Facebooktwitter

Μάκης Κοψίδης

Από την αρχή της ελληνοτουρκικής κρίσης μέχρι και σήμερα που η τουρκική προκλητικότητα κτυπάει κόκκινο ήταν και είναι καταφανής η έλλειψη στρατηγικής από την κυβέρνηση. Τυχαίο; Όχι βέβαια.

Η πρόσδεση Μητσοτάκη στο Βερολίνο είναι τελικά  η αιτία. Τι την χρειάζεσαι την εθνική στρατηγική όταν για τις όποιες λύσεις  φροντίζει η Μέρκελ. Στην αρχή είχαμε την πρωτοφανή  αδυναμία της κυβέρνησης  να εκτιμήσει τους κινδύνους. Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του τύπου «η Τουρκία είναι απομονωμένη». Άφησε τον χρόνο να κυλά χωρίς να ζητά κυρώσεις και χωρίς να αξιοποιεί τις όποιες συμμαχίες, ενώ οι δηλώσεις από ΗΠΑ και ΕΕ τότε αλλά και τώρα  κάθε άλλο παρά ανέκοπταν ή ανακόπτουν  την επιθετικότητα της γείτονος.
Από την πρόσφατη τριμερή και κρίσιμη  συνάντηση του Βερολίνου{ Ελλάδα, Γερμανία, Τουρκία} που η κυβέρνηση έκρυψε από την κοινωνία,  φαίνεται καθαρά σε όλους-εκτός βέβαια από αυτούς που η εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν τους λέει  και πολλά- ότι ο Μητσοτάκης έχει  εναποθέσει τα πάντα στον αυτόματος πιλότο του Βερολίνου. Εχει  αναγορεύσει  σε διαμεσολαβητή και διαιτητή  την Μέρκελ, δεχόμενος δεσμεύσεις που η καγκελάριος επιβάλλει  και  που απευθύνονται κυρίως προς την Ελλάδα και όχι προς την Τουρκία που προκαλεί με τις έρευνες της τα προβλήματα. Αυτή η πρόσδεση του Μητσοτάκη στο άρμα του Βερολίνου τον καθιστά ανίκανο να αντιληφθεί ότι η Γερμανία, ιστορικά αλλά και τώρα που επιδιώκει να αναλάβει ρόλο στην Αν. Μεσόγειο, προτιμά την έμμεση αλλά σαφή σύμπλευση με  την Τουρκία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρόσφατη επίσκεψη στην Αθήνα του απεσταλμένου της Μέρκελ, Χάικο Μαας , αποτυπώθηκε η βούληση του Βερολίνου για διεξαγωγή ενός διαλόγου με διευρυμένη, ουσιαστικά τουρκική ατζέντα και με το βλέμμα στραμμένο στα γερμανικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της Γερμανίας στην Τουρκία.
Η κυβέρνηση υπέγραψε μία συμφωνία με την Αίγυπτο που σταματάει εκεί που θέλει η Τουρκία.  Που ναι μεν διεμβολίζει το σύμφωνο Τουρκίας και Λιβύης αλλά σε καμία περίπτωση δεν το ακυρώνει, ενώ δημιουργεί άσχημο προηγούμενο για την Ελλάδα για όσα θα κριθούν στο μέλλον σχετικά με την υφαλοκρηπίδα ενώ όπως υπογράμμισε ο Α.Τσίπρας η κυριότερη συνέπεια είναι η ντε φάκτο επιχείρηση γκριζαρίσματος κυριαρχικών μας δικαιωμάτων από το σημείο που αφήνει η συμφωνία με την Αίγυπτο και ανατολικότερα {28ος μεσημβρινός}.
Όλα δείχνουν ότι ο  Μητσοτάκης  με την υψηλή εποπτεία του Βερολίνου έχει συναινέσει  στην εκχώρηση διεκδικούμενης υφαλοκρηπίδας  στην Αν. Μεσόγειο με ή χωρίς προσφυγή στην Χάγη.
Σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση με τους χειρισμούς της δείχνει να αδιαφορεί για την αξιοποίηση  του Διεθνούς Δικαίου που οι κανόνες του δικαιώνουν την χώρα και  παρά το ότι τους επικαλείται συνεχώς, σύρεται  σε σχεδιασμούς ισχυρών δυνάμεων και κυρίως της Γερμανίας,  που ετοιμάζουν λύση και ρυθμίσεις  στο Αιγαίο και την Αν. Μεσόγειο που θα υπακούουν αποκλειστικά στα  συμφέροντά τους. Με άλλα λόγια η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι μόνο έχει μετακινηθεί αλλά έχει εγκαταλείψει το περίφημο δόγμα Μολυβιάτη και την γραμμή που έλεγε «100% επήρεια σε όλα  αλλιώς δεν συμφωνούμε».  Βεβαίως πρόκειται για θέση ανεδαφική. Απαιτούνται και υποχωρήσεις που θα έχουν όμως ως  κόκκινη γραμμή  την διασφάλιση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Μόνο που ο Μητσοτάκης  κρύβει επιμελώς τι συμφώνησε στο Βερολίνο προφανώς γιατί ….απεχθάνεται τις κόκκινες γραμμές. Με την γραμμή που έχει χαράξει είναι πολύ πιθανόν να καταλήξουμε σε αυτό που προχθές τόνισε ο Α. Τσίπρας. «Το χειρότερο που μπορεί να μας συμβεί για τα εθνικά συμφέροντα δεν είναι να πάμε σε ένα διεθνές δικαστήριο και να χάσουμε κάτι από αυτά που υποθέταμε ότι μπορεί να κερδίζαμε αλλά να τα χάσουμε χωρίς καν να πάμε σε διεθνές δικαστήριο»
Κατά τα άλλα η κυβέρνηση με την συνδρομή των μέσων της λίστας Πέτσα, προσπαθεί να φιλοτεχνήσει την «αποφασιστικότητα» του Μωυσή, ψαρεύοντας τόσο  στο ακροδεξιό ακροατήριο όσο και στο ούλτρα φιλελεύθερο,   κρύβοντας παράλληλα  από την κοινωνία  την απίστευτη υποχωρητικότητα της στους δρομολογημένους σχεδιασμούς που αμφισβητούν κάθε έννοια διεθνούς δικαίου