Facebooktwitter

Ρένα Δούρου

Η υπόθεση της κλιματικής κρίσης δεν είναι υπόθεση λίγων, επαϊόντων ή επιστημόνων. Είναι κοινή υπόθεση και δεν είναι τυχαίο ότι μπροστάρηδες στον αγώνα αλλαγής νοοτροπιών, στρατηγικών, συστημάτων παραγωγής και κατανάλωσης έχουν μπει οι νέοι σε όλον τον κόσμο. Ο πρόσφατος, πολύχρωμος και πολυπληθής, εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Περιβάλλοντος και στην Ελλάδα έδειξε ότι ο βαθμός ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης έχει αυξηθεί.

Τα περισσότερα όμως και τα σπουδαιότερα βρίσκονται μπροστά μας. Ο δρόμος που πρέπει να διανυθεί είναι μακρύς μέσα σε συνθήκες επείγουσας ανάγκης -η κήρυξη της Ισπανίας σε κατάσταση έκτακτης κλιματικής ανάγκης δείχνει πόσο ευρεία και δραστική μπορεί να είναι η γκάμα των παρεμβάσεων, όταν υπάρχει η αντίστοιχη πολιτική βούληση. Αυτή ακριβώς που λείπει από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Οι πολιτικές της κυβέρνησής του για το περιβάλλον αποδεικνύονται είτε, στην καλύτερη περίπτωση, κατώτερες των περιστάσεων είτε, στη χειρότερη εκδοχή, στην ακριβώς αντίθετη από την απαιτούμενη κατεύθυνση, όπως διαπιστώσαμε με την ψήφιση του αντιπεριβαλλοντικού νόμου στο όνομα μιας στρεβλής ανάπτυξης στα πρότυπα του… 1950 και του πρώτου κύματος τσιμεντοποίησης της χώρας. Τότε το καλωσόρισμα του… δολαρίου σήμαινε επενδύσεις πάνω από όλα.

Σήμερα δυστυχώς η αντίληψη παραμένει η ίδια, με διαφορετικό περιτύλιγμα όμως: “πράσινο” με μπόλικη και έντεχνη προπαγάνδα για αντιστροφή της πραγματικότητας.

Ο αρμόδιος υπουργός Κ. Χατζηδάκης, αντί να συνεχίσει το σημαντικό έργο που είχε επιτευχθεί επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στον περιβαλλοντικό και ενεργειακό τομέα, καταστρέφει διά της εγκαταλείψεως ό,τι είχε τροχοδρομηθεί, προωθώντας παράλληλα το πεπερασμένο σε όλη την Ευρώπη δόγμα των ιδιωτικοποιήσεων των υποδομών ενέργειας. Περιφρονώντας την ανάγκη αντιμετώπισης της ενεργειακής φτώχειας, αδιαφορώντας για τη διασφάλιση ενεργειακής επάρκειας, υπονομεύοντας εν τέλει την εθνική ασφάλεια.

Διότι η κλιματική κρίση είναι πολυεπίπεδο διακύβευμα που αφορά την εθνική οικονομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη με όρους ενεργειακής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης στο πλαίσιο της Νέας Πράσινης Συμφωνίας και της Ατζέντας 2030 για την Αειφόρο Ανάπτυξη της Ε.Ε.

Με συνείδηση της σοβαρότητας της κλιματικής κρίσης, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε προχωρήσει το 2018 σε μια απόφαση – τομή: την ίδρυση ενεργειακών κοινοτήτων. Του σύγχρονου εργαλείου που συμβάλλει, με περιβαλλοντικό τρόπο, στον εκδημοκρατισμό και την αποκέντρωση (αποτρέποντας δημιουργία μονοπωλιακών και ολιγοπωλιακών σχημάτων) της παραγωγής καθαρής ενέργειας, καταπολεμά την ενεργειακή φτώχεια και δημιουργεί, καθώς αποτελεί εξαιρετικό παράγοντα ανάπτυξης των ΑΠΕ, τις προϋποθέσεις για ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας σε καθαρές πηγές ενέργειας και μείωση του ενεργειακού κόστους.

Ήταν ένα καινοτόμο μέσο που δημιουργούσε επιπλέον βιώσιμες θέσεις δουλειάς. Το ιδανικό εργαλείο για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο βιώσιμης ανάπτυξης. Τι από όλα αυτά ενόχλησε τη σημερινή κυβέρνηση; Προφανώς όλα.

Για τον λόγο αυτόν προχωρά, συστηματικά, στην αποδυνάμωση (π.χ. με πάγωμα του χρηματοδοτικού προγράμματος των 25 εκατ., με περιορισμό της προτεραιότητας σύνδεσής τους με ΔΕΔΔΗΕ και ΑΔΜΗΕ), με τελικό στόχο την ακύρωση των ενεργειακών κοινοτήτων. Του εργαλείου για το οποίο η τελευταία έκθεση – αποτίμηση της Κομισιόν τονίζει μεταξύ άλλων ότι αποτελεί “έναν τρόπο οργάνωσης συλλογικών δράσεων ενέργειας γύρω από ανοιχτή, δημοκρατική συμμετοχή και διακυβέρνηση και την παροχή ωφελημάτων στα μέλη ή την τοπική κοινότητα”. Δημοκρατία, συμμετοχή, αποκέντρωση, περιβάλλον: ό,τι εκθειάζει η πράσινη ανάπτυξη, απορρίπτει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

* Η Ρένα Δούρου είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ, τομεάρχης Κλιματικής Αλλαγής, Περιβάλλοντος και Ενέργειας

πηγή: Η Αυγή