Facebooktwitter

Συνέντευξη του Γιάννη Δραγασάκη στην εφημερίδα Έθνος της Κυριακής και στη δημοσιογράφο Βούλα Κεχαγιά.

Πώς σχολιάζετε τη ρύθμιση που προωθεί η κυβέρνηση για την ασυλία των τραπεζών;

Τεράστιο θέμα. Φοβάμαι ότι δεν έχει κατανοηθεί η σημασία του ούτε από τις αρμόδιες θεσμικά Αρχές. Με την προωθούμενη ρύθμιση εκπέμπεται ένα μήνυμα ανομίας και αυθαιρεσίας: «Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε» και με τον νόμο. Και τούτο γιατί καμία υπόθεση δεν μπορεί να ερευνηθεί αφού στο ίδιο πρόσωπο συμπίπτει η ιδιότητα του μηνυτή και του μηνυόμενου. Στην πράξη, οι τράπεζες θα αφήσουν να παρέλθει το διάστημα που ορίζει ο νόμος, δεν θα υποβάλουν έγκληση και με αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφθεί το αξιόποινο. Με λίγα λόγια, κλείνουν όλες οι υποθέσεις άμεσα. Έτσι όμως πλήττεται και το εταιρικό συμφέρον των τραπεζών, η αξιοπιστία των διοικήσεων και η εταιρική διακυβέρνηση. Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι επί αυτής της διάταξης θα έπρεπε θεσμικά να πάρουν θέση η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος.

Όμως το επιχείρημα που επικαλείται η κυβέρνηση είναι ότι με τις ρυθμίσεις που προωθεί διευκολύνει τις τράπεζες να κάνουν διαγραφές δανείων προς τους πολίτες…

Μα οι τράπεζες κάνουν καθημερινά διαγραφές μεγάλων χρεών. Μόλις πρόσφατα διαβάσαμε για μια τεράστια διαγραφή χρεών της Forthnet ώστε να διευκολυνθεί η πώλησή της σε γνωστό επιχειρηματικό όμιλο. Ενώ λοιπόν για τους μεγάλους και ισχυρούς φαίνεται να είναι επαρκής η νομοθεσία για διαγραφές δανείων, για τους μικρούς και «ανώνυμους» τι φταίει και δεν γίνονται αντίστοιχες κινήσεις; Η έλλειψη σχετικού νομοθετικού πλαισίου; Μάλλον ως αστείο ακούγεται.

Είχε τεθεί και προς την κυβέρνησή σας το ίδιο αίτημα από τα στελέχη των τραπεζών;

Ασφαλώς. Οι τράπεζες πάντα ζητούν και πιέζουν, αλλά οι κυβερνήσεις έχουν χρέος να προστατεύουν το δημόσιο συμφέρον και αυτό δεν συμπίπτει πάντα με κάθε αίτημα ομάδων ειδικών συμφερόντων, όπως είναι στην προκειμένη περίπτωση οι τράπεζες. Εμείς, ως κυβέρνηση, συζητήσαμε εξαντλητικά τα όποια υπαρκτά προβλήματα και καταλήξαμε σε μια λύση θεσμικής ισορροπίας ανάμεσα στις τράπεζες, τον ρόλο της Δικαιοσύνης, τους δανειολήπτες και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στο άρθρο 65 του ν. 4472 του 2017. Αυτή η λύση θεσμικής ισορροπίας ανατρέπεται σήμερα από την κυβέρνηση της ΝΔ υπέρ των τραπεζών αλλά και μεγάλων συμφερόντων που θα ευνοηθούν από την προωθούμενη ρύθμιση.

Επικρίνετε την κυβέρνηση για το αναπτυξιακό της μοντέλο. Τι σας ενοχλεί;

Μας ενοχλεί ότι η κυβέρνηση αυτή κάνει σαν να μην υπήρξε ποτέ η κρίση ή σαν να μην υπάρχουν μαθήματα που θα έπρεπε να έχουμε βγάλει έπειτα από όσα περάσαμε ως κοινωνία. Αντί λοιπόν να χτίσει πάνω στην αναπτυξιακή στρατηγική που δημιουργήσαμε, για μια ανάπτυξη βασισμένη στη γνώση, στην υψηλή προστιθέμενη αξία, στην καινοτομία, στην εξωστρέφεια, με σεβασμό στις σύγχρονες αντιλήψεις περί βιωσιμότητας και ευημερίας, αναζητά και πάλι τους κινητήρες της ανάπτυξης στη συμπίεση του εργασιακού κόστους, στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, στην εξάλειψη των κανόνων. Πριμοδοτεί έτσι τη διολίσθηση σε μια οικονομία φτωχή σε γνώση, χαμηλής προστιθέμενης αξίας, μια ανάπτυξη ενδοστρεφή και αποσπασματική, με όραμα έναν καζινο-καπιταλισμό σε νέα εκδοχή, μια οικονομία ευάλωτη σε νέες κρίσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει δεχθεί αυστηρή κριτική πως ως κυβέρνηση δεν φρόντισε τη μεσαία τάξη. Στον αντίποδα, η νέα κυβέρνηση λέει ότι κύρια μέριμνά της είναι η ανακούφιση της μεσαίας τάξης μέσω των νέων φορολογικών μέτρων…

Η κυβέρνηση της ΝΔ έδειξε ήδη με ποιους είναι, ποια συμφέροντα κατά προτεραιότητα υπηρετεί. Ο πρώτος φόρος που μείωσε και ο μόνος που μείωσε δραστικά ήταν ο φόρος στα κέρδη και στα μερίσματα. Από τα 1,2 δισ. ευρώ των συνολικών μέτρων που ανακοίνωσε, πάνω από 700 εκατομμύρια δεσμεύτηκαν για την ελάφρυνση των οικονομικά πιο ισχυρών. Η μεσαία τάξη θα μείνει στο «περίμενε», το παραδέχεται άλλωστε, πλέον, και ο φιλοκυβερνητικός περίγυρος. Αλλά και στους άλλους φόρους η εύνοια είναι στα πιο μεγάλα εισοδήματα. Η κυβέρνηση αυτή δείχνει μια απροκάλυπτη εύνοια υπέρ των μεγάλων εισοδημάτων και των οικονομικά ισχυρών, κλείνοντας το μάτι και στη φοροδιαφυγή. Αν αυτό δεν είναι ταξική μεροληψία, τότε τι είναι; Αναρωτιέμαι αν πράγματι ακόμη και για μια κυβέρνηση της Δεξιάς ήταν, αυτήν τη στιγμή, προτεραιότητα η μείωση του φόρου στα μερίσματα κατά 50%, εξυπηρετώντας δηλαδή λιγότερο από το 1% του πληθυσμού και βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την υπόλοιπη κοινωνία και τη λεγόμενη μεσαία τάξη, την οποία με τόση υποκρισία «χάιδευε» προεκλογικά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει στοιχεία αυταρχισμού στους πρώτους μήνες διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας;

Θα έλεγα ότι είναι μια παγκόσμια τάση. Από τη στιγμή που οι λαοί συνειδητοποιούν ότι οι υποσχέσεις του νεοφιλελευθερισμού έχουν διαψευστεί και οι αγορές χωρίς αναπτυξιακό σχέδιο και κοινωνικές δεσμεύσεις δεν δημιουργούν ευημερία, αλλά διευρύνουν τις ανισότητες, αναγκαίο συμπλήρωμα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής είναι ο αυταρχισμός και η καταστολή. Αυτό εκφράζεται και στη χώρα μας με τη συμμαχία νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιάς εντός της ΝΔ. Και φοβούμαι πως η τάση αυτή δεν έχει ακόμη φανεί σε όλη της την ένταση. Και αυτός είναι ένας λόγος που κάνει αναγκαία την ευρεία συμπαράταξη των αριστερών προοδευτικών δυνάμεων.

Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ θα είναι…

…ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και κορμός της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης. Απαιτείται όμως ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει, σήμερα, ένα άλμα ποσοτικό και κυρίως ποιοτικό. Όσο ήμασταν ένα κόμμα μικρό με 10-15 βουλευτές, μακροχρόνιοι δεσμοί και άτυποι κανόνες ήταν αρκετοί για να λειτουργούμε συντονισμένα. Τώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα μεγάλο αριστερό κυβερνητικό κόμμα -και θέλει να γίνει ακόμη πιο μεγάλο και ανοιχτό- αυτό δεν αρκεί. Όπως στην πολιτική οι αξίες της Αριστεράς πρέπει να μεταφράζονται σε εφαρμόσιμες πολιτικές, έτσι και στη λειτουργία του ΣΥΡΙΖΑ οι αριστερές αρχές και αξίες πρέπει να μεταφράζονται σε σαφείς κανόνες, διαφανείς διαδικασίες, συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις καθολικής εφαρμογής χωρίς διακρίσεις και αβαρίες. Η ιδεολογική ασάφεια και η οργανωτική πλαδαρότητα δεν έλκουν, αλλά απωθούν. Ο μετασχηματισμός λοιπόν πρέπει να εκφραστεί και στο πεδίο αυτό. Και από τη δημοκρατία των τάσεων και των ομάδων να προχωρήσουμε στη δημοκρατία των μελών. Δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη και ιδρυτική δέσμευση. Αν ο κ. Μητσοτάκης συνεχίσει όπως άρχισε, ή και χειρότερα, όπως ορισμένοι τον πιέζουν, η πολιτική αντιπαράθεση θα οξυνθεί και θα σκληρύνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δημιουργήσει από τώρα τις προϋποθέσεις για να είναι μια γροθιά ώστε να ανταποκριθεί στις ευθύνες του απέναντι στον λαό και στην κοινωνία. Και επιλογές σαν τις παραπάνω θα βοηθήσουν σε αυτό