Facebooktwitter

«H ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι εμπόδιο στη διεύρυνσή του ούτε η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ απειλεί από μόνη της την αριστερή ταυτότητά του» τονίζει ο τέως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και νυν βουλευτής του Δυτικού Τομέα Αθηνών στην «Εφ.Συν.»

Η συνέντευξη του Γιάννη Δραγασάκη στην Εφημερίδα των Συντακτών στον Δημήτρη Τερζή (31/8/19):

Ανήκετε στην λεγόμενη «παλιά φρουρά», όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ, της Αριστεράς γενικότερα. Βασικά πολιτικά εργαλεία της Αριστεράς ήταν πάντα ο διάλογος και η αυτοκριτική. Θεωρείτε ότι αυτά τα δύο στοιχεία έχουν εφαρμοστεί όπως θα έπρεπε στο κόμμα; Έγινε η αυτοκριτική; Αναζητούνται τα αίτια της ήττας; Πέρα δηλαδή απ’ αυτό που ακούγεται συνέχεια, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να διαχειριστεί μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση

Αυτά που επισημαίνετε είναι  μεταξύ των καθηκόντων της νέας συγκυρίας. Και μάλιστα από τα πιο ουσιώδη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, βέβαια, δημιουργήθηκε ως «χώρος διαλόγου και κοινής δράσης» διαφορετικών ρευμάτων  της Αριστεράς. Ο διάλογος, συνεπώς, η κριτική και αυτοκριτική, είναι ταυτοτικά του στοιχεία. Τώρα όμως το ζητούμενο δεν είναι μια τυπική ή συνήθης διαδικασία κριτικής και αυτοκριτικής.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι  μια σοβαρή και συστηματική προσπάθεια αποτίμησης μιας πορείας που είχε χαρακτηριστικά τομής για την Αριστερά και την πολιτική ζωή  της χώρας. Είναι αναγκαία μια περαιτέρω και σε βάθος μελέτη των  αποτελεσμάτων των εθνικών, ευρωπαϊκών και αυτοδιοικητικών εκλογών.
Χρειαζόμαστε επίσης μια ανοιχτή συζήτηση και αποτίμηση για την περίοδο της διακυβέρνησης η οποία, εκτός των άλλων, θα πρέπει να αξιοποιηθεί και για τη διαμόρφωση του νέου κυβερνητικού προγράμματος.

Τέλος είναι αναγκαίος ένας συνολικότερος απολογισμός για την πυκνή δεκαετία 2009-2019 στην οποία ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκινώντας από μια πολύ χαμηλή αφετηρία αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστική δύναμη στην ελληνική κοινωνία και με σημαντικό ρόλο στην Ευρώπη.

Πρόκειται για μια σημαντική εργασία που πρέπει να γίνει με όρους εξωστρέφειας, με πολιτικούς όρους αλλά και επιστημονική υποστήριξη με στόχο να βγουν κοινά αποδεκτά συμπεράσματα και μαθήματα για το μέλλον.

Θεωρείτε ότι ως κόμμα υποτιμήσατε τη Ν.Δ. και τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Ήταν αρκετό το προεκλογικό αφήγημα ότι έρχεται ο σαρωτικός νεοφιλελευθερισμός της Δεξιάς για να πειστεί ο κόσμος να σας ψηφίσει; Μήπως κινηθήκατε στην αντίστοιχη λογική της Ν.Δ. του 2015 ότι «θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σας πάρουν τα σπίτια»;

Στα θέματα επικοινωνίας και επιμέρους πτυχών της κυβερνητικής τακτικής γίνεται ήδη μια πλούσια συζήτηση με ενδιαφέρουσες επισημάνσεις την οποία παρακολουθώ κι εγώ με ενδιαφέρον. Όμως η συζήτηση αυτή δεν πρέπει να μείνει σε επιμέρους χειρισμούς. Θα ήθελα να την εντάξω  σε δύο γενικότερες διαπιστώσεις.

Η πρώτη είναι ότι η κατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, όπως αποδείχθηκε, είναι βέβαια αναγκαία αλλά δεν είναι και επαρκής προϋπόθεση για την άσκηση αριστερής πολιτικής. Επιβεβαιώθηκε πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος του κόμματος, των δεσμών του με τη κοινωνία, η πολιτική συμμαχιών, η επαρκής προετοιμασία. Η αριστερή βούληση λοιπόν προσέκρουε πολλές φορές όχι μόνο σε εξωτερικούς περιορισμούς αλλά και σε δικά μας υποκειμενικά ελλείμματα.

Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι ο πολιτικός ανταγωνισμός δεν διεξάγεται μόνο μεταξύ κομμάτων αλλά και μεταξύ ευρύτερων συνασπισμών, αστερισμών, παρατάξεων. Αυτή η ιδέα ήταν δική μας. Όμως δεν την αξιοποιήσαμε, την εγκαταλείψαμε. Την αξιοποίησαν οι αντίπαλοι μας. Η ΝΔ δεν ήταν μόνη. Πέρα από τα ΜΜΕ, πέρα από οικονομικά μέσα, διέθετε ένα αστερισμό φίλιων δυνάμεων, «ειδικά ρυμουλκά» για δύσκολα κοινά, εστίες γνώσης και μελετών και πολλές μετωπικές οργανώσεις. Φαίνεται πως είναι κανόνας της πολιτικής: κερδίσαμε όταν μας υποτίμησαν χάσαμε όταν τους υποτιμήσαμε.

Οδηγούν αυτές οι διαπιστώσεις σε κάποια συμπεράσματα για το τι πρέπει να γίνει;

Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι η νέα συγκυρία, ενώ είναι αποτέλεσμα ήττας, μπορεί να λειτουργήσει και ως ευκαιρία για να διορθώσουμε λάθη, να αντιμετωπίσουμε ιδρυτικά ελλείμματα του ΣΥΡΙΖΑ, να εξοπλιστούμε για τις νέες προκλήσεις που είναι μπροστά μας.

Δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι στόχος του ΣΥΡΙΖΑ δεν πρέπει να είναι απλώς να ξαναγίνει κυβέρνηση αλλά πως, αγωνιζόμενος γι’ αυτό, θα δημιουργεί εκείνες τις προϋποθέσεις που θα του επιτρέψουν να ασκήσει πολιτική υπέρ της κοινωνίας και των λαϊκών τάξεων.

Τρίτο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκεί να μεγαλώσει ποσοτικά. Πρέπει να βελτιωθεί και ποιοτικά ώστε να μπορεί να ηγηθεί μιας ευρύτερης αριστερής προοδευτικής παράταξης, που έλκει δυνάμεις από το κέντρο ως την κομμουνιστική παράδοση, τη σοσιαλδημοκρατία, την πολιτική οικολογία, την κινηματική αριστερά, ριζοσπαστικοποιώντας ταυτόχρονα την έννοια και το περιεχόμενο του προοδευτικού προτάγματος.

Λίγο πριν τις εκλογές σε συνέντευξή σας είχατε πει ότι «έχουμε μπει σε δεκαετία ΣΥΡΙΖΑ», και πως ο λαός θα ανανέωνε την εντολή του στην κυβέρνησή σας. Η εντολή ανανέωσης δεν ήρθε. Παρ’ όλα αυτά, ισχύει το πρώτο σκέλος της δήλωσή σας; Μπορεί να επανέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία;

Είναι γεγονός ότι χρειαζόμασταν μια δεύτερη τετραετία αλλά δεν το πετύχαμε. Όμως αν δούμε τις εκλογικές επιδόσεις του ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και μετά διαπιστώνουμε ότι έχει διαμορφωθεί μια σχέση εκπροσώπησης στην οποία μια κοινωνική συμμαχία εργατικών και λαϊκών στρωμάτων αναγνωρίζει στον ΣΥΡΙΖΑ το κόμμα εκείνο που συνιστά τον κύριο εκφραστή των συμφερόντων της.

Επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε στις τελευταίες εκλογές μια ιδιαίτερη επιρροή στις νεότερες ηλικίες και γενικά στην ηλικιακή κατηγορία 17-35. Πρόκειται για δυναμικές κοινωνικές κατηγορίες που αποτελούν τα παραγωγικά στρώματα του μέλλοντος. Αυτά τα στοιχεία, αν αξιοποιηθούν με όρους πολιτικής, ιδεολογικής και οργανωτικής δουλειάς, δημιουργούν το έδαφος ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει ξανά πρώτο κόμμα. Βεβαίως οι σχέσεις ταύτισης και οι δεσμοί με τα κοινωνικά αυτά στρώματα είναι ακόμη υπό διαμόρφωση αλλά αυτές είναι οι προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ σε αυτή τη φάση τόσο με τη διεύρυνση όσο και με την πολιτική, την προγραμματική και τη λειτουργική αναβάθμιση  του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ οδεύει προς έναν μετασχηματισμό. Έχει γίνει ήδη αρκετή κουβέντα σχετικά με την «επόμενη μέρα». Από τις τοποθετήσεις στελεχών φαίνεται πως υπάρχουν δύο διαφορετικοί πόλοι στο κόμμα. Με δεδομένο ότι όλοι φαίνεται να συμφωνούν στην ανάγκη διεύρυνσης, αλλά να διαφωνούν στον τρόπο που θα γίνει αυτό, ποια είναι η δική σας άποψη στο θέμα;

Μπροστά σε μια τέτοια προσπάθεια, είναι φυσικό να υπάρχουν απόψεις, ερωτήματα, και προβληματισμοί. Δεν νομίζω όμως ότι υπάρχει μια τόσο κάθετη και πολωτική σχηματοποίηση. Έχουμε αρκετή πείρα στην αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων και σε κάθε περίπτωση υπάρχει κοινή βούληση να προχωρήσουμε συλλογικά και δημοκρατικά.

Άλλωστε στην πορεία, με ανοιχτή συζήτηση, πιστεύω πολλά θέματα θα αποσαφηνιστούν. Προσωπικά δεν θεωρώ πχ ότι η ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ είναι εμπόδιο στη διεύρυνσή του ούτε πιστεύω ότι η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ απειλεί από μόνη της την αριστερή  ταυτότητά του.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ιδρύθηκε ως υπέρβαση τόσο της κομμουνιστικής παράδοσης, όπως εφαρμόστηκε  στην πράξη, όσο και της σοσιαλδημοκρατικής. Φιλοδοξεί να καταστεί ένα νέο υπόδειγμα αριστερού πολιτικού κόμματος. Αυτό δεν είναι πρόβλημα αλλά κατάκτηση που πρέπει να αξιοποιηθεί.

Η οργανωτική διεύρυνση αλλά και η λειτουργική αναβάθμιση του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή το να είναι παρών και ριζωμένος παντού, το να έχουν τα μέλη, αλλά ακόμη και οι φίλοι του ΣΥΡΙΖΑ, λόγο και ρόλο και να γίνεται αυτό και με την αξιοποίηση ποικίλων μεθόδων και σύγχρονων τεχνολογιών, το να είναι ένα κόμμα μαζικό, νεανικό, λαϊκό, αριστερό, πράσινο και προοδευτικό, είναι κάτι που θα έπρεπε να είχαμε κάνει προ πολλού.

Δεν ζούμε λοιπόν κάποια μετάλλαξη ή «επανίδρυση» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μια δεύτερη φάση της ιδρυτικής του διαδικασίας για να καλύψουμε ελλείμματα εν πολλοίς ιδρυτικά, που δεν προλάβαμε ή δεν μπορέσαμε να αντιμετωπίσουμε, είτε διότι γίναμε κυβέρνηση, είτε διότι δεν το επέτρεπε η τότε σύνθεσή του, είτε διότι δεν είχαν ωριμάσει οι συνθήκες για κάποια από αυτά.

Ισχύει αυτό που ακούγεται αρκετά συχνά, ότι χωρίς τον Τσίπρα δεν θα υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ

Το τελευταίο διάστημα διαμορφώθηκαν κάποια δίπολα ή σχήματα χωρίς πραγματικό περιεχόμενο. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα. Όμως η πορεία του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ είναι τόσο αλληλένδετη και η σχέση είναι τόσο οργανική που δεν μπορεί να διαχωριστεί. Και σήμερα, ο Τσίπρας, αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο ως ηγέτης της ευρύτερης δημοκρατικής παράταξης ακριβώς γιατί είναι αδιαφιλονίκητος ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ.

Η Ν.Δ. μέσα σε δύο μήνες έχει δώσει σαφή δείγματα της πολιτικής της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως αντιπολίτευση πλέον, και έχοντας πίσω του την κυβερνητική εμπειρία, πώς πρέπει να κινηθεί;

Οι βασικοί προεκλογικοί στόχοι της κυβέρνησης έχουν ήδη ξεθωριάσει, εγκαταλείπονται ή παραπέμπονται στο απροσδιόριστο μέλλον. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι το διεθνές περιβάλλον ενδέχεται να επιδεινωθεί και αυτό θα κάνει τα πράγματα πιο δύσκολα. Γι’ αυτό ρίχνει το βάρος της στο πόλεμο κατά του ΣΥΡΙΖΑ και στον έλεγχο του κράτους. Επιχειρεί να ενοποιήσει και να θέσει υπό τον έλεγχο της πελατειακά δίκτυα και μηχανισμούς διαπλοκής του παλαιού δικομματισμού, στο σύνολο του. Γι’ αυτό θέλει ένα κράτος κομματικό και κλειστό, ιδίως σε ευαίσθητους τομείς, όπως η επιτροπή ανταγωνισμού.

Η αντιπολίτευση μας θα παίρνει ποικίλες μορφές όμως δεν θα πρέπει να στηρίζεται σε πυροτεχνήματα. Πρέπει να δημιουργεί σταθερές, πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Άρα πρέπει να είναι, ουσιαστική, συστηματική, επίμονη, να γίνεται με όρους βουλής αλλά και κοινωνίας στη βάση των δικών μας αξίων και  πολιτικών.