Facebooktwitter

Η Ν.Δ. μετακινεί διαρκώς την ατζέντα. Ενώ είναι υπεύθυνη για την παραγόμενη κυβερνητική πολιτική, προσπαθεί μέσα από «αντιπολιτευτικούς» ελιγμούς να υπεκφύγει, να δεσμεύσει τον αντίπαλο σε περιφερειακές σκιαμαχίες.

Εν τω μεταξύ, κλείνει δουλειές, βολεύει αδίστακτα και αναξιολόγητα δικούς της και επιτίθεται σε πρόσωπα. Η προσωπική επίθεση είναι αποδοτική επικοινωνιακά, διότι εικονογραφεί, προσδιορίζει το «κακό», παρασύρει τον οπαδό. Το πολιτικό επιχείρημα έχει πιο αφηρημένη λειτουργία. Προϋποθέτει συλλογισμό, μνήμη, κρίση. Ενώ μια φωτογραφία του «κακού» είναι αυτόματη, μεταφράσιμη, συναισθηματικά δεσμευτική. Μια ηθογραφία αντί της ιδεολογικής σύγκρουσης.

Συχνότατα η πολιτική σύγκρουση πήρε τέτοια μορφή. Προσωπικές αποκαθηλώσεις, διαδόσεις, ψευτιές. Είναι ενδιαφέρον όμως ότι στον μετεμφύλιο και για δύο δεκαετίες η ιδιότητα του αριστερού ήταν δομικό, κυτταρικό ελάττωμα (κάτι σαν αυτό που σήμερα λέει ο κ. Βορίδης περί «ελαττωματικής ιδεολογίας»).

Ο αριστερός ήταν αυτονόητα απ’ έξω, χωρίς καν να χρειάζεται να αιτιολογηθεί ή να καταγγελθεί η ιδιότητα που τον καθιστούσε αποσυνάγωγο. Δεν διοριζόταν (τον κάρφωναν και οι γείτονες για να σπρώξουν τον «δικό τους»), δεν έβγαζε εύκολα δίπλωμα, ο τροχαίος τον τρέλαινε στις μηνύσεις, στον στρατό τον π…, στο γυμνάσιο υπαξιολογούταν η απόδοσή του, σχεδόν δεν χρειαζόταν να επιχειρηματολογήσει κανείς για το πόσο κακός ήταν ο αριστερός.

Μετά τη Χούντα αποκαταστάθηκε ένα πιο δημοκρατικό κλίμα. Η Αριστερά όμως δέχτηκε μεγάλες επιθέσεις, κυρίως στον ιδεολογικό πυρήνα της συγκρότησής της. Ο αριστερός είναι αντιπαραγωγικός, ατάλαντος, τεμπέλης, ταραχοποιός. Με την κυβερνητική, όμως, Αριστερά το πράγμα απελευθερώθηκε. Η πολιτική της πράξης μπορεί να συκοφαντηθεί γιατί πατάει στην ευρύτατα διαδεδομένη εμπειρία του πολίτη. Οι «πολιτικοί τα παίρνουν». Τώρα, για τη λαϊκή πρόσληψη, ο αριστερός είναι ευκολότερο να θεωρηθεί ύποπτος, γιατί ο προηγούμενος (ο του παλαιού πολιτικού συστήματος) υπήρξε αποδεδειγμένα ένοχος.

Είναι πολύ πιο εύκολη και κυρίως γειωμένη μια κατηγορία. Στην αναπόφευκτη εξέλιξή του το φαινόμενο επεκτάθηκε στην ενοχοποίηση προφίλ. Σε πολλές (και όλο και περισσότερες) περιπτώσεις στοχοποιήθηκαν πρόσωπα συντρόφων ή συνεργαζομένων ως φορείς του κακού, ώστε ό,τι κάνουν να είναι υποχρεωτικά κακό. Αυτό στόχευε (και στοχεύει) όχι μόνο στη μείωση της προσωπικότητας, αλλά και στην πολιτική αδρανοποίηση. Δεν κάνω τίποτα, αναβάλλω για να «μη μου την πέσουν». Έτσι εξηγείται ίσως η, κατά περίπτωση, αδράνεια εκ μέρους της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ προώθησης έτοιμων νομοθετικών πρωτοβουλιών, η εξαιρετική σχολαστικότητα και σχεδόν γραφειοκρατική ανασφάλεια που εμπόδισε έτοιμα νομοσχέδια να προχωρήσουν.

Η μεγέθυνση του αριστερού κυβερνητικού προσώπου μπορεί να κρύψει θαυμάσια την προγενέστερη αμαρτία που σιγά – σιγά αποκαλύπτεται. Ένα δυσώδες παρεοκρατικό σύστημα κάρπωσης του δημόσιου πλούτου μπορεί να αποκρυβεί πίσω από τις αδεξιότητες ή και μ…ες του τάδε στελέχους. Εύκολο, άνισο και φρικώδες.

Γι’ αυτό επιμένω ότι δεν χρειάζεται να εγκλωβίζεται κανείς στην προσωπική αντιμαχία. Ο κόσμος, οι ψηφοφόροι δεν είναι έτοιμοι, λίγους μήνες μετά τις εκλογές, να γίνουν «κοψοχέρηδες», επομένως δύσκολα πείθονται. Θα ωριμάσει η αναθεώρηση των επιλογών τους, αλλά χρειάζεται να τους δοθεί χρόνος. Δεν εκβιάζεται η αλλαγή. Έρχεται. Ο εγκλωβισμός στην κοκορομαχία είναι βούτυρο στο ψωμί αυτού που θέλει να εμποδίσει τον μέσο πολίτη να σε ξαναπλησιάσει ή να συνεχίσει να σε ακούει.

Δημήτρης Σεβαστάκης

πηγή: Η Αυγή