Facebooktwitter

Υπάρχει μια αντίφαση ανερμήνευτη, έως αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, ανάμεσα στο πόσο σοβαρό θεωρεί το «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο η κυβέρνηση και την απουσία του Πρωθυπουργού από τη συζήτηση για την ψήφισή του

Υπάρχει μια αντίφαση ανερμήνευτη, έως αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, ανάμεσα στο πόσο σοβαρό θεωρεί το «αναπτυξιακό» νομοσχέδιο η κυβέρνηση και την απουσία του Πρωθυπουργού από τη συζήτηση για την ψήφισή του. Το νομοσχέδιο συνιστά κεντρική πολιτική παρέμβαση της κυβέρνησης, δύσκολη καθόσον άκρως επιθετική. Γι’ αυτό και πήραν το λόγο και τοποθετήθηκαν όλοι οι ηγέτες των κομμάτων. Είναι προφανές ότι χρειαζόταν πολιτική υποστήριξη και τελικά δεν την είχε.

Το ενδεχόμενο να μην ήθελε να εκτεθεί ο κ. Κ. Μητσοτάκης διότι, τελικά, με τις πολλές και ανοικονόμητες προσθήκες και τροπολογίες ξέφυγε του κεντρικού του στόχου ίσως ισχύει, αλλά τότε υπάρχει μείζον πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση. Πολύ περισσότερο αν ο κ. Μητσοτάκης θεωρεί ότι παράπλευρες συμπεριφορές όπως αυτές του κ. Άδ. Γεωργιάδη επιβαρύνουν το κλίμα και επισκιάζουν τη βασική του προσπάθεια στην οικονομία που θεωρεί ότι θα κρίνει και την τύχη, προοπτικά, της κυβέρνησής του.

Επιλογή της κυβέρνησης

Αλλά ας ξαναρθούμε στην αφετηρία. Ήταν επιλογή της κυβέρνησης να φέρει ένα νομοσχέδιο, τόσο βαρύ και ευρύ, με το προσωνύμιο «αναπτυξιακό». Και αυτό για δυο λόγους. Ο ένας, είναι να θεσμοθετήσει, με σαφή τρόπο, όσα είχε υποσχεθεί και όσα είχαν απαιτήσει οι επιχειρηματικές οργανώσεις από καιρό ως ένα πλαίσιο που και εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, και λειτουργεί ως κίνητρο για επενδύσεις. Τα εργασιακά και το περιβάλλον θα ήταν τα πρώτα θύματα ακολουθούμενα από τους πολιτιστικούς χώρους. Ο άλλος λόγος, είναι η άποψη που υπάρχει στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο για την αποτελεσματικότητα μιας «πολιτικής σοκ», του αιφνιδιασμού που προκαλεί, του εμπροσθοβαρούς, όπως λένε, των μέτρων. Γι’ αυτό δεν την ενδιέφερε και το ότι κοινωνικές οργανώσεις και κόμματα θα ήταν απέναντι.

Αυτή η επιτομή του πνεύματος, της ιδεολογίας της νεοφιλελεύθερης και παλαιάς κοπής δεξιάς που είναι το «αναπτυξιακό», που συμπεριέλαβε και πλήθος ρουσφετολογικών ρυθμίσεων – τακτοποιήσεων, υπακούει στη στοχοπροσήλωση της ΝΔ να επαληθεύσει τη βασική της κεντρική επαγγελία: θα δημιουργηθούν δουλειές, θα προσελκύσουμε επενδύσεις, θα φέρουμε την ανάπτυξη. Αυτό είναι το κρίσιμο, λοιπόν, διακύβευμα, και θα το επιδιώξει αντί πάσης θυσίας. Και με κάθε κόστος καθώς αυτό το θεωρεί πρόσκαιρο εφόσον ο στόχος θα βγει.

Οδηγός πλεύσης για την υλοποίηση αυτού του στόχου δεν είναι τίποτε άλλο από τα νεοφιλελεύθερα δόγματα που μπορεί να έχουν προ πολλού πάψει να λάμπουν, αλλά αυτό δεν ισχύει και για τους διάφορους τεχνοκράτες συμβούλους και υφυπουργούς της ΝΔ που σε συνδυασμό με αδίστακτους υπουργούς όπως οι κ. Βρούτσης, Γεωργιάδης καθώς και υπερσυντηρητικούς όπως η κ. Κεραμέως, οδηγούν τη ξέφρενη αντικοινωνική κούρσα της κυβερνώσας δεξιάς.

Αριστερά, δεξιά και τρόικα

Έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι αξιωματική αντιπολίτευση και κυβέρνηση, δηλαδή αριστερά και δεξιά, συγκρούστηκαν επικαλούμενοι το ίδιο κείμενο! Ο κ. Γεωργιάδης κατέθεσε μελέτη της Τράπεζας Ελλάδος για το «αναπτυξιακό» η οποία υποστήριζε ότι θα αυξηθούν απ’ αυτό οι θέσεις εργασίας. Δηλαδή ότι η δραστική αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων και η ουσιαστική κατάργηση του δικαιώματος προσφυγής στον Οργανισμό Διαιτησίας θα οδηγήσουν στη συμπίεση των μισθών και αυτό με τη σειρά του θα φέρει νέες θέσεις εργασίας. Οι αγορητές του ΣΥΡΙΖΑ από την ίδια μελέτη αξιοποίησαν την παραδοχή της ότι με το «αναπτυξιακό» θα μειωθούν οι μισθοί. Αλλά για την κυβέρνηση της ΝΔ αυτό όχι μόνο δεν είναι πρόβλημα αλλά είναι «εργαλείο αναπτυξιακό». Με έναν πιο προσεκτικό τρόπο, όχι τόσο βάναυσο όπως του κ. Βρούτση, το υποστήριξε και ο Πρωθυπουργός. Μιλώντας στο συνέδριο του Economist σημείωσε σχετικά: «Η δική μας αντίληψη είναι διαφορετική: όλοι ωφελούνται, όταν ωφελείται ο τόπος. Και πρώτοι, οι μισθωτοί».

Η αντιπολίτευση άσκησε σκληρή κριτική στο νομοσχέδιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ ειδικότερα τόνισε ότι ο κορμός του «αναπτυξιακού», ιδίως τα εργασιακά συνιστά επιστροφή στο μνημόνιο καθώς θεμελιώνει, ξανά, την εσωτερική υποτίμηση που ήταν ο αρχικός στόχος της τρόικας. Πάλι ο κ. Μητσοτάκης θα το προβάλει αυτό ως εχέγγυο στο κοινό του Economist: «η κυβέρνησή μας όχι μόνο έχει αναλάβει την πραγματική ιδιοκτησία των μεταρρυθμίσεων, αλλά εφαρμόζει το δικό της σχέδιο που περνά πέραν των προτάσεων των πιστωτών» τόνισε και έκανε μνεία στο νομοσχέδιο.

Τομή στις πολιτικές εξελίξεις

Είναι μοναδική η βοήθεια των ΜΜΕ για να «περάσουν» όλα αυτά σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Αυτή η εικόνα του Τύπου δεν έχει προηγούμενο. Παρά τις προκλητικές του διατάξεις δεν γράφεται σχεδόν τίποτε. Ακόμη και για μία μόνο τέτοια διάταξη, επί ΣΥΡΙΖΑ θα ξεσηκώνονταν οι πάντες. Ωστόσο, η υπερ-δόση στα ζητήματα προπαγάνδας τις πιο πολλές φορές δρα αντίστροφα. Ανεξάρτητα, όμως, απ’ αυτό οι πολιτικές συνέπειες αυτού του νομοσχεδίου ίσως αποδειχθούν καθοριστικές για την κυβέρνηση, τις σχέσεις της με την αντιπολίτευση και τις κοινωνικές οργανώσεις. Το επισήμανε αυτό ο Αλέξης Τσίπρας στην παρέμβασή του αξιολογώντας ταυτόχρονα ότι, ιδιαίτερα στα εργασιακά, η αντιπολίτευση από το ΚΙΝΑΛ και προς τ’ αριστερά συνέπεσαν στην κριτική τους στους νοσταλγούς του ΔΝΤ, όπως είπε.

Το, άμεσο, μέλλον θα δείξει αν η κυβέρνηση της δεξιάς υπερέβη το όριο αντοχής της κοινωνίας μ’ αυτό το νομοσχέδιο. Αν αποδειχθεί σημείο πολιτικής καμπής. «Το νομοσχέδιο αυτό θα μείνει στην ιστορία και για έναν ακόμη λόγο διότι είναι το σημείο τομής, το σημείο όπου κλείνει ο κύκλος της περιόδου χάριτος για την κυβέρνησή σας. Τόσο στον λαό όσο, πιστεύω, και στις πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Από μας τουλάχιστον τέλειωσαν οι ευγένειες» σημείωσε. Συγχρόνως, δεσμεύθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι κοντά στους πολίτες για να στηρίζει την προσπάθεια «ώστε σύντομα ο τόπος να βγει απ’ αυτό τον εφιάλτη».

Παύλος Δ. Κλαυδιανός

πηγή: Εποχή