Facebooktwitter

Συνέντευξη στον Νίκο Παπαδημητρίου

Με μελανά χρώματα περιγράφει τη διαμορφούμενη κατάσταση στην αγορά εργασίας ο Σάββας Ρομπόλης. Αρκεί μόνο το στοιχείο ότι το 50% τουλάχιστον, των απασχολουμένων βρίσκεται σε κατάσταση μερικής ανεργίας και εκ περιτροπής απασχόληση.

 

Σε έρευνα, εξάλλου, που έχει εκπονήσει ο ομ. καθηγητής του Πάντειου Πανεπιστημίου, προκύπτει θα απαιτηθούν τρία χρόνια για την επιστροφή της οικονομίας στα προ πανδημίας επίπεδα.

Ταυτοχρόνως ο συνομιλητής μας θέτει τα καίρια ζητήματα της περιόδου για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού – τεχνολογικού μοντέλου και το ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Ανήσυχος, τέλος, για τους συνταξιούχους, ο Σ. Ρομπόλης μιλά για «φτωχοποίηση του συνταξιοδοτικού πληθυσμού» υπολογίζοντας τις απώλειες από χαμένες εισφορές και φόρους, σε συνδυασμό με την αύξηση της ανεργίας και την εκ περιτροπής εργασία, αλλά και το μόνιμο ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του ομ. καθηγητή του Πάντειου Πανεπιστημίου, Σάββα Ρομπόλη, στο Libre.gr.:

-Πόσο δύσκολη θα είναι η περίοδος μετά το καλοκαίρι; Ποια  στοιχεία  συνηγορούν σε αυτό, κύριε καθηγητά;

Η διαδοχική λήψη μέτρων της τάξης των 17 δισ. ευρώ στον οικονομικό και  κοινωνικό τομέα στην Ελλάδα, κατά το τελευταίο τετράμηνο (Μάρτιος – Ιούνιος  2020), όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, δεν διατήρησαν την πλήρη  δραστηριότητα στην ελληνική οικονομία, δεν συνέβαλαν στην ανάκτηση  σημαντικού παραγωγικού τμήματος της δυναμικής της και δεν απέτρεψαν τον  αναμενόμενο διψήφιο ρυθμό ύφεσης. Έτσι, κατά το συγκεκριμένο τετράμηνο  η ύφεση προσεγγίζει το -9%, ποσοστό που η υποτονική (5-6 εκατ. τουρίστες)   τουριστική   δραστηριότητα, κατά το επόμενο δίμηνο (Ιούλιος – Αύγουστος 2020), δεν θα κατορθώσει να αποτρέψει την αύξησή της, με αποτέλεσμα,  μεταξύ των άλλων, την αύξηση της ανεργίας, της εκ περιτροπής  απασχόλησης και των εισοδημάτων.

Πράγματι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις  των υπολογισμών μας, το επίπεδο της ύφεσης εκτιμάται σε 10% – 12% και το  επίπεδο της ανεργίας εκτιμάται στο επίπεδο του 21,3% – 22,1% αντίστοιχα  κατά τον Δεκέμβριο του τρέχοντος έτους, από 16,3% – 758.000 άνεργοι τον  Δεκέμβριο του 2019.

Παράλληλα, η αγορά εργασίας αποδιαρθρώνεται και τα  εισοδήματα των εργαζομένων βυθίζονται ανησυχητικά, με αποτέλεσμα το  50% τουλάχιστον των απασχολουμένων να βρίσκεται σε κατάσταση μερικής  ανεργίας και εκ περιτροπής απασχόληση. Ταυτόχρονα, το 25% των  Μικρομεσαίων επιχειρήσεων απειλούνται από το κίνδυνο της οριστικής  διακοπής της λειτουργίας τους και δύο στις δέκα επιχειρήσεις θα οδηγηθούν  στην επιλογή της απόλυσης του προσωπικού τους.

-Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας μία έρευνα σας που εκτιμά ότι η  ελληνική οικονομία θα επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα περί το  2023. Γιατί; Και ποιοι παράγοντες μπορούν είτε να επισπεύσουν, είτε να  επιβραδύνουν την επιστροφή αυτή;

Πράγματι, το κεντρικό συμπέρασμα της συγκεκριμένης έρευνας (Σ. Ρομπόλης – Β.Μπέτσης, 2020) είναι ότι σύμφωνα με τις ερευνητικές παραδοχές  απαιτούνται επενδύσεις 25 δισ. ευρώ (13% του ΑΕΠ) κατά το 2021 (8,5%  δημόσιες και 4,5% ιδιωτικές) έναντι 11% του ΑΕΠ το 2019 και τουλάχιστον  τρία  χρόνια, προκειμένου να επανέλθει η ελληνική οικονομία μετά την  πανδημία του κοροναϊού, στα επίπεδα του 2019, όσον αφορά το ΑΕΠ, τον  όγκο  παραγωγής, την απασχόληση, το ποσοστό ανεργίας (17,3%) και το  ύψος των μισθών. Βέβαια, καθοριστικοί παράγοντες για την επίσπευση ή την  επιβράδυνση αυτής της επιστροφής, αποτελούν το βάθος και η διάρκεια της  ύφεσης, σε συνδυασμό με την πορεία της πανδημίας, η πρόταση της  Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ταμείο Ανάκαμψης) των 750 δισ. ευρώ (4% – 5%  του ευρωπαϊκού ΑΕΠ), από τους οποίους για την Ελλάδα εκτιμάται το ποσό  των 32 δισ. ευρώ (18% του ΑΕΠ), τα οποία θα διατεθούν εντός της προσεχούς περιόδου των επτά ετών (2021 – 2027) και θα δοθούν ως επιχορηγήσεις τα  περισσότερα και ως δάνεια τα λιγότερα (περίοδος αποπληρωμής τους: 2027 – 2058) καθώς και ο αναπτυξιακός προσανατολισμός των επενδυτικών πόρων.

-Έχετε περιγράψει την ευκαιρία που θα δώσουν οι πόροι από το Κοινοτικό  Ταμείο Ανάκαμψης για την αναδιάρθρωση του παραγωγικού και τεχνολογικού  μοντέλου της χώρας. Αναδιάρθρωση σε ποιες κατευθύνσεις; Και, υπάρχουν  τα θεσμικά εκείνα εχέγγυα για δίκαιο επιμερισμό; 

Tο βασικό ερώτημα για την ελληνική οικονομία είναι εάν ο κεντρικός  στρατηγικός αναπτυξιακός στόχος θα είναι η αναδιάρθρωση του παραγωγικού και τεχνολογικού μοντέλου και η απόκτηση αναπτυξιακής  διάστασης του τουρισμού με την παραγωγική σύζευξή του με την αγροτική  οικονομία και τη μεταποίηση ή θα είναι η εκκαθάριση των Μικρομεσαίων  επιχειρήσεων και της αγοράς εργασίας; Οι ιδιαιτερότητες και τα σοβαρά  διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας θα επιλυθούν στο  πλαίσιο των αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή  απαιτούνται ενδογενείς αναπτυξιακές, τομεακές, κλαδικές πολιτικές που  προϋποθέτουν παραγωγικές και τεχνολογικές ρήξεις με τη διεθνή και  ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας και παραγωγής; Με άλλα λόγια, η δέσμευση των  αναπτυξιακών σχεδίων των κρατών – μελών στις βασικές προτεραιότητες (πράσινη οικονομία, ψηφιακός μετασχηματισμός, ενέργεια, ενίσχυση της  ανθεκτικότητας των οικονομιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε μελλοντικές  κρίσεις, κ.λ.π.) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα  συμβάλλουν στην  παραγωγική – τεχνολογική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας ή σε  συνδυασμό και με τους προβλεπόμενους όρους, την ενισχυμένη εποπτεία και  τις προϋποθέσεις του Ταμείου Ανάκαμψης θα διατηρηθεί το παραγωγικό  μοντέλο των μονοκαλλιεργειών (κατασκευές, οικοδομή, τουρισμός, υπηρεσίες)  που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο του διεθνούς και ευρωπαϊκού καταμερισμού  εργασίας με αντίστοιχα πέντε χρηματοδοτικά εργαλεία (Σχέδιο Μάρσαλ και  τέσσερα Κοινοτικά πλαίσια στήριξης) μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο;

Στις  συνθήκες αυτές, οι επιφυλάξεις μας και ο προβληματισμός μας για την  προοπτική μίας εναλλακτικής παραγωγικής – τεχνολογικής επιλογής της   ελληνικής οικονομίας, συνίσταται, κατά βάση, στο γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές   προτεραιότητες, οι αναπτυξιακοί προσανατολισμοί και στόχοι, οι  «μεταρρυθμίσεις», οι εξαμηνιαίοι έλεγχοι, κ.λ.π., ουσιαστικά αποτελούν  εχέγγυα διατήρησης του ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας και του  μοντέλου της άνισης ανταλλαγής (οι χώρες του Βορρά παράγουν  πλεονάσματα και οι χώρες της Ανατολής και του Νότου παράγουν  ελλείμματα) μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 Δεν θα πέσει η ανεργία κάτω από το 20% μέχρι το ...-Η υστέρηση στην καταβολή φόρων και εισφορών από τους εργοδότες είναι  προφανής και το πρόβλημα θα ενταθεί. Την ίδια ώρα, αναμένεται έκρηξη  απολύσεων. Τα νέα αυτά δεδομένα σε συνδυασμό με το μόνιμο ζήτημα της γήρανσης του πληθυσμού δεν κατατείνουν σε ένα θέμα; Συντάξεις. Το κονδύλι ανεβαίνει, οι πόροι όμως στερεύουν. Οπότε;

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η υστέρηση καταβολής των ασφαλιστικών  εισφορών, κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2020, ανέρχεται σε 2,2 δισ. ευρώ, ενώ η υστέρηση καταβολής των φόρων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα  ανέρχεται σε 7 δισ. ευρώ. Ταυτόχρονα, οι απολύσεις, η αύξηση της ανεργίας, της μερικής και της εκ περιτροπής απασχόλησης επιβαρύνουν με πρόσθετες  απώλειες εσόδων το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα. Από την άποψη αυτή  είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η αύξηση της ανεργίας κατά μία  ποσοστιαία μονάδα και της μερικής ή της εκ περιτροπής απασχόλησης κατά  δέκα ποσοστιαίες  μονάδες (από 10% του συνόλου της απασχόλησης) στο  20% (μέσος όρος της ευρωζώνης) σε συνδυασμό με τη συντελούμενη  μείωση (20%) των μισθών, συνεπάγεται συνολικά ετήσια απώλεια εσόδων  από ασφαλιστικές εισφορές του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (σενάριο  αύξησης της ανεργίας κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες κατά το 2020) της τάξης  των 3,2 δισ. ευρώ.

Τα νέα αυτά δεδομένα, σε συνδυασμό και με τη γήρανση του πληθυσμού, επιβαρύνουν επιπλέον τα οικονομικά της κοινωνικής ασφάλισης, δεδομένου ότι το 2070 για κάθε ένα άτομο ηλικίας άνω των 65 ετών θα αντιστοιχεί 1,7 άτομα σε ηλικία εργασίας. Όμως, οι συνθήκες αυτές δεν απειλούν αντικειμενικά το επίπεδο των καταβαλλόμενων συντάξεων.

Και αυτό γιατί η συγκεκριμένη απώλεια των εσόδων του  συστήματος κοινωνικής ασφάλισης από ασφαλιστικές εισφορές είναι δυνατόν να χρηματοδοτηθεί από τους διαθέσιμους πόρους (εγχώριους και  ευρωπαϊκούς) της ελληνικής οικονομίας. Εξάλλου, κατά τη Μνημονιακή δεκαετία, το επίπεδο των συντάξεων, μειώθηκε τουλάχιστον κατά 45% (63 δισ. ευρώ), με  αποτέλεσμα τη σημαντική αύξηση του αριθμού των φτωχών – συνταξιούχων  στη χώρα μας. Επιπλέον, εάν, όπως υποστηρίζεται, το  κοινωνικο-ασφαλιστικό  σύστημα είναι βιώσιμο μέχρι το 2070, αυτό έχει επιτευχθεί με τη σημαντική  μείωση της συνταξιοδοτικής (κύρια και επικουρική σύνταξη) δαπάνης από 17,3% του ΑΕΠ το 2016 σε 12% του ΑΕΠ (ΑΕΠ 2070, 280  δισ. ευρώ) -34 δισ. ευρώ-. Ποσοστό πολύ κατώτερο του Μνημονιακού πλαφόν του 16,2% του ΑΕΠ, από 13,7% του ΑΕΠ το 2009 (ΑΕΠ  2009, 232 δισ. ευρώ), αντιστοιχώντας το 2070 σε αριθμό συνταξιούχων 2.580.000 άτομα και σε  επίπεδο μηνιαίας κύριας και επικουρικής σύνταξης 1.150 ευρώ (μεικτά) σε  σταθερές  τιμές, από αριθμό συνταξιούχων 2.410.000 άτομα το 2009. Ταυτόχρονα, το συνολικό ποσοστό αναπλήρωσης (κύρια και επικουρική  σύνταξη) προβλέπεται να μειωθεί από 75% το 2009 σε 52% το 2070. Έτσι,  ενώ κατά την περίοδο 2009 – 2070 το ΑΕΠ της χώρας μας θα αυξηθεί κατά  22%, η συνολική συνταξιοδοτική δαπάνη θα αυξηθεί μόλις κατά 5,7% και το  ποσοστό αναπλήρωσης θα μειωθεί κατά 30%, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση  των ανισοτήτων και της φτωχοποίησης του συνταξιοδοτικού πληθυσμού.

-Ποιά εκτίμηση κάνετε για την καταβολή των αναδρομικών;

Η καταβολή των αναδρομικών αποτελεί, κατά την άποψη μας, την ελάχιστη  αποκατάσταση των σημαντικών, όπως προαναφέραμε, περικοπών και  απωλειών των συντάξεων που υπέστησαν οι συνταξιούχοι στη χώρα μας  κατά τη Μνημονιακή δεκαετία 2009 – 2019. Πιο συγκεκριμένα, η πρόσφατη (9/7/20) περιορισμένη αύξηση των επικουρικών συντάξεων σε μικρό (250.000) αριθμό συνταξιούχων καταβολή των αναδρομικών αντιστοιχεί σε    δαπάνη 276 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, η αναμενόμενη απόφαση του ΣτΕ για την αποκατάσταση των συντελούμενων περικοπών (2012) των κύριων  συντάξεων και την κατάργηση (2016) των δώρων, εφόσον με πολιτική  απόφαση θα αφορά το σύνολο των συνταξιούχων και όχι μόνο των  ελάχιστων συνταξιούχων που προσέφυγαν στο ΣτΕ, θα απαιτεί συνολικούς  πόρους (αυξήσεις και αναδρομικά) της τάξης των 4 δισ. ευρώ (μεικτά) και 3,5  δισ. ευρώ καθαρά, τους οποίους ακόμη και κατά την περίοδο της πανδημίας  και της βαθειάς ύφεσης μπορεί να εξασφαλίσει η ελληνική οικονομία και το  σύστημα κοινωνικής ασφάλισης από εγχώριες και ευρωπαϊκές πηγές.

πηγή: libre