Facebooktwitter

Η κρίση είναι βαθιά, θα γίνει βαθύτερη και η οικονομία θα γυρίσει σε ύφεση το 2020» είπε σήμερα ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας. Αναγνώρισε, για πρώτη φορά δημόσια, ότι η χώρα – λόγω της κρίσης του κορονοϊού – επιστρέφει σε τροχιά ύφεσης, επιβεβαίωσε πως ο προϋπολογισμός του 2020 έχει πάψει να υφίσταται, και είπε πως μετά την πανδημία «ο πλούτος της χώρας θα συρρικνωθεί».

Εκείνο που δεν είπε, και δεν απάντησε, ο Χρήστος Σταϊκούρας είναι αφενός πόσο βαθιά θα είναι αυτή η ύφεση και η οικονομική συρρίκνωση, και αφετέρου ποιοι και πως θα πληρώσουν το βαρύτερο τίμημα. Και, κυρίως, τι θα κάνει η κυβέρνηση γι αυτούς.

Ως προς το πρώτο, μια αρχική τάξη μεγέθους για τους υπολογισμούς της κυβέρνησης έδωσε – έστω και με νεφελώδη τρόπο – ο υφυπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης. Εκτίμησε ότι η ύφεση στην χώρα μας μπορεί να φθάσει φέτος και το πάνω από το 8%.

Πιο εμπεριστατωμένη μάλλον, και αναλυτική είναι η εκτίμηση της Morgan Stanley η οποία προβλέπει ύφεση τουλάχιστον 5,3% φέτος και συνολική συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ λόγω της κρίσης κατά 8,1%.

Εάν επαληθευθεί αυτή η πρόβλεψη, σημαίνει πως η ελληνική οικονομία θα έχει απώλειες 15,3 δισ. ευρώ φέτος, δηλαδή από 1 έως 2 δισ. ευρώ τον μήνα στο διάστημα που ακολουθεί ώς το τέλος του έτους. Και είναι προφανές πως πρόκειται για το χειρότερο δυνατό σενάριο, την ώρα ακριβώς που η ελληνική οικονομία επιχειρούσε το μεγάλο βήμα μετά την δεκαετή κρίση χρέους και την έξοδο από τα Μνημόνια.

Για να γίνει σαφές το μέγεθος αυτής της συρρίκνωσης, φτάνει να συγκριθεί με τις απώλειες που είχε το ΑΕΠ της χώρας στα χρόνια της μνημονιακής κρίσης: Η μεγαλύτερη ύφεση σ’ αυτή την δεκαετία είχε καταγραφεί το 2012 όταν το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 7,3%.

Εδώ πάντως, η θετική παράμετρος είναι πως τόσο ο Χρήστος Σταϊκούρας, όσο και η Morgan Stanley εκτιμούν ότι θα πρόκειται για βραχεία – one off – ύφεση, και πως αμέσως μετά η ελληνική οικονομία θα εμφανίσει εξίσου οξεία ανάκαμψη. Η πρόβλεψη, μάλιστα, της αμερικανικής επενδυτικής τράπεζας είναι πως η ελληνική οικονομία θα εμφανίσει ρυθμό ανάπτυξης 6,3% το 2021.

Το δεύτερο, ωστόσο, και κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτή η ανάκαμψη θα αντικατοπτριστεί και σε όρους εισοδήματος – και δη, στο εισόδημα των εργαζομένων που ήδη πληρώνουν το πιο βαρύ τίμημα στην πανδημία.

Μέχρι στιγμής, η ελληνική κυβέρνηση έχει προχωρήσει στη λήψη μέτρων 4,7 δις για να καλύψει επιχειρήσεις και εργαζόμενους από το πρώτο κύμα των συνεπειών της κρίσης – μέτρα τα οποία αντιστοιχούν στο 2,5% του ΑΕΠ της χώρας. Με δεδομένο ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας έχει ήδη καταπέσει, θεωρητικά τα χέρια της κυβέρνησης είναι λυμένα για να προχωρήσει και σε πρόσθετα ακόμη πιο επιθετικά μέτρα. Ο ίδιος ο υπουργός Οικονομικών προανήγγειλε σήμερα νέες παρεμβάσεις που θα ανακοινωθούν την επόμενη εβδομάδα, τα έως τώρα δείγματα όμως δεν είναι ενθαρρυντικά για τους εργαζόμενους.

Η επιδότηση των 800 ευρώ για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο παραπέμπουν απλώς σε επιδοτούμενες μαζικές απολύσεις – καθώς δεν υπάρχει καμία ρήτρα προστασίας των εργαζομένων για το διάστημα μετά από το κρίσιμο δίμηνο – ενώ από την σχετική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου προκύπτει ότι δίνεται η δυνατότητα στους εργοδότες να περιορίσουν στο ήμισυ τον χρόνο απασχόλησης, και μαζί και τις αποδοχές, των εργαζομένων στην περίοδο της κρίσης και για διάστημα έξι μηνών.

Με αυτά τα δεδομένα, προκύπτει ορατή και άμεση απειλή κατάρρευσης κάθε δικλείδας ασφαλείας στην αγορά εργασίας – γεγονός που επεσήμαναν σήμερα με κοινή δήλωσή τους και οι τρεις αρμόδιοι τομεάρχες του ΣΥΡΙΖΑ, οι Ευκλείδης Τσακαλώτος, Νίκος Παππάς και Εφη Αχτσιόγλου.

«Αντί για προστασία των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, η κυβέρνηση θεσμοθετεί μηχανισμό μαζικών γρήγορων απολύσεων», αναφέρουν μεταξύ άλλων, προσθέτοντας: «Αντί για πλήρη κάλυψη των μισθών, προβαίνει στη χορήγηση έκτακτου επιδόματος κατώτερου του κατώτατου μισθού μετατρέποντας την πλειονότητα των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα σε ανέργους.

Αντί για προστασία των συμβάσεων εργασίας θεσμοθετεί εν κρυπτώ, γρήγορο κι εύκολο σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, όπου για έξι μήνες οι μισοί εργαζόμενοι μιας επιχείρησης θα δουλεύουν τη μια εβδομάδα και οι άλλοι μισοί την άλλη, λαμβάνοντας προφανώς μισό μισθό. Και τούτο ανεξαρτήτως από το αν έχει οικονομικές δυσχέρειες η επιχείρηση…

…Αυτό που χρειάζονται σήμερα οι εργαζόμενοι, οι επιχειρήσεις και η οικονομία είναι άμεσα, οριζόντια, προληπτικά και όχι πυροσβεστικά μέτρα για τη στήριξη της απασχόλησης και της οικονομίας. Με ένα ισχυρό πακέτο δημόσιων δαπανών, ένα μεγάλο πρόγραμμα εγγυήσεων για τις επιχειρήσεις και την επανεκκίνηση των μεγάλων έργων υποδομής. Με όρο τη διατήρηση των υφιστάμενων συμβάσεων εργασίας και όχι την παραγωγή ενός νέου κύματος ανέργων και εργαζόμενων φτωχών».