Facebooktwitter

Με την ατζέντα της κυβέρνησης της ΝΔ αναλυτικά παρουσιασμένη εδώ και μία εβδομάδα στη Θεσσαλονίκη και το “αναπτυξιακό νομοσχέδιο” κατατεθειμένο, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος αντιπαραθέτει στην κυβερνητική πολιτική τις ενστάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σκιαγραφεί την αντιπολιτευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ.

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης έδωσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Δημήτρης Τζανακόπουλος. Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στις θέσεις που παρουσίασε ο κ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ, σχολιάζοντας ότι η κυβέρνηση εξέπεμψε μια ταξική πολιτική, ειδικά με τις ρυθμίσεις της για τα εργασιακά. Παράλληλα ανέφερε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να έχει βασικό ρόλο στην απόκρουση αυτών των παρεμβάσεων της κυβέρνησης στον εργασιακό τομέα, τονίζοντας πάντα ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας οδηγεί σε διεύρυνση των ανισοτήτων.

Ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ ισχυρίστηκε ότι ήταν επιλογή του να μη μιλήσει γενικά πολιτικά. Η ομιλία ηγέτη της συντηρητικής παράταξης ήταν τραγικά πεζή, χωρίς όραμα και μακρο-σχέδιο. Ήθελε να αποφύγει να μιλήσει για θέματα προβληματικά, πχ για εξωτερική πολιτική, Ευρώπη, αναπτυξιακό μοντέλο, Μακεδονικό, μεταναστευτικό κ.ά;
Πράγματι, η ομιλία του κ. Μητσοτάκη στη ΔΕΘ είχε αυτόν τον χαρακτήρα που επισημαίνεται. Μια ομιλία που περιορίστηκε αποκλειστικά στα ζητήματα της οικονομίας και μάλιστα με βασικό γνώμονα όχι την ουσία, αλλά την επικοινωνία.
Αυτό είναι κάτι που παρατηρείται αυτούς τους δύο μήνες κατά κόρον στον τρόπο που ιεραρχούνται οι κυβερνητικές προτεραιότητες. Δεν έχει κυρίως σημασία το τί κάνουμε αλλά πώς θα το παρουσιάσουμε, ώστε να δείξουμε ότι είμαστε αποτελεσματικοί και ταχύτατοι. Και σε αυτό τα μέσα μαζικής ενημέρωσης νομίζω ότι παίζουν κεντρικό ρόλο, αφού δεν αποκωδικοποιούν τις παρεμβάσεις και τις πρωτοβουλίες, δεν αναδεικνύουν τυφλά σημεία, δεν εντοπίζουν κοινωνικές στοχεύσεις, αλλά, αντίθετα, αναπαράγουν απλώς το λόγο της κυβέρνησης για τον εαυτό της.
Και βεβαίως είναι ορθή η επισήμανση ότι ο κ. Μητσοτάκης απέφυγε να μιλήσει για την Ευρώπη, για τους θεσμούς, για το μεταναστευτικό, όπως επίσης και για την εξωτερική πολιτική και κυρίως τη Συμφωνία των Πρεσπών. Ο λόγος είναι νομίζω προφανής. Σχετίζεται με τις αντιφάσεις της κυβέρνησης σε αυτούς τους τομείς, αλλά και με το γεγονός ότι ο κ. Μητσοτάκης δεν θέλει να έρθει, ρητά τουλάχιστον, σε σύγκρουση με τον αντιπολιτευτικό εαυτό του. Διότι στο προσφυγικό λ.χ, αλλά και στη συμφωνία των Πρεσπών, επέλεξε να αντιπολιτευτεί από τη σκοπιά της ακροδεξιάς και του λαϊκισμού και σήμερα όσα έλεγε έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα που έχει να διαχειριστεί. Και τούτο είμαι απολύτως βέβαιος ότι δεν θα αργήσει να φανεί.
Όμως, νομίζω ότι δεν είναι ορθό να λέμε ότι δεν παρουσίασε μακρο –σχέδιο τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την οικονομία και το αναπτυξιακό μοντέλο. Το αντίθετο πιστεύω ότι ισχύει. Πέρα από τους ευφημισμούς, τις οργουελικές λεκτικές αντιστροφές, αλλά και την φαινομενική απουσία συνοχής, που σχετίζεται κυρίως με τον τρόπο συνάρθρωσης και γραφής της ομίλιας του, το σχέδιό του έγινε σαφές: καθαρός, ατόφιος νεοφιλελευθερισμός σε όλα τα πεδία. Ελάφρυνση των μεγάλων και πολύ μεγάλων επιχειρήσεων, ιδιωτικοποιήσεις, μοντέλο ανάπτυξης βασισμένο στις κατασκευές, απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, αδιαφορία για το περιβάλλον. Νομίζω ότι όλα αυτά συνθέτουν τον πυρήνα του σχεδίου του, που δεν είναι τίποτα περισσότερο από επανάληψη μιας πολιτικής όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων, μιας πολιτικής που οδηγεί ξανά, αργά ή γρήγορα, στην κρίση.

Ποια, λοιπόν, η ανάγνωση του ΣΥΡΙΖΑ των θέσεων που παρουσίασε ο Κ. Μητσοτάκης στη Θεσσαλονίκη; Ποιο το κύριο στοιχείο τους, ο προσανατολισμός τους;
Θα σας αναφέρω δύο τρία απτά παραδείγματα, για να εξηγήσω όσα σχηματικά είπα λίγο πριν: στα εργασιακά, μετά τις δύο πραξικοπηματικές τροπολογίες Βρούτση, που κατήργησαν δύο εμβληματικές ρυθμίσεις του ΣΥΡΙΖΑ, βάσιμο λόγο απόλυσης αλλά και προστασία των εργολαβικών εργαζομένων, ο κ. Μητσοτάκης στη ΔΕΘ παρουσίασε τις επόμενες πρωτοβουλίες που θα πάρει και οι οποίες εξειδικεύτηκαν στο νομοσχέδιο που αναρτήθηκε προχτές στη δημόσια διαβούλευση. Πρόκειται για την κατάργηση της υποχρέωσης προδήλωσης των υπερωριών, αλλά και την ουσιαστική ακύρωση της αποτελεσματικότητας των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Ξέρετε, μετά τη ρύθμιση για την προδήλωση των υπερωριών στις τράπεζες μόνο δηλώθηκαν 6 εκ. περισσότερες υπερωρίες μέσα σε ένα χρόνο. Τούτο σημαίνει ότι γυρνάμε πίσω στο καθεστώς της απλήρωτης εργασίας. Ενώ με τη δυνατότητα που δίνει το νέο νομοσχέδιο στις επιχειρήσεις να εξαιρούνται από τις κλαδικές συμβάσεις στην ουσία καταργείται τόσο η αρχή της επεκτασιμότητας όσο και η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Και εδώ έχουμε την αποθέωση της νεοφιλελεύθερης ιδέας ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας (πρέπει να) λειτουργεί ως επενδυτικό κίνητρο.
Ένα δεύτερο παράδειγμα αφορά τη φορολογική πολιτική όπου ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να χρησιμοποιήσει τις νέες δημοσιονομικές δυνατότητες που στην ουσία δημιουργήθηκαν επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για να ελαφρύνει τις μεγάλες και πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και όχι την κοινωνική πλειοψηφία. Στην πραγματικότητα εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες της οικονομίας για να κάνει δώρα στους φίλους του.
Ενώ ένα τρίτο παράδειγμα φυσικά αφορά τη ΔΕΗ. Και εκεί, από την πρώτη στιγμή, η κυβέρνηση επέλεξε να απαξιώσει την εταιρεία, ενώ προσανατολίζεται στην ιδιωτικοποίηση του ΔΕΔΔΗΕ, που στην πραγματικότητα αποτελεί το φιλέτο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα πολύ συγκροτημένο σχέδιο για τη διάλυση της εταιρείας και για την παραχώρησή της σε ιδιώτες.
Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε και άλλα παραδείγματα, όπως η επέκταση των εξορύξεων χρυσού στη Θράκη ή διαχείριση της επένδυσης στο Ελληνικό, που γίνεται καταφανώς σε βάρος του ελληνικού δημοσίου. Όμως νομίζω ότι το νόημα είναι σαφές. Έχουμε να κάνουμε με ένα σχέδιο βαθιά ταξικό, αντεργατικό, αντικοινωνικό, ένα σχέδιο κρατικοδίαιτης επιχειρηματικότητας και αδιαφάνειας, που μας γυρίζει πίσω στις χειρότερες παραδόσεις του παλιού πολιτικού καθεστώτος και τις μαύρες μέρες της μνημονιακής τετραετίας 2010-2014.

Μπορούν να αποτραπούν τα σχέδια της κυβέρνησης

Πράγματι, στη ΔΕΘ η κυβέρνηση εξέπεμψε μια ταξική πολιτική, κυρίως με τα σχέδιά της για τα εργασιακά, αλλά όχι μόνο. Πώς θα συνεισφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ στις κοινωνικές δυνάμεις για να τα αποτρέψει;
Νομίζω ότι το πεδίο των εργασιακών σχέσεων και των μισθών θα είναι ένα από τα κύρια πεδία ανάπτυξης κοινωνικών αγώνων το επόμενο διάστημα. Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν, πέρα από την αποκάλυψη των στοχεύσεων και την επιθετική επισήμανση των αποτελεσμάτων που θα έχουν οι παρεμβάσεις της ΝΔ στην αγορά εργασίας, οφείλει να επιδιώξει να συνδεθεί οργανικά με κινήσεις εργαζομένων, συλλογικότητες, πρωτοβάθμια σωματεία και να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στην απόκρουση αυτών των παρεμβάσεων. Την ίδια στιγμή οφείλει να δώσει και τον ιδεολογικό αγώνα. Να τονίζει διαρκώς ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας οδηγεί σε διεύρυνση των ανισοτήτων, αλλά και ότι δεν πρέπει να υιοθετήσουμε ένα αναπτυξιακό μοντέλο στο οποίο η απορρύθμιση να λογίζεται ως αναπτυξιακό κίνητρο. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα του νεοφιλελευθερισμού και αυτή την ιδέα πρέπει να την πολεμήσουμε με κάθε τρόπο.

Αυτό που παρατηρούμε, και μετεκλογικά, είναι η ικανότητα της ΝΔ να συγκροτεί και να συγκρατεί ένα ετερογενές μείγμα δυνάμεων από το πολιτικό – έστω, ακραίο – κέντρο έως τη νέα ακροδεξιά ή την παλαιά δεξιά ή τη σύγχρονη δεξιά. Πώς εξηγείται; Μπορεί να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου;
Νομίζω ότι μετά την περίοδο πολιτικής ρευστότητας που προκάλεσε το Μνημόνιο, βλέπουμε τα πρώτα σημάδια υπέρβασης της κρίσης αντιπροσώπευσης, που οδήγησε και στην ολική αναδιαμόρφωση των πολιτικών συσχετισμών τα προηγούμενα χρόνια. Πλέον διαμορφώνονται δύο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις ξανά στην χώρα που δεν έχουν όμως τα ίδια χαρακτηριστικά που είχαν την προμνημονιακή περίοδο. Ο προοδευτικός – δημοκρατικός – αριστερός χώρος με πολύ πιο καθαρό όμως ταξικό πρόσημο εκφράζεται μέσω του ΣΥΡΙΖΑ ενώ ο άλλος πόλος αποτελεί ένα υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και άκρας δεξιάς με μπόλικη δόση αριστοκρατικής αλαζονείας και ιδιοκτησιακού συνδρόμου. Αυτή η υβριδική φύση της Νέας Δημοκρατίας νομίζω ότι θα μπορούσε να εξηγήσει, έστω προκαταρκτικά τη δυνατότητά της αυτή τη στιγμή να συσπειρώνει δυνάμεις από το ακραίο κέντρο μέχρι την άκρα δεξιά.
Ποια από τις δύο πολιτικές παρατάξεις θα κυριαρχήσει τελικά και πώς θα πολωθούν στη μια ή την άλλη πλευρά ενδιάμεσες πολιτικές δυνάμεις, ιδεολογικά ρεύματα και κοινωνικές τάξεις, είναι ζήτημα που δεν μπορεί να προεξοφληθεί. Σχετίζεται με την ειδική ικανότητα κάθε πολιτικής δύναμης να παράξει πολιτικό λόγο και να κυριαρχήσει στο ιδεολογικό πεδίο. Άρα εξαρτάται από μας σε μεγάλο βαθμό η αντοχή της κοινωνικής και πολιτικής συμμαχίας, που αυτή τη στιγμή συγκροτεί τη βάση της Νέας Δημοκρατίας.
Αυτό που νομίζω λοιπόν ότι έχει περισσότερο ενδιαφέρον είναι να σκεφτούμε συλλογικά πώς ο ΣΥΡΙΖΑ θα συγκροτήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες τέτοιες ώστε να αποδιαρθρωθούν οι αντίστοιχες συμμαχίες της ΝΔ. Και εδώ νομίζω ότι το άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ, η δυνατότητα του να αφεθεί να σφραγιστεί από τις κοινωνικές δυνάμεις που τον επέλεξαν για να τις εκπροσωπεί στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο, αν τελικά υπάρχει τέτοιο, είναι καίριας σημασίας.

Άλλαξε η στρατηγική για τα πλεονάσματα;

Σε συνέντευξή σου κατηγόρησες τη ΝΔ ότι, εγκαταλείποντας τη διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ για τα πλεονάσματα, επιλέγει «άλλη στρατηγική διατηρώντας τα υψηλά πλεονάσματα». Καταρχάς, ήταν αρκούντως προχωρημένη η διαπραγμάτευση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ; Δεύτερον, ποια η «άλλη στρατηγική» που ανέφερες;
Η επιλογή που είχε κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν να δημιουργήσει έναν καταπιστευματικό λογαριασμό αξιοποιώντας την αυξημένη ρευστότητα του ελληνικού δημοσίου. Αυτός ο λογαριασμός θα λειτουργούσε ως εγγύηση προς τους δανειστές ότι το επιτοκιακό κόστος του ελληνικού χρέους (περίπου 5,5 δισ. ευρώ το χρόνο), το οποίο με βάση τη συμφωνία ρύθμισης πρέπει να καλύπτεται από τα πρωτογενή πλεονάσματα κάθε έτους, θα εξυπηρετούνταν σε κάθε περίπτωση. Με αυτή την έννοια, δεν υπήρχε θέμα αλλαγής της συμφωνίας με τους θεσμούς και άρα δεν τίθεται εδώ και θέμα διαπραγμάτευσης.
Η ΝΔ επέλεξε, αντίθετα, να ακολουθήσει άλλη στρατηγική: στην πραγματικότητα χρησιμοποιεί την δήθεν διαπραγμάτευση που δήθεν θα κάνει για μείωση πρωτογενών πλεονασμάτων το 2021 ως μοχλό νομιμοποίησης σκληρών μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας και στο κράτος. Τι λέει δηλαδή; Αφήστε με να κάνω την πολιτική του ΔΝΤ χωρίς το ΔΝΤ, διότι αυτός είναι ο τρόπος να αποκτήσω αξιοπιστία και να μειώσω στο μέλλον τα πρωτογενή πλεονάσματα. Έχουμε εδώ να κάνουμε με μια παραλλαγή της μνημονιακής τεχνολογίας εξουσίας, επιβολής και νομιμοποίησης αντικοινωνικών πολιτικών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση της ΝΔ «τρώει από τα έτοιμα». Δεν σας φοβίζει όμως ότι τα εμφανίζει όλα δικά της επιτεύγματα ακόμη και την κατάργηση των Capital Controls ή τη δυνατότητα εξαγοράς ακριβού χρέους του ΔΝΤ, τις 120 δόσεις κτλ, χωρίς ιδιαίτερες αντιρρήσεις;
Επιτρέψτε μου να προσθέσω και τον ΕΝΦΙΑ. Διότι η μείωση για μικρές και μεσαίες περιουσίες ήταν μέτρο του ΣΥΡΙΖΑ. Ο κ. Μητσοτάκης επιβάρυνε τον προϋπολογισμό με άλλα 250 εκ. ευρώ – που τώρα βέβαια υπάρχουν ενώ πριν δεν υπήρχαν γιατί ήταν κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ- επιβάρυνε, λοιπόν, τον προϋπολογισμό για να ελαφρύνει τους φίλους του με ακίνητες περιουσίες άνω του 1 εκ. ευρώ. Παρόλα αυτά, η ελάφρυνση παρουσιάστηκε σαν μέτρο της νέας κυβέρνησης.
Τα ΜΜΕ παίζουν κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτικής της ΝΔ, αλλά και της νομιμοποίησης ακραίων επιλογών της. Πρόκειται για τεράστιο θέμα, που αφορά τη λειτουργία των θεσμών αλλά και την ίδια τη δημοκρατία: Έχουμε να κάνουμε με τη διαπλοκή σε ενισχυτή.
Το θέμα είναι πώς απαντάμε εμείς. Και η γνώμη μου είναι ότι ακριβώς αυτή η κατάσταση κάνει ακόμη επιτακτικότερο το άμεσο άνοιγμα του ΣΥΡΙΖΑ στις κοινωνικές δυνάμεις που τον στήριξαν. Είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας όχι μόνο για το ΣΥΡΙΖΑ αλλά για την ίδια τη δημοκρατία.

Η αντιπολιτευτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ

Με την εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ αναμένεται ότι η στρατηγική αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ θα ξεκαθαρίσει. Ωστόσο, έως τώρα παρουσίασε κενά, ιδιαίτερα ως προς την αντιμετώπιση της «αποτελεσματικότητας», επίφασης «γρηγοράδας» της ΝΔ, «τεχνοκρατικής επάρκειας» και άλλα πολλά.
Δεν νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα έχει επισημάνει όλα αυτά. Έχουμε εδώ να κάνουμε και πάλι με το θέμα που συζητούσαμε προηγουμένως. Τον τρόπο που τα ΜΜΕ δέχονται άκριτα ως αληθή τον λόγο της κυβέρνησης για τον εαυτό της. Πολλά δελτία ειδήσεων περισσότερο λιβανίζουν, πλέον παρά λένε ειδήσεις. Ας είναι. Η γνώμη μου είναι ότι είναι πολύ νωρίς για να βγουν πολιτικά συμπεράσματα για τα αποτελέσματα που παράγουν οι επικοινωνιακοί κομπασμοί της ΝΔ. Τα πάντα θα κριθούν, όπως πάντα άλλωστε αλλού. Στις κοινωνικές συμμαχίες, στους όρους ζωής, στην πολιτική και όχι στο εικονικό σύμπαν των δελτίων ειδήσεων. Διότι, σε τελευταία ανάλυση, μπορεί κανείς να είναι πολύ γρήγορος και αποτελεσματικός στη διεύρυνση των ανισοτήτων, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη δημιουργία ενός νέου καθεστώτος της δεξιάς, την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την καταστρατήγηση των θεσμών αλλά δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο βγαίνει τελικά σε καλό.

Το άνοιγμα μιας συζήτησης για το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ από το βράδυ μάλιστα της Κυριακής των εκλογών, προκάλεσε μια συζήτηση άκαιρη, με σχετική εσωστρέφεια κ.τ.λ. Και αυτό παρά τη συνθετική κατάληξή της. Πόσο ευθύνεται αυτό για τις αρρυθμίες της αντιπολίτευσης;
Δεν ξέρω αν η συζήτηση ήταν άκαιρη ή εσωστρεφής. Αυτό που δεν ήταν σίγουρα άκαιρο και σίγουρα καθόλου εσωστρεφές, ήταν η πρωτοβουλία του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ να θέσει το θέμα της αναγκαιότητας για το άνοιγμα του κόμματος. Και μάλιστα να το θέσει επιθετικά και επιτακτικά. Διότι ο κόσμος εμπιστεύτηκε τον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα είναι σειρά του ΣΥΡΙΖΑ να εμπιστευτεί τον κόσμο. Να αφεθεί να σφραγιστεί από τη συλλογική ευφυία του, από την επινοητικότητα του, από την φρεσκάδα του, από την διαθεσιμότητά του και πάνω από όλα από την επιθυμία του να μην κυβερνάται από τη ΝΔ. Νομίζω ότι πρέπει να αφήσουμε στην άκρη την αμυντική σκοπιά στο θέμα αυτό. Να αφεθούμε στην κίνηση, τη διάθεση και την αποφασιστικότητα των δυνάμεων που στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, που τον βλέπουν σαν όχημα των δικών τους επιθυμιών και προσδοκιών. Να αφήσουμε στην άκρη τους δυτικοκεντρικούς διαχωρισμούς μεταξύ του μέσα και του έξω. Έχουμε αυτή τη στιγμή ένα μομέντουμ για να δημιουργήσουμε ένα κόμμα μαζικό, σύγχρονο, με κοινωνικό έρμα. Και το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούμε να είμαστε αποτελεσματικοί σε αυτό, αν μείνουμε προσκολλημένοι σε μια υποτιθέμενη καθαρή παράδοση, σε μια υποτιθέμενη καθαρή και απαστράπτουσα ταυτότητα. Πρέπει να πάρουμε το καλύτερο που μπορούν να μας δώσουν όλες οι ριζοσπαστικές, οι προοδευτικές, οι αριστερές παραδόσεις.

Πώς βλέπεις τη διαδρομή έως το συνέδριο του κόμματος, τι θα το έκανε επιτυχημένο κατά τη γνώμη σου;
Η διαδρομή προς το συνέδριο πρέπει να είναι μια διαδρομή διαρκούς ανοίγματος. Συζήτησης, προβληματισμού, αναστοχασμού, αλλά την ίδια στιγμή και σχεδιασμού: αντιπολιτευτικού σχεδιασμού, αλλά και σχεδιασμού για την επόμενη μέρα. Έχουμε ανάγκη ένα συνέδριο μαζικό, ανοιχτό στις κοινωνικές δυνάμεις, ανοιχτόμυαλο, επινοητικό. Όχι συνέδριο μηχανισμών, όχι συνέδριο εσωστρέφειας.

Ορισμένες πράξεις της κυβέρνησης αποπνέουν ήδη το άρωμα μιας συντηρητικής και οπισθοδρομικής δεξιάς. Στα θέματα των δικαιωμάτων, της εργασίας, των θεσμών, της καταστολής, της παιδείας, του περιβάλλοντος κ.ά. Παράδοση της κλασικής αριστεράς ήταν, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να αφήνει χώρο και να υποβοηθάει ακτιβιστές, αυτοδιοικητικούς, διανοούμενους, επιστήμονες, καλλιτέχνες, συνδικαλιστές να προσπαθούν, αυτόνομα και οργανωμένα, να προλάβουν ολέθρια βήματα οπισθοδρόμησης κινητοποιώντας τους πολίτες. Πχ απόψεις όπως αυτές της κ. Κεραμέως για την Ιστορία δεν αφορούν μόνο εμάς, τις αριστερές και αριστερούς. Τι θα πράξετε;
Πάλι γυρνάμε στο ίδιο σημείο. Στο άνοιγμα του κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ πλέον αποτελεί τον κατεξοχήν πολιτικό πόλο έκφρασης του αντι- εθνικισμού, των δικαιωματικών διεκδικήσεων, των διεκδικήσεων του κόσμου της εργασίας, της μάχης κατά του ιστορικού αναθεωρητισμού, αλλά και κάθε προοδευτικής ιδέας που ανθίζει αυθόρμητα από την ίδια την κοινωνική κίνηση. Δεν μονοπωλεί όμως αυτές τις ιδέες, αλλά τις υποδέχεται και διαμορφώνεται από αυτές. Είναι ακριβώς αυτή την ιδιαιτερότητα του ΣΥΡΙΖΑ, του γεγονότος ότι δεν είναι προσκολλημένος σε μια και μόνο ταυτότητα, αλλά αντίθετα είναι ρευστός και διαμορφώσιμος διαρκώς – χωρίς όμως να είναι ασπόνδυλος – που πρέπει να αξιοποιήσουμε, ώστε να είμαστε αποτελεσματικοί στη μάχη των ιδεών. Υπάρχει πολύ μεγάλος πλούτος τόσο μέσα όσο και έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ και πρέπει να τον αξιοποιήσουμε ώστε να αντιπαρατεθούμε με τις ακραίες αυτές όψεις του λόγου και της πρακτικής της ΝΔ.

Οι εμπειρίεςαπό την αριστερά στην κυβέρνηση

Η κυβέρνηση με κορμό ένα κόμμα της Αριστεράς ήταν μοναδικό παράδειγμα στην Ευρώπη. Υπάρχει μια πολύτιμη πείρα. Δεν θα έπρεπε να μελετηθεί από τις ευρύτερες αριστερές και κινηματικές δυνάμεις με πρωτοβουλία του ΚΕΑ και του ΣΥΡΙΖΑ;
Πράγματι, η εμπειρία είναι τεράστια. Μάθαμε και καταλάβαμε πάρα πολλά κατά την περίοδο της διακυβέρνησης. Πολλές φορές λέω ένα παράδειγμα από τη δική μου εμπειρία. Ο Νίκος Πουλαντζάς αναλύει στο Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός την έννοια της στρατηγικής επιλεκτικότητας του κράτους. Τι σημαίνει αυτό; Ότι η δημόσια διοίκηση στο σύγχρονο κράτος αυτονομείται από τους πολιτικούς προϊσταμένους της και ανεξαρτήτως των ιεραρχήσεων ή του προσανατολισμού που αυτοί δίνουν, υλοποιεί μια δική της πολιτική. Έτσι λοιπόν οι εντολές φιλτράρονται, αποσιωπώνται ή ακόμα και ακυρώνονται από μια αυτονομημένη δημόσια διοίκηση, που δίνει το δικό της ρυθμό και το δικό της στίγμα στο σύγχρονο καπιταλιστικό κράτος. Ε, λοιπόν αυτή τη θεωρητική επεξεργασία είναι σχεδόν αδύνατον να την κατανοήσεις σε όλο της το βάθος αν δεν έχεις ασκήσει κυβερνητικά καθήκοντα. Υπάρχουν πολλά ακόμα παραδείγματα και εμπειρίες από τις διαπραγματεύσεις με τους θεσμούς και από την καθημερινή διακυβέρνηση, που μπορούν να πλουτίσουν τόσο τη θεωρία όσο και την πρακτική της αριστεράς και όλων των συλλογικοτήτων χειραφέτησης. Επομένως, όχι μόνο συμφωνώ αλλά και επαυξάνω ότι αυτή η μελέτη στην Ευρώπη και την Ελλάδα είναι επιτακτικό να ξεκινήσει άμεσα. Τα πρόσφατα εξάλλου βιβλία του Α. Μπαλτά αλλά και του Κ. Δουζίνα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση.

πηγή: Εποχή