Facebooktwitter
Δημήτρης Χαλαζωνίτης: Συνέντευξη με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Μεταποιήσεις» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο.

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θεμέλιο η καινούργια ποιητική συλλογή του Δημήτρη Χαλαζωνίτη με τίτλο «Μεταποιήσεις». Οδοντίατρος στο επάγγελμα, ασχολήθηκε από τα φοιτητικά του χρόνια με την ποίηση και έχει εκδώσει μέχρι σήμερα πέντε ακόμα βιβλία. Γράφει τις νύχτες, μια ποίηση κοφτερή, ορμητική. Ο Δημήτρης Χαλαζωνίτης γεννήθηκε το 1959 στο Καμερούν, οι γονείς του ήταν μετανάστες εκεί. Εκτός από τον «ιό» της ποίησης ήταν και αυτός της ενασχόλησης με τα κοινά που τον «χτύπησε» στα 14 του χρόνια −τότε ήταν που εντάχθηκε οργανωμένα στην Αριστερά− και μέχρι σήμερα δεν τον έχει εγκαταλείψει. Το 1987 ήταν ιδρυτικό μέλος της Ε.Α.Ρ, στη συνέχεια του Συνασπισμού και γραμματέας, της οργάνωσης Ψυχικού −το 2000 κατέβηκε υποψήφιος στις βουλευτικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο του Συνασπισμού−, ενώ από το 2002 έως το 2008 μέλος του Δ.Σ της εφημερίδας «ΑΥΓΗ». Τον Ιούνιο του 2010 ως «Ανανεωτική πτέρυγα» αποχώρησε από τον Συνασπισμό για τη «Δημοκρατική Αριστερά». Είναι δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Ψυχικού. Όπως λέει ό ίδιος «εδώ θα με βρείτε ακόμα να τρέχω: στους άμεσους πυρήνες της κοινωνίας και στους ακόμα πιο δύσκολους μα πιο γοητευτικούς δρόμους του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, της οικολογίας και των κοινωνικών κινημάτων. Βλέπετε, δεν ξέρω άλλους τρόπους παρά αυτόν της συνεχούς πολιτικής πράξης και των ποιημάτων».

Του κάναμε μερικές ερωτήσεις για να μάθουμε την πορεία και τις σκέψεις του.

Πώς ξεκίνησες με την ποίηση;
Φοιτητής. Θεσσαλονίκη. Η ποίηση ήταν πολύ στα πάνω της. Εγώ ήξερα μόνο τον Εθνικό ύμνο και στις κουβέντες για τους ποιητές ήμουν μουγγός. Έτσι μια μέρα μπήκα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα –τυχαία;– 4 βιβλία: «Οι πυροτεχνουργοί» του Γιώργου Μαρκόπουλου, «Το ράμφος» του Γιάννη Βαρβέρη, «Τα σύρματα» του Σωτήρη Κακίση και «Το χρονόμετρο» του Γιάννη Κοντού. Γοητεύτηκα. Ένας άλλος κόσμος. Ένας άλλος τρόπος. Αυτοί με πήραν από το χέρι και με οδήγησαν στους άλλους και σε εκείνο το παλιομόλυβο που έπιασα κι άρχισα…

Ποιοι ποιητές σε έχουν επηρεάσει;
Όπως φαίνεται από τους 4 «αρχικούς», η γενιά του ’70 και ο Μανώλης Αναγνωστάκης ήταν οι πρώτοι. Στη συνέχεια και μέχρι σήμερα το ποιητικό μου καλύβι μπάζει από παντού (επι)ροές. Ποιητές, μυθιστοριογράφοι, λαϊκοί και τελειωμό δεν έχει. Στο τελευταίο μου βιβλίο, στο τέλος αναφέρονται αρκετοί. Κι όπως γράφω, «αν τους έκλεψα ήταν γιατί πολύ ήθελα να τους μοιάσω.

Έχει ζηλέψει κάποιον/α ποιητή/τρια της γενιάς σου;
Εννοείται. Κι όχι μόνο της γενιάς μου αλλά και νεότεροι. Και χαίρομαι γιατί επιμένουν σε εποχές πολύ πιο δύσκολες από τη δική μου. Θα τις κρατήσω κρυφές αυτές τις αγάπες από εγωισμό αλλά και προσμονή. Να τους γνωρίσω.

Να γράφεις ποίηση είναι ανάγκη, ισχύει;
Είναι η έκφραση ανάγκη; Είναι το τραγούδι; Είναι το όνειρο; Αν ναι, τότε μου είναι ανάγκη. Ανάγκη κοφτερή σαν έγκλημα.

Γράφεις εύκολα;
Δεν υπάρχει αυτό. Πώς να βρεις εύκολα λέξεις που να ταιριάζουν γάντι στα δάχτυλα του κόσμου. Παιδεύομαι. Κι εκεί που νομίζω ότι τις βρήκα, τις τακτοποιώ κι αυτές… μου κάνουν άνω-κάτω τη ζωή. Άντε πάλι από την αρχή…

Το πρωί δουλεύεις σαν οδοντίατρος. Να υποθέσω ότι γράφεις βραδινές ώρες; «Βγαίνει» αυτό στην ποίησή σου;
Έχεις δίκιο. Όλα μου τα ποιήματα είναι ξενυχτισμένα. Έχω ησυχία τότε. Μια ησυχία σαν αυτή που ακολουθεί ένα χαστούκι. Το χαστούκι της ημέρας. Αυτές τις ώρες, βαθιά στο σκοτάδι, πριν το ξημέρωμα, υπάρχει ανακωχή. Η νύχτα γαληνεύει και η αυγή είναι ακόμα… κουτσομπολιό. Τότε γράφω. Φαίνεται αυτό; Μάλλον. Θα δεις πολλές φορές τις λέξεις, νύχτα, αστέρια, θα δεις σκιές και ένα σκοτάδι που διαρκώς ιδρώνει.

Η φιλοσοφία ή η ψυχολογία είναι ο μεγαλύτερος «βοηθός» σου;
Η φιλοσοφία, μάλλον. Από μεγάλη αγάπη στις λέξεις. Αλλά και από κόντρα. Βλέπεις, η φιλοσοφία χρειάζεται όλες τις λέξεις, ενώ η ποίηση καταφέρνει το ίδιο με λιγότερες. Όσο για τη ψυχολογία, μακάρι η ποίηση να ήταν τα… χάπια της.

Διαβάζουμε σήμερα ποίηση; Ή είναι μια τέχνη για την τέχνη;
Όχι πολύ. Η γραφή δεν είναι ποτέ Τέχνη για τη Τέχνη. Είναι απεύθυνση. Είναι όμως τόσες πολλές οι πληροφορίες, τόσο εύκολη και φωτεινή η εικόνα, τόσο γρήγορος ο καιρός και τόσο λίγες οι ώρες που οι ποιητές μού φαντάζουμε μια μόνιμη σύναξη εξορισμένων από το χρόνο, καταυλισμένη στα ερείπια του. Και καταλήγουμε, όπως λέει ο Springsteen, «τραυματισμένοι. Ούτε καν νεκροί». Όσο όμως υπάρχουν λέξεις θα γράφουμε. Είναι τόσο απαραίτητο να γράφεις εναντίον του θανάτου….

Είναι βιωματικά τα ποιήματά σου;
Θα σου απαντήσω με ένα στίχο. Από τη μια μπαίνει η ζωή που έζησα, από την άλλη βγαίνει η ζωή που γράφω.

Η πολιτική πώς συμβαδίζει με την ποίηση;
Η ποίηση δεν κάνει πολιτική. Μπορεί όμως να είναι πολιτική πράξη. Οι λέξεις είναι μυρμήγκια. Κουβαλάνε φορτίο μεγαλύτερο από το βάρος τους. Ο Κόσμος όμως ανήκει στις πληγές, τους θρήνους και τα όπλα. Αν το ποίημα καταφέρει να μπει ανάμεσα, αν μπορέσει να κάνει το «…χειμώνας γύρω μου, μα μέσα μου ένα αήττητο καλοκαίρι…», τότε ίσως να έχει κάνει και σπουδαία πολιτική.

Πιστεύεις ακόμα στην «ποιητική της Αριστεράς»; 
Δεν πίστεψα ποτέ σε καμία ποιητική της αριστεράς. Μόνο στην ποιητική των ανθρώπων. Όμορφη σαν τα παιδιά κάθε αμαρτίας. Κάθε ονείρου.

Διδάσκεται η ποίηση και πώς; Μπορείς να δώσεις μια συμβουλή σε έναν νέο ποιητή;
Διδάσκεται το συναίσθημα; Ο έρωτας; Η οργή; Ο θάνατος; Και ποιος είμαι εγώ για να δώσω συμβουλές; Το μόνο που θα τολμούσα να πω είναι να διαβάζει πολύ και να ζει το παρόν του πολύ γιατί ο χρόνος γελά μαζί μας σαν παιδί που κάνει ζαβολιές για να κερδίζει πάντα. Και μην ανησυχούν. Αν ακούν προσεχτικά ακόμα και το τίποτα θα τους τραγουδήσει…

Αυτά. Νύχτωσε, όμως. Καληνύχτα… ίσως γράψω… κι αν τα καταφέρω θα κλείσω το φως και θα χαμογελάσω με… χαλασμένα δόντια.

 

Πηγή: https://www.athensvoice.gr/