Facebooktwitter

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη υποσχέθηκε φοροελαφρύνσεις, αλλά τελικά επιβαρύνει κι άλλο τους φορολογούμενους χρησιμοποιώντας το… πλαστικό χρήμα ως τρικ. Ετσι, ενώ μιλά για μείωση φόρου για εισόδημα π.χ. ως τα 10.000 ευρώ (στα 122 από 300€), αυτό θα ισχύει μόνο αν το 30% (3 χιλιάδες ευρώ!) των εξόδων αφορά ηλεκτρονικές συναλλαγές – σε αυτές όμως δε θα συμπεριλαμβάνονται η συντριπτική πλειοψηφία των εξόδων του, δηλαδή το ενοίκιο και οι λογαριασμοί του!

Σε ακύρωση στην πράξη της κατάργησης της μείωσης του αφορολογήτου που πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ προχωρά η κυβέρνηση Μητσοτάκη, χρησιμοποιώντας ως «Δούρειο Ίππο» την αύξηση – στο 30% από 10% των εξόδων – των συναλλαγών που πραγματοποιούν ηλεκτρονικά οι φορολογούμενοι.

Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι για να διατηρήσει ο φορολογούμενος το σημερινό αφορολόγητο, των 8.636 ευρώ, θα πρέπει να έχει το 30% του εισοδήματός του σε ηλεκτρονικές συναλλαγές. Εδώ όμως μπαίνει ένα καίριο ερώτημα: Πώς ακριβώς θα το κάνουν αυτό άνθρωποι με ετήσιο εισόδημα 8-9.000 ευρώ, όταν στις ηλεκτρονικές συναλλαγές δε θα μπορούν να συμπεριλαμβάνεται η συντριπτική πλειοψηφία των εξόδων του; Δε θα μπορεί να βάζει μέσα το ενοίκιό του και τους λογαριασμούς ΔΕΚΟ;

Ένα μέσο ενοίκιο 400 ευρώ το μήνα σημαίνει ότι από τα 9.000 ευρώ, τα 4.800 του ενοικίου δεν θα συνυπολογίζονται. Όπως επίσης δε θα συνυπολογίζονται στις ηλεκτρονικές συναλλαγές οι λογαριασμοί ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, φυσικού αερίου κ.ο.κ. Τα χρήματα που απομένουν δεν αποτελούν καν το 30% του εισοδήματος για να μπορέσει να κάνει ο φορολογούμενος τις απαιτούμενες ηλεκτρονικές συναλλαγές.

Τι προβλέπεται

Ο εισαγωγικός συντελεστής θα διαμορφωθεί στο 9% και θα αφορά εισοδήματα έως 10.000 ευρώ, ενώ πάνω από αυτόν θα υπάρχουν τουλάχιστον 5 φορολογικά κλιμάκια. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης, ότι ο φόρος εισοδήματος για έναν μισθωτό χωρίς παιδιά με ετήσιο εισόδημα 10.000 ευρώ, από 300 ευρώ που ανέρχεται σήμερα, θα μειωθεί στα 122,76 ευρώ – θα έχει δηλαδή φορολογικό όφελος 177,24 ευρώ. Ωστόσο, υπάρχει το μεγάλο ΑΛΛΑ των ηλεκτρονικών συναλλαγών που πρέπει υποχρεωτικά να ανέρχονται στο 30% των εξόδων, πράγμα αδύνατο όπως αναλύθηκε παραπάνω, αλλιώς καραδοκεί «πέναλτι» ύψους 20-22% επί τη διαφοράς. Και κάπως έτσι, η μείωση γίνεται αύξηση.

Ένα παράδειγμα

Για εισόδημα 10.000 ευρώ: σήμερα απαιτούνται 1.000 ευρώ ηλεκτρονικών αποδείξεων, ενώ από τη νέα χρονιά θα απαιτούνται 3.000 ευρώ. Στην περίπτωση που κάποιος δεν συγκεντρώσει τον απαιτούμενο αριθμό αποδείξεων θα έχει πέναλτι (περίπου 20-22%) επί της διαφοράς. Στην περίπτωση δηλαδή που ο ανωτέρω φορολογούμενους συγκεντρώσει το 2020 αποδείξεις με τη χρήση καρτών ή e-banking ύψους 1.500 ευρώ θα πληρώσει πέναλτι επί της διαφοράς. Δηλαδή θα καταβάλει φόρο (1.500 Χ 20%) 300 ευρώ. Και η μείωση στον φόρο πάει περίπατο…

Σημειώνεται ότι για εισόδημα 20.000 ευρώ σήμερα απαιτούνται 2.500 ευρώ ηλεκτρονικών πληρωμών, ενώ το 2020 θα απαιτηθούν 6.000 ευρώ. Ομοίως, για εισόδημα 40.000 ευρώ σήμερα απαιτούνται 6.000 ευρώ ηλεκτρονικών αποδείξεων, ενώ το 2020 θα απαιτηθούν 12.000 ευρώ.

Είναι εμφανές ότι η κυβέρνηση και ο Κυρ. Μητσοτάκης δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την «καταπολέμηση της φοροδιαφυγής». Το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να η οριζόντια αφαίμαξη των φορολογουμένων μέσα από την μείωση του αφορολογήτου..

Και διά των αντικειμενικών διατήρηση του ΕΝΦΙΑ στα ίδια επίπεδα

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μένει μόνο σε αυτό όμως. Με μία σειρά από ρυθμίσεις, ακυρώνει μέτρα ελαφρύνσεων για τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα και την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Συγκεκριμένα:

– Ακυρώνει την περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% μεσοσταθμικά που είχε δρομολογήσει ο ΣΥΡΙΖΑ για το 2020, ενώ ακυρώνει και τις ήδη εφαρμοσθείσες μειώσεις, μέσα από αυξήσεις στις ανικειμενικές αξίες ακινήτων. Υπενθυμίζεται ότι επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η αναπροσαρμογή των αντικειμενικών αξιών συνοδευόταν και από αλλαγές στους συνετελεστές ώστε να μην επιβαρύνονται οι πολίτες.

– Ακυρώνει την μείωση της προκαταβολής φόρου από 100% στο 50% για το 2020.

– Ακυρώνει την κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης.

– Καταργεί τη μείωση ΦΠΑ από το 13% στο 11% για το 2020.

Επιπλέον, στο προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπεται σημαντική, αλλά αδιευκρίνιστη μείωση δημόσιων δαπανών που δεν μπορεί παρά να επιδεινώσει τις παρεχόμενες προς τους πολίτες υπηρεσίες από τον δημόσιο τομέα.