Facebooktwitter

«Ο μεγάλος παραμυθάς ονειρεύτηκε τον κόσμο της ουτοπίας στην οποία ο ψαράς θα γράφει ποιήματα και ο ποιητής θα ψαρεύει, εγώ μ’ αυτό τον κόσμο είμαι» – Συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου στο Κόκκινο Ρόδου το 2017

O κορυφαίος συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος μίλησε Στο Κόκκινο Ρόδου 103.7  και την Πόλυ Χατζημάρκου στις 23/2/2017, με φόντο τα πενηντάχρονα μιας πολυφασματικής πορείας –αν και «αντιεπετειακός» όπως δήλωσε- και με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου «Στην Ομίχλη των Καιρών». «Λίγο πριν πνίξουν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, είχε πει ότι έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο. Εγώ θέλω να γίνει κόκκινη από ζωή και παλεύω γι’ αυτό με την όποια δύναμη έχω για να δημιουργήσω έστω μια μικρή νησίδα αναπνοής».

Στο ξεκίνημα της δικής μας συνομιλίας μας, ο Θάνος Μικρούτσικος αναφέρεται σε μια άλλη, αυτή που χρόνια διατηρεί με τον κόσμο και ειδικότερα με τους νέους ανθρώπους.  «Η τέχνη γίνεται από έναν αλλά χρειάζεται αποδέκτες για να λειτουργήσει. Σ’ αυτόν τον τομέα μάλλον τα έχω καταφέρει…» εξομολογείται Στο Κόκκινο Ρόδου 103.7. Και προσθέτει: « Το ‘μάλλον’ δεν είναι θέμα σεμνότητας, είναι θέμα ουσίας μερικές φορές, αφορά σε ποιο επίπεδο συνομιλείς. Στη δουλειά μας έχουμε δει και επιφανειακές συνομιλίες. Έχω συνομιλήσει επί της ουσίας, και μάλιστα από τότε που ξεκίνησα μέχρι σήμερα συνομιλώ με κομμάτι της -κάθε φορά- νέας γενιάς και αυτό με ικανοποιεί απολύτως».

Ο συνθέτης φέρνει κάποια παραδείγματα της συνεργασίας του με καλλιτέχνες στο ξεκίνημά τους μέσα στα πενήντα χρόνια της δημιουργικής πορείας του: τη Μαρία Δημητριάδη που ξεκίνησε να δουλεύει μαζί της όταν αυτή ήταν 20-21 ετών και ο ίδιος 24, τον Γιώργο Μεράντζα, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Κώστα Θωμαΐδη -«μια διαχρονική συνεργασία μου, πολύ υψηλών προδιαγραφών ειδικότερα σε αυτό που ονομάζω ενδιάμεσο χώρο του τραγουδιού, ανάμεσα στο κλασικό τραγούδι/μουσική και στο έντεχνο νεοελληνικό»-,  τον Γιάννη Κούτρα που «ήταν ακόμα άγνωστος και έπεσε στα βαθιά με την ‘Μουσική πράξη στον  Μπρεχτ’ και τον Καββαδία», τη Ρίτα Αντωνοπούλου ως και την Μαριάννα Πολυχρονίδη στην τελευταία δισκογραφική του δουλειά «Στην Ομίχλη των Καιρών».
«Όταν κάποια στιγμή η Μαριάννα ασχολήθηκε με τα μεικτά θεάματα, αυτά που κινούνται ανάμεσα στη μουσική και το θέατρο,, την είδα στην μεγάλη παραγωγή «Ταξίδι στο Σταυρό του Νότου» στο θέατρο Μπάντμιντον. Εκεί τη γνώρισα και αμέσως κατάλαβα ότι έχει πολύ μεγάλες δυνατότητες. Κρυμμένες αλλά πολύ μεγάλες. Γι’ αυτό της είπα ότι χρειάζεται πάρα πολύ δουλειά και μελέτη για να μπορέσει να διευρύνει τον δικό της, προνομιακό, χώρο. Το έκανε με έναν τρόπο φανταστικό. Ακούγοντας κανείς το cd με τον παλαιό τρόπο, όχι δηλαδή κάνοντας ταυτόχρονα δέκα δουλειές αλλά να κάτσει και να ακούσει, θα καταλάβει ότι πρόκειται για μια ερμηνεύτρια μεγάλων προδιαγραφών που καταφέρνει και περνάει από διαφορετικούς μουσικούς χώρους» » αναφέρει ο συνθέτης.
Tου μεταφέρω την αίσθησή μου ότι τα δώδεκα τραγούδια στη συγκεκριμένη δισκογραφική δουλειά, ακούγονται σα να είναι μία ενότητα.
«Χαίρομαι που το ακούω γιατί κάπως έτσι αισθάνομαι κι εγώ αν και δεν είμαι ο καλύτερος κριτής της μουσικής μου. Αισθάνομαι ότι υπάρχει μια ενότητα από διαφορετικά πράγματα που κάπου ενοποιούνται. Σε κάποια τραγούδια η πρόθεση, και του κειμενογράφου και του μουσικού, είναι να συνομιλήσει με τον καθένα από τον κόσμο χωριστά. Σε κάποια άλλα, η πρόθεση είναι να συνομιλήσει με όλους μαζί. Δυο διαφορετικές διαδικασίες που όμως, ακούγοντας από την αρχή μέχρι το τέλος το cd, μπορεί κανείς να φθάσει στο συμπέρασμά σας».
Στους στίχους της ‘Ομίχλης’, συναντάμε τον Άλκη Αλκαίο, τη Λίνα Νικολακοπούλου, τον Μάνο Ελευθερίου και, τον νεότερο Γιάννη Δούκα.
«Είναι κείμενα μεγάλα και σπουδαία με τρεις βαριές υπογραφές αλλά με και τον πολλά υποσχόμενο Γιάννη Δούκα που είναι σπουδαίος και στον τομέα της ποίησης και στον τομέα του στίχου» σχολιάζει ο Θάνος Μικρούτσικος.
Ειδικότερα για τη Λίνα Νικολακοπούλου ο Θάνος Μικρούτσικος αναφέρει ότι είχαν να συνεργαστούν από το 1990 όταν δούλεψαν μαζί για την ταινία «Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης», την τελευταία ταινία της αείμνηστης Φρίντας Λιάππα.
«Όταν την είδα, πριν καν μιλήσουμε, μου είπε ‘σε περίμενα’. Και έγινε μια συνάντηση εκρηκτική. Η Λίνα πάντοτε εξέφραζε το κοινό αίσθημα με τα τραγούδια της. Αυτή την φορά δεν είναι μόνο αυτό. Έκανε βουτιά στο βάθος των πραγμάτων, απαλλαγμένη ίσως από το γεγονός ότι σήμερα η δισκογραφία έχει καταρρεύσει και ότι κανείς δεν κυνηγά-έστω ασυνείδητα-  την επιτυχία. Αυτό ισχύει για όλους μας, γράφουμε για εμάς και για τους αποδέκτες μας και συνεπώς έχουμε όλη την άνεση, εφόσον επιθυμούμε, να κάνουμε βουτιά στον εαυτό μας».
Η κουβέντα μας κυλάει για να φθάσει ξανά στο ζήτημα της αληθινής και ουσιαστικής ακρόασης.
«Θα σας πω ένα περιστατικό.  Ήμουν σχεδόν 32 χρονών, έτος 1979, είχα βγάλει τη δουλειά για τον Καββαδία αλλά ήδη ήμουν πολύ γνωστός από τότε που είχα βγάλει τα «Πολιτικά Τραγούδια» (1975), τον Μπρεχτ κλπ. Έχω πάει σε ένα μπαρ να συναντήσω κάτι φίλους, κάθομαι στο ημίφως, δεν με αναγνωρίζουν. Είναι δυο νεαροί φοιτητές που κάθονται στη μπάρα και ακούω να λέει ο ένας ‘το ‘μαθες; ο Μικρούτσικος έβγαλε καινούργια δουλειά’, ρωτάει ο άλλος τι ακριβώς, απαντάει «ένας ποιητής μωρέ, θαλασσινός, Νίκος Καββαδίας». Και  λέει ο άλλος ‘α, ναι;  Tο Σάββατο να κανονίσουμε να μαζευτούμε σπίτι μου όλη η παρέα, θα πάρουμε πίτσες, θα ακούσουμε τον δίσκο όσες φορές χρειάζεται και θα τον συζητήσουμε’. Λοιπόν, αυτό είναι τελειωμένο εδώ και χρόνια και είναι και η αιτία της κατάρρευσης. Γιατί τα νέα παιδιά σπαταλούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους κυρίως με το τραγούδι, τη μουσική, τον δίσκο. Έτσι ήταν ο ελεύθερος χρόνος τους: ένα σινεμά, το φλερτ τους, ο περίπατος. Ακούω μουσική, συζητάω μουσική. Έτσι μεγάλωσα και εγώ. Σιγά-σιγά μετακινήθηκε το ενδιαφέρον και η διαδικασία του πώς σπαταλώ τον ελεύθερο χρόνο. Πήγε προς το facebook, το instagram, το διαδίκτυο κλπ. και αυτό ως αρχικό αποτέλεσμα είχε την πολύ μεγάλη οπισθοχώρηση που μαζί με άλλους παράγοντες δημιούργησε την κατάρρευση. Ξεκίνησε με γοργά βήματα πολύ πριν την κρίση, απλά η κρίση γρηγόρεψε την κατάρρευση».
Φθάνοντας στην κοινωνικοπολιτική κατάσταση, τον ρωτάω αν πέρα από την ‘ομίχλη των καιρών’ νιώθει ότι υπάρχει κάποιο ξέφωτο.
«Υπό μία έννοια θα μπορούσε κάποιος να μην είναι μακριά από την άποψη ‘ρε συ Θάνο, και πώς έζησες τη ζωή σου από την δεκαετία του ’50, την έζησες σε ξέφωτο;’. Θα απαντούσα ‘όχι’, αν ήθελα να είμαι ειλικρινής. Γενικά ο καιρός ήταν ομιχλώδης, μέσα από ομίχλες προχωρούσαμε. Σε κάποιες φάσεις, ιδιαίτερα στη δεκαετία του ’60 ή στη μεταπολίτευση, είχαμε και μερικές ελπίδες ότι το ξέφωτο αυτό θα ήταν ουσιαστικό. Δεν ήταν. Συνεπώς θεωρητικά παλεύει κανείς να βρεθεί το ξέφωτο. Θα σας πάω σε μια μεγάλη μου αγάπη, την Ρόζα Λούξεμπουργκ. Λίγο πριν την πνίξουν στο ποτάμι το 1919, είχε πει ότι ‘έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο’. Εγώ τουλάχιστον θέλω να γίνει κόκκινη από ζωή και παλεύω γι’ αυτό με τις όποιες δυνάμεις μου, με την όποια δύναμη έχω για να δημιουργήσω έστω μια μικρή νησίδα αναπνοής. Τώρα η αλήθεια είναι ότι δε φαίνεται το ξέφωτο. Το στοίχημα της αριστεράς φαίνεται να χάθηκε, να μπλέχτηκε μέσα από την Realpolitik που κάποιο κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ πριν το 2015 αποφάσισε ότι ο δρόμος αυτός είναι καλύτερος από τη σύγκρουση…».

Μου δηλώνει ότι, ακόμα κι αν τον ‘καταδικάσουμε’ ως ρομαντικό ή παρωχημένο, παραμένει ένας «αδιόρθωτος μεθοδολογικά μαρξιστής διαβάζοντας Μαρξ από το πρωτότυπο και όχι μέσω τρίτων».
«Ο μεγάλος παραμυθάς ονειρεύτηκε τον κόσμο της ουτοπίας στην οποία ο ψαράς θα γράφει ποιήματα και ο ποιητής θα ψαρεύει. Εγώ μ’ αυτό τον κόσμο είμαι. Με έναν κόσμο όπου τα παιδιά θα μεγαλώνουν απ’ την ίδια γραμμή εκκίνησης που θα τους δίνει έτοιμη η κοινωνία. Όχι την εκκίνηση που δίνει ο καπιταλισμός στον οποίο η βαρβαρότητα είναι σύμφυτη, που η συντριπτική πλειοψηφία παράγει πλούτο και τον απομυζούν όλο και λιγότεροι και που η εμπορευματική τέχνη και το lifestyle εμπεδώνουν την καπιταλιστική κυριαρχία». Λίγο αργότερα στην συζήτηση θα δηλώσει ότι είναι «Γκεβαρικός ως το κόκκαλο».
Του μιλάω για την απαισιοδοξία –με τον όρο του Γκράμσι- που διαφαίνεται σε στίχους της νέας δουλειάς, όπως για παράδειγμα οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου στο τραγούδι  «Ένα ωραίο μου τραγούδι θα σου πω»: «… Ένας αιώνας πήγε λάθος και γυρνώ / Μέσα από κόμματα, κομμάτια να σε βρω…». Με προλαβαίνει και μου λέει: «Ναι αλλά, ο Αλκαίος έχει γράψει επίσης κάτι πιο δραματικό που, με έναν περίεργο τρόπο, είναι ένα από τα πιο δημοφιλή ελληνικά τραγούδια. ‘Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία / πώς η ιστορία γίνεται σιωπή’. Η ιστορία έγινε σιωπή σε πολλές περιπτώσεις. Δεν παύει όμως η ανάγκη να γίνεται ιστορία. Και εκεί είναι το ζήτημα…».

Άρα να ψάχνουμε, να ψάχνουμε σαν τους Ιχνηλάτες, του λέω παίζοντας με τους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου «Στην ομίχλη των καιρών / ψάχνε σαν τον ιχνηλάτη / πανταχού είναι παρών / ο Παλιός των Ημερών». Και εκείνος μου απαντάει ταχύτατα με ένα μικρό γέλιο στο τέλος. «Ναι, να ψάχνουμε σαν τους Ιχνηλάτες είτε χρειαζόμαστε τον Παλιό των Ημερών είτε όχι» .
«Θεωρώ ότι το στοίχημα της νέας γενιάς στην Ελλάδα –θα έλεγα και διεθνώς αλλά το περιορίζω στην Ελλάδα-, είναι να ξαναστήσει το ΕΜΕΙΣ. Αρκετά με το ‘εγώ’. Να ανταλλάξουμε εκ νέου τηλέφωνα και διευθύνσεις. Αυτό υπάρχει στη μουσική μου, συνειδητά ή ασυνείδητα. Γιατί ένα χαρακτηριστικό για το οποίο είμαι υπερήφανος δεν είναι το πόσο γνωστός είμαι πανελλαδικά ή πόσο τραγουδιούνται τα τραγούδια μου, όσο το ότι τα τραγούδια μου, ακόμα και τα πιο ερωτικά, από κάτω κρύβουν τη δραματική συγκυρία της εποχής που γράφτηκαν. Κι αυτό για μένα είναι το στοίχημα της τέχνης από τότε που την ξέρουμε μέχρι σήμερα. Το βασικό στοιχείο της τέχνης είναι να καταγράψει την περιπέτεια του ανθρώπου στη γη.  Από την εποχή της ζωγραφικής των σπηλαίων, αυτό γίνεται. Ειδικά στον 20ο αιώνα διατυπώθηκε και ένας άλλος ορισμός , πολύ σημαντικός. Επειδή η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο -τον κόσμο τον αλλάζουν οι άνθρωποι-, μπορεί να βοηθήσει δημιουργώντας κριτική συνείδηση στους ανθρώπους. Αυτό είναι το περίφημο κίνημα στο οποίο πρωτοστάτησε ο Μπρεχτ. Τρίτον, στην εποχή της κρίσης η τέχνη, η σημαντική τέχνη, έχει και έναν άλλο χαρακτήρα, να εμψυχώνει τον κόσμο».
«Ακράδαντα πιστεύω ότι στις γενιές μετά από μένα υπάρχουν και καινούρια πρόσωπα και καινούριοι τρόποι. Τα ΜΜΕ στην συντριπτική τους πλειοψηφία πνίγουν αυτές τα φωνές με αποτέλεσμα ο μέσος άνθρωπος, δικαίως, να μην αισθάνεται ότι κάτι υπάρχει. Όμως υπάρχει. Άλλο το ‘είναι’ και άλλο το ‘φαίνεσθαι’. Και πρέπει εσείς, που αποτελείτε εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα των ΜΜΕ, να βοηθάτε περισσότερο απ΄όλα τις νέες φωνές. Ακόμα κι αν αυτές δεν έχουν ολοκληρωθεί σε σχέση με τον μουσικό ή εικαστικό ή ποιητικό λόγο κλπ.».

Ρωτώντας τον αν άλλαζε κάτι στην μέχρι τώρα πορεία του, τη μουσική και την πολιτική, μου απαντάει με ένα γέλιο στο τέλος:  «Βεβαίως έχουν γίνει λάθη. Και στη δημιουργία μου και στην πολιτιστική διαχείριση και στην πορεία μου ως άνθρωπος. Ξέρετε τι σκέφτομαι με κίνδυνο να χαρακτηριστώ εγωιστής; Πιστέψτε όμως, δεν έχω εγωισμό σ’ αυτό. Αν δεν είχαν γίνει αυτά τα λάθη, μήπως θα ήμουν κάτι άλλο σήμερα; Και αυτό το άλλο θα ήταν πιο ευτυχισμένο; Δεν ξέρω. Επειδή είμαι πολύ ευτυχής, θα προτιμούσα να είναι ίδια η διαδρομή γιατί φοβάμαι ότι αν ήταν μια διαδρομή χωρίς αυτά τα λάθη, να ήμουν κάτι άλλο, δεν ξέρω τι θα ήμουνα! Ακούστε όμως.  Θαυμάζω πάρα πολλούς. Μόνο στη μουσική να με βάζατε να σας πω ποιους θαυμάζω, θα ήθελα δύο εκπομπές!».

Ποιο ‘πνευματικό’ του παιδί άραγε είναι το αγαπημένο του;
«Από τα πολύ κακά μου έργα μέχρι τα πολύ καλά μου, ως πρόθεση, έχω λειτουργήσει έτοιμα. Δηλαδή δεν έκανα κάτι και την ώρα που το ‘κανα να ξέρω ότι δεν είναι αυτό που πρέπει. Το πώς βγήκε είναι άλλης τάξεως συζήτηση. Τα αγαπάω όλα ίδια. Αν μπορώ να κάνω δυο-τρεις παρατηρήσεις είναι ότι ο κόσμος τριών γενεών επέλεξε τη δουλειά μου πάνω στον Καββαδία ως την αιχμή του δόρατος της τραγουδοποιίας μου συνολικά. Αυτό δεν μπορώ να μην το σεβαστώ γιατί επιβεβαιώνεται συνέχεια. Όταν παίζω τους «7 Νάνους» στο πιάνο, υπάρχει μια απογείωση σε ολόκληρη την αίθουσα. Επίσης, άλλα δύο έργα μου, για άλλους λόγους, έχουν ένα ειδικό βάρος: η όπερα «Ελένη» που παίχτηκε σε Ελλάδα και εξωτερικό το 1993 και το 1999 όπως και το διπλό κονσέρτο για βιολί, πιάνο και ορχήστρα, είναι δύο έργα που κατάλαβα και την ώρα που τα έκανα αλλά και μετά, ότι ξεπερνάω τα όριά μου, τις καταγεγραμμένες μου δυνατότητες». Απαριθμώντας τα έργα του, τους δίσκους και τις συναυλίες του, μου λέει πάλι γελώντας «Αν δεν υπήρχε κρίση, λογικά θα έπρεπε να πάρω σύνταξη για τρεις ανθρώπους! Τώρα δεν περιμένω ούτε μία!».