Facebooktwitter

Νίκος Καρανίκας

Ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, δημιουργήθηκε ως μια κίνηση αποδόμησης των κυβερνήσεων νεοφιλελεύθερης πολιτικής και υπεράσπισης των δυνάμεων της εργασίας και του πολιτισμού · με στρατηγική τη σοσιαλιστική κοινωνία που ταιριάζει στις ιδιαιτερότητες της χώρας μας, παίρνοντας υπόψιν το ιστορικό παρελθόν του σοσιαλισμού, απ’ όπου πέρασε και άφησε το στίγμα του με τα θετικά και αρνητικά αποτελέσματά του.

Η καταγωγή του ΣΥΡΙΖΑ είναι η διαλεκτική πορεία αφομοίωσης των δυνάμεων υπεράσπισης της εργατικής τάξης και των ευρύτερων ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που διεκδικούν να περάσουν από την πολιτική της διαμαρτυρίας στην πολιτική της κυβερνητικής, εντός της ευρωπαϊκής ένωσης, σε έναν κόσμο παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου που θέλει ρύθμιση από τις δυνάμεις που πρωταγωνιστούν στον αγώνα για ευημερία με κοινωνική δικαιοσύνη.

Μια ώσμωση που οδήγησε στη διακυβέρνηση του τόπου σε περίοδο κρίσης, σε μια διαδικασία που έστρεψε το κόμμα σε αναζήτηση εφικτών, άμεσων απαντήσεων για το παρόν και αλλαγή της τακτικής που στο παρελθόν χάραξε τις πολιτικές ταυτότητες των μελών. Έπρεπε το κόμμα και τα μέλη να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις ενός κόμματος εξουσίας που θα υπερασπιζόταν τις δυνάμεις της εργασίας και του πολιτισμού με δημιουργικό τρόπο. Πέντε χρόνια εμπειρίας σε παγκόσμια διάσταση, άλλαξε την κομματική διάσταση και παράχθηκε νέα χρήσιμη γνώση.

Το κόμμα σε περίοδο «δικής» της κυβέρνησης πρέπει να μετατρέπεται σε φορέα στήριξης και ελέγχου της κυβέρνησης και όχι απλά σε κόμμα διαμαρτυρίας. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη και τα στελέχη οφείλουν να έχουν μια διαρκή σχέση ενημέρωσης, ώστε με τη σειρά τους να ενημερώνουν τον πληθυσμό της χώρας για την πολιτική της κυβέρνησης καθώς κάποιες δυνάμεις του κεφαλαίου θα έχουν πάντα μια εχθρική πολιτική απέναντι στην Αριστερή κυβέρνηση, αξιοποιώντας όλα τα μ.μ.ε για τη δημιουργία εντυπώσεων προς όφελος των δικών τους πολιτικών δυνάμεων. Το κόμμα της Αριστεράς οφείλει να έχει αμφίδρομη σχέση  με την κοινωνία και την κυβέρνηση και όχι ανταγωνιστική προς την κυβέρνηση της Αριστεράς.

Παράλληλα το κόμμα οφείλει να ελέγχει τη συνέπεια και την εντιμότητα των στελεχών της, της κυβέρνησης αλλά και όλου του κρατικού μηχανισμού για διαφθορά, διαπλοκή και κατάχρηση της εξουσίας. Όταν τα στελέχη είναι στο κοινοβούλιο, τα υπουργεία και τους οργανισμούς με υψηλούς μισθούς και αρνούνται να προσφέρουν στο ταμείο του κόμματος προτιμώντας τα ατομικά τους τραπεζικά βιβλιάρια, τότε προσβάλλουν το κόμμα και η κυβέρνηση γίνεται εύκολα ένα εργαλείο διαπλοκής .

Το κόμμα οφείλει να στηρίζει την κυβέρνηση που συμμετέχει, για να μπορέσει να υλοποιήσει το κυβερνητικό πρόγραμμα που ουσιαστικά είναι μέρος της τακτικής και στρατηγικής του κόμματος, που προκύπτει και επηρεάζεται από τη δυναμική της κατάστασης  και των συσχετισμών δύναμης.

Το κόμμα όσο πιο μαζικό είναι τόσο πιο εύκολα και αποτελεσματικά διαχέεται  στην κοινωνία και εκπληρώνει τους σκοπούς που έχει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η μαζικότατα θα αποκτηθεί με τυχοδιωκτικό τρόπο, για να εξυπηρετήσει τάσεις και ιδιοτέλειες.

Το κόμμα στην κυβέρνηση της χώρα μας, σε μια Ευρώπη που βάλλεται και κινδυνεύει από τη λιτότητα και τον ευρωσκεπτικισμό με την επανεμφάνιση του φασισμού και της άκρας δεξιάς, οφείλει να σταθεί με το βλέμμα στις αλλαγές που πρέπει να γίνουν, ώστε να αποκτηθεί μια νέα συμφωνία και εμπιστοσύνη της αγοράς με τα λαϊκά στρώματα που χτυπήθηκαν από τις πολιτικές των νεοφιλελεύθερων.

Παράλληλα, στη χώρα μας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε – έχει ανοίξει πόλεμο με τη διαπλοκή και για πρώτη φορά έχουμε τους πρωταγωνιστές της διαφθοράς να θίγονται και να οδηγούνται στην εισαγγελία, στη φυλακή ή στα ταμεία του κράτους πληρώνοντας για τα αδικήματά τους.

Προχωρήσαμε σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στο πεδίο της πολιτικής, με νίκες και ήττες, είχε τελικά τη συμφωνία των ευρωπαϊκών θεσμών. Έδωσε ευκαιρία και ώθηση για αλλαγές με σκοπό η οικονομική κρίση να περάσει δίχως να καταστρέφει την κοινωνική συνοχή και υπερασπίζοντας τα φτωχά λαϊκά στρώματα και την αγορά από την επίθεση του νεοφιλελευθερισμού.

Τα προηγούμενα χρόνια η συμφωνία των κομμάτων που υπηρετούν τις δυνάμεις του κεφαλαίου οδήγησαν τον λαό σε φτώχεια και καταστροφή των δημόσιων οργανισμών και υπηρεσιών. Τώρα, αυτές οι δυνάμεις προσπαθούν να ανασυνταχθούν δίπλα στην κυβέρνηση της ΝΔ του Μητσοτάκη, πιέζοντας για νέες εξυπηρετήσεις.

Το κόμμα της Αριστεράς που επιδιώκει να αλλάξει τους συσχετισμούς στην πολιτική σκακιέρα, οφείλει να έχει ανοιχτούς τους υποδοχείς της γνώσης. Αυτό για να γίνει απαιτεί μια ειλικρινή ματιά στα γεγονότα και τις πράξεις του χρόνου διακυβέρνησης και η κριτική πρέπει να είναι δημιουργική και όχι τιμωρητική και εκδικητική, αλλά για να το πετύχουμε αυτό, θα πρέπει πρώτα και παράλληλα να ξαναδούμε την σχέση μας με την κυβερνητική, την αγορά και την εργασία.

Το κόμμα οφείλει να μετατραπεί σε ένα ζωντανό οργανισμό, που θα δέχεται την κάθε διαθεσιμότητα των μελών, δίχως να στιγματίζει τη διαφορά προσφοράς και δυνατότητας. Οι διαφορετικές κουλτούρες καθημερινότητας, οι διαφορετικές ταυτότητες και επιθυμίες, οι διαφορετικές πολιτικές καταγωγές, η διαφορά γνωστικού πεδίου, η διαφορά εμπειριών και οικονομικής κατάστασης, όλες οι διαφορές σε τελική ανάλυση, οφείλουν να ταιριάζουν στην υποδοχή και τη δομή του κόμματος. Όλα τα άτομα, που ενδιαφέρονται να συμμετάσχουν με τον δικό τους τρόπο, χωράνε σε μια δημιουργική ανασύνθεση καθώς ταιριάζουν οι σκοποί τους.

Η ψηφιακή διάσταση της συμμετοχής, της επικοινωνίας και ενημέρωσης των μελών, σε συνεργασία με τη διά ζώσης  συμμετοχή στις Οργανώσεις Μελών ( ΟΜ ), σε τμήματα και θεματικές οφείλουν να διασφαλίσουν την οργανωτική αλλά και θεωρητική ενδυνάμωση του οργανισμού, που μαθαίνει να ταιριάζει τον αποφασιστικό με το συμβουλευτικό ρόλο των οργανώσεων του κόμματος.

Χρειάζονται αλλαγές προς όφελος της δημιουργικής συμμετοχής, σε ένα κόμμα του 21ου αιώνα που είναι γεμάτος από κοινωνικές, οικονομικές, τεχνολογικές αλλαγές και γνώση από τις πολιτικές διαφοροποιήσεις του παρελθόντος. Ένα κόμμα που χρειάζεται τη γνώση και τη γνώμη ατόμων, που ενώ διστάζουν ή διαφωνούν με την οργανωτική δομή, μπορούν επικουρικά να συμμετέχουν σε μια δομή που δέχεται τη γνώμη τους δίχως να τους δεσμεύει στα αποφασιστικά όργανα. Αυτό σημαίνει ότι τα αποφασιστικά όργανα θα είναι οι τοπικές οργανώσεις ( ΟΜ ), τα εκλεγμένα όργανα, όπως η Κεντρική Επιτροπή και το Πολιτικό Συμβούλιο – Πολιτική Γραμματεία, το συνέδριο και τα δημοψηφίσματα.

Οι θεματικές, τμηματικές και κλαδικές οργανώσεις πρέπει να είναι επικουρικές, ανοιχτές σε φίλους και φίλες του κόμματος ή της θεματικής. Ως επικουρικές οργανώσεις θα συμβάλουν στη διαμόρφωση θέσεων χωρίς να είναι δεσμευτικές προς το κόμμα. Θα δίνεται όμως η δυνατότητα στον κόσμο με θεματικό ενδιαφέρον να γνωρίζει τους θεσμούς, τις θέσεις και τα μέλη του κόμματος. Θα συμμετέχουν από ενδιαφέρον και οι προτάσεις που θα προκύπτουν από το διάλογο, που μοιράζεται ισότιμα, θα μεταφέρονται στα αποφασιστικά όργανα και θα φιλτράρονται από αυτά. Οι κλαδικές οργανώσεις με αυτόν τον τρόπο θα ετοιμάζουν και θα ενισχύουν τις κοινωνικές, συνδικαλιστικές οργανώσεις που, ούτως ή άλλως, δεν είναι οργανωτικά δεσμευμένες από την οργανωτική του κόμματος. Δεν θα κουράζουν με την οργανωτική επανάληψη των δομών και θα δίνει στα εξωκομματικά μέλη τη δυνατότητα να λειτουργούν δημιουργικά.

Αυτή η ευελιξία συνεργασίας και ώσμωσης των απόψεων μεταξύ μελών του κόμματος και ανθρώπων εκτός κόμματος δημιουργεί ένα νέο πεδίο,  οδηγώντας  σε μια διεύρυνση και εμπλουτισμό της γνώσης αρχικά και σε μια οργανωτική μαζικοποίηση με αφορμή την εμπιστοσύνη των δυο αυτών στοιχείων στη συνέχεια. Δε χρειάζεται να φοβηθούμε τις ταυτότητες, καθώς αυτές υπάρχουν για να σηματοδοτήσουν την υπέρβασή τους σε μια νέα ταυτότητα που και αυτή, στη συγκυρία, θα αλλάζει αφού θα πετυχαίνει τους σκοπούς της.

 

Πηγή: https://karanikas.wordpress.com