Facebooktwitter

Στους προηγούμενους αιώνες η άμυνα μιας χώρας συναρτάτο από τον αριθμό των μαχητών που διέθετε, την εκπαίδευση και τη δύναμη τους αλλά και την ικανότητα των στρατηγών και τα μέσα που είχε στη διάθεση της.
Όλοι όμως θεωρούν δεδομένο ότι στους επόμενους αιώνες κεντρικό ρόλο, εκτός από τα παραπάνω, θα παίζουν οι χειριστές κομπιούτερ και τα εξελιγμένα οπλικά συστήματα που θα έχουν ενσωματώσει την τεχνητή νοημοσύνη και τα πιο προηγμένα λογισμικά…
Σήμερα πάντως όλοι πιστεύουμε ότι ο τεχνολογικός ανταγωνισμός θα οξυνθεί, ενώ η εξέλιξη της τεχνολογίας θα επηρεάσει την ασφάλεια και την άμυνα και γενικότερα τις γεωστρατηγικές και γεωπολιτικές σχέσεις παγκόσμια. Είναι γεγονός πως οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας χρειάζονται ενίσχυση και ακούγονται διάφορα τόσο για τα μαχητικά F35  όσο και για την διαπραγμάτευση για την αγορά των γαλλικών φρεγατών. Βέβαια μετά από την πανδημία που βρίσκεται σε εξέλιξη όλες οι συζητήσεις για τα εξοπλιστικά προγράμματα θα πρέπει να μπουν σε διαφορετική βάση. Είναι εύλογο όμως να θα αναρωτιόμαστε αν σε βάθος 10ετίας ή 20ετίας οι πολεμικές συγκρούσεις θα διαδραματίζονται όπως έχουμε μέχρι στιγμής παρακολουθήσει  ή αν οι ένοπλες δυνάμεις της Χώρας μας θα κληθούν να αντιμετωπίσουν απειλές με τη μορφή κυβερνοπολέμου, ηλεκτρονικού πολέμου ή άλλου είδους απειλή.

Σίγουρα δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως θα υπάρξει τέτοια άμεση αλλαγή στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου και των στρατιωτικών επιχειρήσεων και σίγουρα δεν μπορούμε να επενδύσουμε τα κονδύλια και τους πόρους μόνο στις νέες τεχνολογίες θεωρώντας πως το πεδίο της μάχης θα κριθεί αποκλειστικά στο πεδίο της τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, του ηλεκτρονικού πολέμου και των drones και είναι λογικό να ενισχύσουμε τις Ένοπλες Δυνάμεις. Είναι ξεκάθαρο όμως πως ζούμε σε μια εποχή τεχνολογικής ανάπτυξης και της 4ης βιομηχανικής επανάστασης η οποία θα αλλάξει και τη μορφή των πολεμικών επιχειρήσεων.

Κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, στις δεκαετίες μεταξύ1850-1880 υπήρξε μια πρώτη φάση εκβιομηχάνισης των ενόπλων συγκρούσεων κυρίως στον τομέα των μεταφορών και των μεθόδων ανεφοδιασμού με την χρήση των τρένων αλλά  και των πλοίων που άρχισαν να λειτουργούν με μηχανές και μετεξελίσσονταν από ξύλινα σε μεταλλικά αλλά και την αυτοματοποίηση που υπήρξε στην παραγωγή νέων φυσιγγίων και παραγωγής τυφεκίων και πυροβόλων όπλων (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο αμερικανικός εμφύλιος και πως η πρόοδος της τεχνολογίας έγειρε την πλάστιγγα). Από εκείνη την εποχή και μετά η εξέλιξη της τεχνολογίας κινήθηκε ραγδαία στον τομέα των μεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, της χαλυβουργίας, των μηχανών εσωτερικής καύσης, στα υδραυλικά και βιομηχανικά μηχανήματα.

Σημείο καμπής αποτελούν ο 1ος και ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος όπου η ανάπτυξη των εξοπλισμών και της τεχνολογίας υπήρξε αστραπιαία και καταλυτική. Αεροπλάνα, τανκς, βλήματα και καράβια μέσα σε λίγα μόνο χρόνια όχι μόνο κατασκευάζονταν σε ταχύτερους χρόνους και σε μεγαλύτερες ποσότητες αλλά εμφανίζονταν και συνεχώς βελτιωμένα. Ο 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος έληξε και τυπικά με γη χρήση ενός όπλου που διέθετε μόνο η μια πλευρά, των ατομικών βομβών που ρίχτηκαν σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι, υποχρεώνοντας την Ιαπωνία σε χωρίς όρους συνθηκολόγηση. Ακολούθησε ο «ψυχρός πόλεμος» που οι δυο μεγάλες στρατιωτικές συμμαχίες (ΝΑΤΟ και Σύμφωνο Βαρσοβίας)  ανταγωνίζονταν στην απόκτηση  πυρηνικών.

Σήμερα λοιπόν βρισκόμαστε στη φάση όπου πολλές χώρες επενδύουν και στην ανάπτυξη συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου. Ήδη παρακολουθούμε πολλές κυβερνοεπιθέσεις αλλά και εκστρατείες παραπληροφόρησης ως μέσα επίθεσης. Ταυτοχρόνως αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και τα κονδύλια  που επενδύονται στην ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Πολλοί είναι εκείνοι που ισχυρίζονται πως τις επόμενες δεκαετίες η μορφή των ένοπλων συγκρούσεων θα έχει αλλάξει, ενώ υπάρχει μεγάλη συζήτηση για το ηθικό δίλλημα που τίθεται: Ποιος θα παίρνει την ευθύνη για μια πολεμική επίθεση, το μηχάνημα ή ο άνθρωπος;
Σήμερα υπάρχουν αναφορές για τελείως αυτόνομα όπλα (όπως το  Ισραηλινό Harpy ή το ρωσικό τεθωρακισμένο Soratnik), ενώ ακόμα δεν υπάρχει μαζική παραγωγή οπλικών συστημάτων όπου δεν θα εμπλέκεται καθόλου ο ανθρώπινος παράγοντας. Τα οπλικά συστήματα είτε για να ξεκινήσουν είτε για να εκτελέσουν μια εντολή ουσιαστικά ακολουθούν τις οδηγίες του χειριστή.

Δεν μπορούμε όμως να εθελοτυφλούμε  καθώς δεν υπάρχει ούτε σαφές ερώτημα, ούτε σαφής υπόθεση. Γίνονται έρευνες για την απόλυτη αυτονομία των μηχανημάτων και των πολεμικών μηχανών και πολύ σύντομα θα υπάρχει η δυνατότητα να αποφασίζει (πχ ένα drone που φέρει οπλισμό) με βάση τα δεδομένα που θα επεξεργάζεται το λειτουργικό του σύστημα αν θα εμπλακεί σε μία σύγκρουση ή που θα επιτεθεί και ποιόν στόχο θα επιλέξει. Τότε θα υπάρξει με σαφήνεια το ερώτημα, ποιος παίρνει την απόφαση και αν θα αφήσουμε την τελική «ετυμηγορία» σε έναν υπολογιστή; Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να υπερβεί την ανθρώπινη συνείδηση;

Υπάρχουν εκείνοι που ισχυρίζονται πως η μεγαλύτερη εμπλοκή μηχανών θα σώσει ανθρώπινες ζωές, ζωές στρατιωτών που δεν θα πάρουν μέρος στη σύγκρουση και οι υπέρμαχοι της άποψης πως την τελική απόφαση πάντα πρέπει να την παίρνει ο άνθρωπος καθώς το λειτουργικό σύστημα μπορεί να καταρρεύσει, να μπλοκάρει είτε να έχει λάθος δεδομένα, με αποτέλεσμα λάθος αποφάσεις αλλά και την παραβίαση των αρχών της συνθήκης της Γενεύης. Είναι αυτονόητο πως αντίστοιχα των συνθηκών για τα βιολογικά ή τα χημικά όπλα θα πρέπει να υπάρξει στα πλαίσια των διεθνών οργανισμών συνθήκη για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις πολεμικές συγκρούσεις.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις τη χώρας μας όμως σήμερα χρειάζεται να ενισχυθούν και στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι αναγκαίο  να είμαστε ειλικρινείς και να κάνουμε σαφές πως δύσκολα θα μπορέσουμε να ανταγωνιστούμε χώρες που έχουν ήδη επενδύσει και προχωρήσει αρκετά βήματα σε αυτό τον τομέα. Τα κονδύλια  που διατίθενται  από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία είναι αστρονομικά, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες στο σύνολο τους έχουμε μείνει αρκετά πίσω…Ειδικά σήμερα με την υγειονομική και την οικονομική κρίση που εξελίσσεται παγκόσμια η χώρα μας δε θα έχει τις οικονομικές δυνατότητες εκείνες να χρηματοδοτήσει τεράστια ποσά σε αυτό τον τομέα.

Οφείλουμε όμως να επενδύσουμε σε συνεργασία με πανεπιστήμια, τις εταιρείες αμυντικής βιομηχανίας (κρατικές και ιδιωτικές), με τις στρατιωτικές σχολές, στη έρευνα, στις δεξιότητες, την καινοτομία και την ανάπτυξη προηγμένων τεχνολογιών. Η επένδυση στην τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις όχι μόνο στο πολεμικό μέτωπο, αλλά και στους τομείς των τηλεπικοινωνιών, της συλλογής πληροφοριών, στη βιομηχανική παραγωγή, την αναγνώριση απειλών αλλά και στην υγειονομική κάλυψη και περίθαλψη. Το μέλλον είναι δεδομένο ότι θα είναι digital. Εμείς θα μείνουμε στην εποχή του «μαυροπίνακα»; Μήπως ήρθε η ώρα να αναπτύξουμε την ελληνική γνώση, δεξιότητα και καινοτομία; Οι νέες τεχνολογίες θα είναι καταλύτης ως πολλαπλασιαστής ισχύος και ανάπτυξης των Ενόπλων Δυνάμεων.

*Ο Γιώργος Μπαλάφας είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και Περιφερειακός Σύμβουλος Αττικής