγούμενων αναπτυξιακών νόμων να είναι πλέον μετρήσιμα, η υιοθέτηση αυτοκριτικής διάθεσης από εκείνους που στο παρελθόν σχεδίασαν και υλοποίησαν τέτοιες κατ’ ουσίαν αντι-αναπτυξιακές και αντι-επενδυτικές στρατηγικές θα αποτελούσε ένα ελάχιστο δείγμα ανάληψης της πολιτικής τους ευθύνης. Αντιθέτως, γινόμαστε μάρτυρες της εξιδανίκευσης ενός παρελθόντος κάθε άλλο παρά άμεμπτου και επαινετού, το οποίο επέτεινε τις περιφερειακές ανισότητες, ενίσχυσε άκριτα τους λίγους εδραιωμένους παίκτες της αγοράς, σκόρπισε ανεξέλεγκτα το δημόσιο χρήμα και εν πολλοίς υποθήκευσε κάθε επόμενη προσπάθεια παροχής επενδυτικών κινήτρων. Ας μη συγχέουμε λοιπόν σκόπιμα την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης, η οποία ενθαρρύνει την υγιή επιχειρηματικότητα με στόχο την ανάπτυξη της χώρας, την εξάλειψη της ανεργίας, την κοινωνική δικαιοσύνη και τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων, με την δήθεν «φιλοεπενδυτική» αλλά ουσιαστικά αναποτελεσματική και πελατειακή πολιτική που υλοποιούνταν μέχρι πρότινος, χωρίς συγκεκριμένη στόχευση και με πολλά περιθώρια για εξυπηρέτηση λίγων «εκλεκτών». Η χώρα χρειάζεται ευρύτερες συναινέσεις και μια διαφορετική νοοτροπία για να μπορέσει να ξεφύγει από την βαθιά ύφεση ακολουθώντας ένα καινούριο πολιτικό-οικονομικό υπόδειγμα, αλλά η συστηματική προσπάθεια εξωραϊσμού του στρεβλού παρελθόντος σίγουρα δεν κινείται σε αυτήν την κατεύθυνση.

* Ο Λ. Λαμπριανίδης είναι γενικός γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων, υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης

πηγή: Αυγή