Facebooktwitter

Συνέντευξη με τον καθηγητή Λόη Λαμπριανίδη για την πρόταση της Κομισιόν των 750 δισ. ευρώ

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Δ. Κλαυδιανός

Μια γενική, πρώτα, εκτίμηση της πρότασης της Κομισιόν, σε σχέση με την πορεία της ΕΕ. Τι συνιστά;

Αδιαμφισβήτητα η πρόταση της Επιτροπής για το Ταμείο Ανάκαμψης (Next Generation EU), στο βαθμό βέβαια που καταλήξει όπως έχει προταθεί, αποτελεί θετική εξέλιξη για την ΕΕ και ιδιαίτερα για τον Ευρωπαϊκό Νότο. Στην πράξη, φαίνεται να σπάει το ταμπού δεκαετιών νεοφιλελεύθερης λιτότητας, που στοίχισε ακριβά στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τις συνέπειές της τις ζήσαμε δραματικά στη χώρα μας. Η πρόταση έχει έντονα στοιχεία αμοιβαιοποίησης και αναδιανομής (π.χ. η Ελλάδα παίρνει το 4,3% του Ταμείου Ανάκαμψης, ενώ η συμβολή της στο ευρωπαϊκό ΑΕΠ είναι 1,3%), πράγμα που συνιστά, ενδεχομένως, αλλαγή παραδείγματος σε σχέση με τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν τη δεκαετία 2009-2019. Διεθνώς, και ανεξάρτητα από το ιδεολογικό-πολιτικό πρόσημο των κυβερνώντων, φαίνεται ότι επικρατεί η αντίληψη πως για να αντιμετωπιστούν οι βαριές οικονομικές συνέπειες αυτής της παγκόσμιας κρίσης και της επιγενόμενης ύφεσης χρειάζονται πολύ δραστικές κρατικές παρεμβάσεις. Απαιτείται τα κράτη «να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν» (“whatever it takes”), δηλαδή μια γενναία δημόσια παρέμβαση για την ενίσχυση επιχειρήσεων και εργαζομένων. Η Επιτροπή, με την πρότασή της, δείχνει ότι κατανοεί πως χρειάζεται άμεση και μεγάλης κλίμακας παρέμβαση ώστε η κρίση να μπορέσει να ξεπεραστεί όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Επίσης, αναγνωρίζοντας την επείγουσα ανάγκη στήριξης των πιο αδύναμων οικονομιών άμεσα, προτείνει ταυτόχρονα την αύξηση των διαθέσιμων πόρων του προϋπολογισμού της για το 2020 κατά 11,5 δισ. ευρώ. Αναγνωρίζει, δηλαδή, πως πρέπει να κάνει αυτό που έκαναν και οι περισσότερες χώρες του πλανήτη: ένα γενναιόδωρο εμπροσθοβαρές πρόγραμμα για την υποστήριξη της οικονομίας, όπως ακριβώς πρότεινε η αξιωματική αντιπολίτευση με το «Μένουμε Όρθιοι Ι και ΙΙ». Η χρονική στιγμή της στήριξης της οικονομίας για να αντιμετωπίσει το σοκ της πανδημίας είναι κεντρικής σημασίας και δυστυχώς, επειδή οι διαδικασίες της ΕΕ είναι βαριές, είναι βέβαιο πως η πρόταση για το Ταμείο Ανάκαμψης θα αργήσει.

Η Γερμανία αντιλήφθηκε ότι η Ευρώπη είναι η πρώτη επιλογή της, με ποινή, αν δεν το κατανοήσει, τον δικό της ρόλο διεθνώς;
Μάλλον, επιδιώκει να περιορίσει τη ζημιά που θα υποστεί. Δεν είναι σαφές εάν αρχίζει να συγκροτεί διαφορετικό όραμα για την Ευρώπη, κάτι μάλλον δύσκολο, άλλωστε. Μπορεί να κατανοεί πως η Ευρώπη είναι η πρώτη επιλογή της, αλλά με ωφελιμιστικό τρόπο προκειμένου αυτή να είναι επικερδής για την ίδια και εξαναγκαστική για άλλους. Πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί η πρόταση για να μπορέσουμε να μιλήσουμε με κάποια βεβαιότητα.

Η Αριστερά στην Ευρώπη –και εμείς εδώ– πάντοτε θέταμε ζήτημα αμοιβαιοποίησης και αναδιάρθρωσης χρεών αλλά και ζήτημα αυξημένου προϋπολογισμού –5% του ΑΕΠ– για να επιτευχθεί η σύγκλιση. Άρα, ως βήμα, μπορούμε να πούμε ότι είναι στο πλαίσιο, εν μέρει, των θέσεων και της Αριστεράς;
Φαίνεται πως οι κυρίαρχες δυνάμεις στην ΕΕ συνειδητοποίησαν το μέγεθος της οικονομικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία. Είναι χαρακτηριστικό πως οι πανίσχυροι Σύνδεσμοι Βιομηχάνων Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας με κείμενό τους που δημοσιεύτηκε στις 12 Μαΐου με τίτλο «Οι προτεραιότητές μας για την ευρωπαϊκή ανάκαμψη: Αλληλεγγύη, βιωσιμότητα και ψηφιοποίηση» δηλώνουν πως ανησυχούν βαθιά για τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις της πανδημίας. Υποστηρίζουν πως απαιτείται μια τεράστιας κλίμακας δημόσια στήριξη, πρωτόγνωρη για περίοδο ειρήνης και με υψηλό βαθμό αλληλεγγύης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Επιτροπή συνειδητοποίησε επίσης το συστημικό κίνδυνο για τη συνοχή της ΕΕ που μπορεί να προκύψει από τη διόγκωση του χρέους στην Ιταλία αλλά και τη δυσαρέσκεια των πολιτών του Νότου. Η πρότασή της, επομένως, αποτελεί μια σημαντική κίνηση για την πολιτική διάσωση της ΕΕ γιατί οι ευρωπαϊκοί λαοί, κυρίως του Νότου, τα τελευταία χρόνια ήταν απογοητευμένοι και η εμπιστοσύνη τους απέναντι στην ΕΕ έχει κλονιστεί βαθύτατα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, πλέον, ομολογείται ότι η διαχείριση κρίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν μπορεί να έχει τον «τιμωρητικό» χαρακτήρα όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, είτε μιλάμε για το 2009 είτε το 2015. Η πρόταση της Επιτροπής, που όλοι λίγο πολύ υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό, περιλαμβάνει μέτρα που είναι πάγιες διεκδικήσεις των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης: αμοιβαιοποίηση του χρέους, κατανομή με βάση τις ανάγκες, αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού κ.λπ. Αναμφίβολα, λοιπόν, είναι αποτέλεσμα και των διαχρονικών πιέσεων από την Αριστερά και τις χώρες του Νότου για μια νέα αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Κυρίως όμως, για να μην «παραμυθιαζόμαστε», είναι αποτέλεσμα του μεγέθους της κρίσης που καθιστά τη στροφή αυτή, περίπου, μονόδρομο και πιθανώς όχι μια γενικότερη αλλαγή πλεύσης.

Τι ακριβώς πρότεινε η Επιτροπή;
Θα ενισχύσει τον προϋπολογισμό της ΕΕ κατά 750 δισ. Περιλαμβάνει 500 δισ. σε επιχορηγήσεις και 250 δισ. σε δάνεια για τη διασφάλιση της συνοχής της ΕΕ και την προώθηση των στρατηγικών της προτεραιοτήτων. Οι πόροι θα δοθούν στα κράτη-μέλη, τις περιφέρειες και τους τομείς της οικονομίας που έχουν πληγεί βαρύτερα από την κρίση. Το Ταμείο χωρίζεται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος, που αποτελεί το βασικό όχημα, ονομάζεται Διευκόλυνση Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Recovery and Resilience Facility), αφορά τη στήριξη των κρατών-μελών με συνολικό προϋπολογισμό 560 δισ. (310 δισ. επιχορηγήσεις και 250 δισ. δάνεια). Θα χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις για την ανάκαμψη και ανθεκτικότητα, μεταξύ άλλων σε σχέση με την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, σύμφωνα με τους στόχους που προσδιορίζονται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Τα υπόλοιπα 190 δισ. μοιράζονται στους άλλους δυο πυλώνες. Δηλαδή, αφενός στην επανεκκίνηση της οικονομίας και συμβολή στην επανεκκίνηση των ιδιωτικών επενδύσεων, αφετέρου στην αντιμετώπιση των στρατηγικών προκλήσεων της ΕΕ, δηλαδή την αξία της ευρωπαϊκής συνεργασίας και την αναγκαιότητα να είναι ανθεκτική σε μελλοντικά σοκ. Έτσι, περικοπές που έχουν γίνει σε τομείς όπως η συνοχή και ο αγροτικός τομέας «αποζημιώνονται» με μικρά προγράμματα, προκειμένου να καμφθούν οι αντιρρήσεις χωρών του Νότου και της Ανατολικής Ευρώπης.

Από πλευράς μεγέθους, τα 750 δισ. πόσο καλύπτουν τις ανάγκες, αυτή τη στιγμή, της ΕΕ;
Το ποσό είναι μικρό σε σχέση με αυτά που δίνει κάθε χώρα για την ανάταξη της οικονομίας της, αλλά και εν σχέσει με τις ανάγκες που προκαλεί η κρίση. Όμως ας μην ξεχνάμε πως η ΕΕ δεν είναι ομοσπονδία και ότι υπάρχει πάρα πολύ μεγάλη δυστοκία εδώ και δεκαετίες για αύξηση του προϋπολογισμού της.

Έως ότου γίνει η πρόταση απόφαση (Ιούνιο και Ιούλιο) υπάρχουν πολλές αβεβαιότητες και αντιδράσεις. Όμως μπορεί να ανατραπεί πλήρως ή θα είναι κάπως έτσι;
Πιστεύω πως σε γενικές γραμμές θα ισχύσει η πρόταση της Επιτροπής, όμως τίποτε δεν είναι δεδομένο. Δεν ξέρουμε πώς θα καταλήξει η πρόταση ως προς το ύψος της χρηματοδότησης, τη σχέση δάνεια-επιχορηγήσεις, το βαθμό της αμοιβαιοποίησης του χρέους, τους όρους και τις αιρεσιμότητες για την εκταμίευση των χρημάτων, τους χρόνους εκταμίευσης κ.ά. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που χρήζουν διευκρινήσεων και όπως γνωρίζουμε πολλές φορές «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες». Θα είναι μακρύς ο δρόμος πριν καταλήξει να οριστικοποιηθεί η πρόταση, δεδομένων και των αντιδράσεων που διατυπώνονται. Στα ζητήματα κοινοτικού προϋπολογισμού απαιτείται ομοφωνία για λήψη αποφάσεων και επειδή οι θέσεις των χωρών απέχουν πολύ μεταξύ τους, οι διαπραγματεύσεις αναμένονται σκληρές. Όπως, όμως, συμβαίνει πάντα, αναμένεται ότι θα επιτευχθεί τελικά κάποιου είδους συμφωνία. Δυστυχώς η συνήθης πρακτική είναι “too little too late”, μακάρι αυτό να αλλάξει. Στο συγκεκριμένα θέμα υπάρχουν αρκετά πιθανά εμπόδια, όπως η αντιπαράθεση με τους φειδωλούς τέσσερις (Αυστρία, Ολλανδία, Σουηδία και Δανία), που φαίνεται να μην έχουν μάθει τίποτα από την κρίση του 2009. Την αναμενόμενη αντίθεση κάποιων χωρών (Ιρλανδία) στην αύξηση των ιδίων πόρων της Επιτροπής μέσω περιορισμού του φορολογικού ανταγωνισμού. Οι αιρεσιμότητες που αφορούν μεταρρυθμίσεις ίσως δεν γίνουν ευνοϊκά δεκτές από χώρες όπως η Ιταλία, ενώ αυτές που αφορούν σεβασμό του κράτους δικαίου είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συναντήσουν την αντίδραση χωρών όπως Ουγγαρία και Πολωνία.

Το ζήτημα των αιρεσιμοτήτων υπάρχει, ήδη το έθεσε ο Ντομπρόφσκις. Είναι εύκολο όμως να περάσει από χώρες όπως η Ιταλία; Πόσο μπορεί να μας φέρουν πίσω σε είδος μνημονίου; Μπορεί να μπει δυσμενέστερο καθεστώς για την Ελλάδα; Η Κομισιόν βάζει προδιαγραφές για το πώς θα αξιοποιηθούν οι πόροι;
Οι χώρες που θα αιτηθούν πόρους από το Ταμείο πρέπει να καταθέσουν αναλυτικά σχέδια δημόσιων επενδύσεων και συνοδευτικών μεταρρυθμίσεων, τα οποία πρέπει να συμβαδίζουν με τις βασικές προτεραιότητες της ΕΕ: την πράσινη μετάβαση, την ψηφιακή ατζέντα και την ενίσχυση της «ανθεκτικότητας» των οικονομιών της ΕΕ. Επιπλέον, θα πρέπει να συμμορφώνονται με τις συστάσεις πολιτικής του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (δηλαδή τη διαδικασία συντονισμού οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της ΕΕ). Τα εθνικά αυτά σχέδια θα εξετάζονται και θα εγκρίνονται από την Κομισιόν. Υπάρχουν όμως πιέσεις οι ενισχύσεις να δίνονται με όρο την επιβολή μεταρρυθμίσεων. Για παράδειγμα, ο Ντομπρόβσκις, αντιπρόεδρος  της Επιτροπής, δήλωσε ρητά ότι «δεν μιλάμε μόνο για επενδύσεις, αλλά και για μεταρρυθμίσεις, για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας των οικονομιών των κρατών-μελών μέσω μεταρρυθμίσεων». Μένει να φανεί πόσο ασφυκτικό θα είναι αυτό το πλαίσιο ιδίως για την Ελλάδα.

Ήδη το ζήτημα μπήκε και στην εσωτερική πολιτική. Η κυβέρνηση και ο φιλοκυβερνητικός Τύπος μιλούν για «τη μεγάλη ευκαιρία» πέραν της ανάκαμψης για «αλλαγή τροχιάς» κτλ. Ποια είναι η άποψή σου;
Η Ελλάδα θα λάβει 22,5 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και 9,4 δισ. ευρώ σε δάνεια, αλλά μια βαθειά πτωχευμένη χώρα δεν έχει ανάγκη από δάνεια. Ως ποσό αποτελεί μεγάλη ευκαιρία αλλά και πρόκληση συνολικά για το πολιτικό σύστημα της χώρας να το αξιοποιήσει ορθολογικά για την ανόρθωση της οικονομίας. Είναι περίπου βέβαιο ότι μέχρι την τελική συμφωνία τα δεδομένα θα αλλάξουν, το ποσό θα είναι μικρότερο και με χειρότερους ενδεχομένως όρους, όμως παρόλα αυτά είναι πολύ σεβαστό! Η Ελλάδα προβλέπεται να πάρει πολλά γιατί ακριβώς είναι από τις χώρες που, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, θα πληγούν περισσότερο από την ύφεση. Έτσι, σε αδρές γραμμές μπορούμε να πούμε πως την επόμενη προγραμματική περίοδο 2021-27 η χώρα θα έχει στη διάθεση της: αυτά τα 32 δισ., άλλα 20 του ΕΣΠΑ, 2 δισ. επιστροφές των κερδών Κεντρικών Τραπεζών (ANFAs/SMPs), 2-3 δισ. ετησίως εθνικών πόρων που θα χρειαστούν για τη συγχρηματοδότηση των κοινοτικών πόρων, τέλος 1,5 δισ. τουλάχιστον από το πρόγραμμα SURE και 4 δισ. από το European Guara­ntee Fund της ΕΤΕπ για αντιμετώπιση του κορονοϊού . Δηλαδή, η χώρα θα διαθέτει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό του συνήθους. Είναι σαφές ότι έχει τη μεγάλη ευκαιρία όχι απλώς να ανακάμψει, αλλά και να αλλάξει αναπτυξιακή πορεία! Όμως, για να απορροφηθούν αυτά τα χρήματα πρέπει να κατατεθούν σοβαρές προτάσεις, να υπάρχουν ώριμα επενδυτικά σχέδια, κάτι καθόλου αυτονόητο. Είναι αισιόδοξο να διατυπώνει ο πρωθυπουργός πως «η διαχείριση αυτών των μεγάλων ποσών θα πρέπει να γίνει με σχέδιο, με σύνεση… Είναι μια μεγάλη ευκαιρία να μεταμορφώσουμε την πατρίδα μας και να το χρησιμοποιήσουμε για να μετασχηματίσουμε το αναπτυξιακό μας μοντέλο». Όμως, κοιτάζοντας στο παρελθόν, φαίνεται ότι οι κυβερνήσεις διαχειρίστηκαν πολλά τέτοια «πακέτα ενισχύσεων» (Σχέδιο Μάρσαλ, ΜΟΠ, 5 πλαίσια στήριξης της ΕΕ) χωρίς το ανάλογο αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Δεν έχουμε περιθώριο να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο. Εάν τελικά θα αποτελέσει μια μεγάλη ευκαιρία ή όχι εξαρτάται από τι θα σχεδιαστεί και κυρίως τι θα υλοποιηθεί. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι η συνήθης «μεγάλη ευκαιρία» για τους φίλους της κυβέρνησης, για το τρόπαιο της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

Ήδη έχει ανοίξει διάλογος εντός της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης για το πώς θα διατεθούν οι πόροι. Κάποιοι λένε μειώσεις εισφορών, φοροελαφρύνσεις κ.ά. στη ρότα της υπάρχουσας πολιτικής. Άλλοι μιλούν περισσότερο για διαρθρωτικά μέτρα. Άλλοι ότι είναι ευκαιρία για «μεταρρυθμίσεις». Πώς τα σχολιάζεις όλα αυτά;
Οι πόροι πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να βγει η οικονομία από τη νέα ύφεση της πανδημίας αλλά προς την κατεύθυνση της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού υποδείγματος της χώρας. Να αξιοποιηθεί δηλαδή η κρίση και ως ευκαιρία για να αλλάξει το παραγωγικό υπόδειγμα. Η πανδημία έφερε στην επιφάνεια την ανάγκη για ριζική αλλαγή των ασκούμενων πολιτικών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οι προοδευτικές δυνάμεις μπορούν να δώσουν πειστικές, για τις κοινωνικές ανάγκες, απαντήσεις. Όχι με επιστροφή στο παρελθόν, αλλά με σύγχρονες προτεραιότητες και ανάγκες που θέτουν οι νέες συνθήκες αξιοποιώντας και την αξιακή αναδιάταξη που έφερε η κρίση, καθώς θέτει σε ριζική αμφισβήτηση τα νεοφιλελεύθερης έμπνευσης δόγματα.

Είναι η κρίση ευκαιρία για αναδιάρθρωση και ποιου προσανατολισμού;
Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα και με τα γραφόμενα της Ναόμι Κλάιν στο Δόγμα του Σοκ, ότι οι υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς (φιλελεύθερες κυβερνήσεις, Παγκόσμια Τράπεζα, ΔΝΤ κ.ά.) εκμεταλλεύονται τέτοια τρομακτικά σοκ, όπως η πανδημία, για να επιβάλουν τις ακραίες πολιτικές τους, να επιβάλουν τον «καπιταλισμό της καταστροφής» που σταδιακά απεκδύεται τα δημοκρατικά του ενδύματα. Τέτοιες παρεμβάσεις συντείνουν στην παραπέρα συσσώρευση του πλούτου στους λίγους, αδιαφορώντας για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και τη φτωχοποίηση ακόμα μεγαλύτερων ομάδων πληθυσμού του πλανήτη. Πιστεύω πως σε αυτήν την εξαιρετικά κρίσιμη στιγμή πρέπει να σκεφτόμαστε με μη συμβατικό τρόπο, έξω από τα πρότυπα που ρύθμισαν τις κοινωνίες και ιδίως τις οικονομίες μας τα τελευταία 40 χρόνια, ώστε να εξασφαλίσουμε ότι οι δημόσιες παρεμβάσεις θα έχουν γενικευμένο χαρακτήρα, ότι η επόμενη ημέρα θα συμπεριλαμβάνει ολόκληρη την κοινωνία, δεν θα αφήνει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού εκτός (κοινωνία των 2/3 ή και χειρότερα).

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Αριστερά πώς μπορεί να κινηθεί; Τι προτάσεις θα συγκροτήσει και με τι μεθοδολογία; Η θέση του ότι για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας και οικονομίας χρειάζεται «ένα μπλοκ κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων» μπορεί να τον επηρεάσει στην εργασία αυτή;
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο απαιτείται, μεταξύ άλλων, ο σχηματισμός «μετώπου» των χωρών του Νότου ώστε να μην επιβληθούν πάλι πολιτικές που θα εντείνουν τα αδιέξοδα. Η Ελλάδα πρέπει να πιέσει για μεγαλύτερη ενίσχυση με τη μορφή επιχορήγησης όχι δανείου, για αμοιβαιοποίηση του χρέους, για διαδικασίες εκταμιεύσεων που να μην είναι ασκόπως βαριές όπως με το ΕΣΠΑ. Στο εθνικό επίπεδο είναι απαραίτητο οι κρατικές παρεμβάσεις αρχικά να αντιμετωπίσουν το τρομακτικό σοκ που έρχεται, και μεσομακροπρόθεσμα να προσανατολίσουν την παραγωγική αναδιάρθρωση προς την κατεύθυνση της οικονομίας της γνώσης με παράλληλη διασφάλιση της κοινωνικής και περιφερειακής συνοχής και της οικολογικής βιωσιμότητας. Χρειάζεται, λοιπόν, όραμα αλλά και συγκεκριμένα, υλοποιήσιμα επενδυτικά σχέδια που θα αλλάξουν την εικόνα της χώρας. Βασικό πρόβλημα αποτελεί η αδυναμία της χώρας να ξεπεράσει τα διαρθρωτικά προβλήματα που την οδήγησαν στην οικονομική κρίση. Είναι, λοιπόν, πιο φλέγον από ποτέ το ερώτημα προς τα πού θέλουμε να κατευθύνουμε τις δημόσιες πολιτικές: προς την ενίσχυση των ανισοτήτων και των ήδη ισχυρών ή προς τη συνολική στήριξη της κοινωνίας; Μέχρι στιγμής οι παρεμβάσεις της κυβέρνησης δεν αποτελούν μια συνεκτική δέσμη μέτρων αλλά μάλλον αποσπασματικά μέτρα σε μια λογική πυρόσβεσης και εκ των πραγμάτων φαίνεται να ανοίγουν την κερκόπορτα στη λιτότητα. Η κυβερνητική προσέγγιση, εξ αποτελέσματος, μοιάζει να κινείται προς τη λογική των μνημονίων, σαν μια προσπάθεια ολοκλήρωσης κάποιων «μεταρρυθμίσεων» που είχαν επιδιωχθεί με τα μνημόνια, δηλαδή ιδίως στην αγορά εργασίας και στην πολιτική έναντι των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων. Η σημερινή κρίση είναι μια ευκαιρία να εκπονήσουμε μια συνεκτική βιομηχανική πολιτική για μια συνολικότερη αναδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και με ορίζοντα τη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης, με μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, με έμφαση στην παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων, και βέβαια δρομολόγηση της πορείας της προς την 4η Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτό που χρειάζεται είναι μέσα από κοινωνικό διάλογο με τις παραγωγικές τάξεις, τα πολιτικά κόμματα, την επιστημονική κοινότητα, να προκύψει ένα εναλλακτικό πρόγραμμα που θα το αγκαλιάσει η κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί και πρέπει να παίξει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία. Αυτό αποτελεί ένα πολύ μεγάλο στοίχημα, αλλά πρέπει να συνδυάζεται με την κυριαρχία του ορθού λόγου στο δημόσιο χώρο, επομένως της κατανόησης της σημασίας της τεκμηριωμένης επιχειρηματολογίας και πολιτικών, του ολοκληρωμένου προγραμματισμού της αναπτυξιακής διαδικασίας και βέβαια της επίτευξης συνεννόησης ή καλύτερα μιας στοιχειώδους συναίνεσης μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.