Facebooktwitter

Σωκράτης Φάμελλος

«Η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να καλύψει και να κρύψει την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης που, ενώ όφειλε να προετοιμάσει σχέδια, να ενημερώσει τους πολίτες και οικονομία και να επενδύσει πρώτα από όλα στη δημόσια υγεία, δεν το έκανε. Η συνεχής επίκληση της ατομικής ευθύνης από τον Πρωθυπουργό ή του «προβληματικού» χαρακτήρα των Θεσσαλονικιών από τον Υπουργό Ανάπτυξης, κύριο Γεωργιάδη, έχουν ως στόχο να κρύψουν την ευθύνη μιας κυβέρνησης που αμέλησε και υποτίμησε πολλά από όσα τους έλεγε η επιστήμη», σημειώνει ο Τομεάρχης Περιβάλλοντος και Ενέργειας και βουλευτής Β’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στις 21.12.2020 στην Εφημερίδα του Ωραιοκάστρου “Τριάντα Ημέρες”.

Συμπληρώνει ότι η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει δοκιμαστεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ελλάδα και ότι η ευθύνη της κυβέρνησης για την αρνητική πρωτιά της Θεσσαλονίκης είναι διπλή αφού, δεν προετοίμασε το ΕΣΥ με προσλήψεις και ΜΕΘ εδώ και 8 μήνες και επιπλέον αγνόησε τα στοιχεία έκρηξης κρουσμάτων στη Θεσσαλονίκη από τις 19/10, που κατατέθηκαν σε κυβερνητική σύσκεψη με τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς και στους αιρετούς της πόλης, όπου αποφασίστηκε να μη ληφθούν επιπλέον μέτρα.

Ο Σ.Φάμελλος τονίζει στη συνέχεια πως, αν και το εμβόλιο αποτελεί σαφώς μια θετική εξέλιξη, δεν πρέπει να αποτελέσει δικαιολογία για να μην κάνει η πολιτεία ότι πρέπει, ούτε να λειτουργήσει ως αφορμή για εφησυχασμό στους πολίτες και χαλάρωση. «Απαιτούνται, ακόμα και σήμερα, μέτρα για τη στήριξη της Θεσσαλονίκης και γενικά της Βόρειας Ελλάδας που πλήττεται ιδιαίτερα από την πανδημία, με πρώτο βήμα τη διενέργεια εκτεταμένων τεστ, δωρεάν με συνταγογράφηση, ώστε να έχουμε πλήρη ιχνηλάτηση και περιορισμό της μετάδοσης, καθώς και παραμένει η ανάγκη για επιπρόσθετες ΜΕΘ και υγειονομικό προσωπικό στο ΕΣΥ».

Στέκεται τέλος, στην επανεκκίνηση της οικονομίας όπου οι εκπρόσωποι των παραγωγικών φορέων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις τραγικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά της Θεσσαλονίκης, με τις περισσότερες επιχειρήσεις να κλείνουν οριστικά και την ανεργία να κάνει νέο ρεκόρ τους επόμενους μήνες, και υπογραμμίζει ότι εκτός από την πανδημία και το λοκ ντάουν η Θεσσαλονίκη βίωσε και την απώλεια της φετινής ΔΕΘ που κόστισε στην πόλη περίπου 50 εκατομμύρια. Για το λόγο αυτό καταθέτει συγκεκριμένα μέτρα που θα μπορούσαν να αποτρέψουν λουκέτα στις επιχειρήσεις, όπως η μη επιστρεπτέα ενίσχυση, και μέτρα για τη στήριξη των εργαζόμενων και των ευάλωτων ομάδων της κοινωνίας που μπορούν να προσφέρουν ηρεμία και προοπτική στην κοινωνία και ελπίδα για την επόμενη ημέρα.

Ακολουθεί το πλήρες άρθρο:

Η Ελλάδα βιώνει τη μεγαλύτερη υγειονομική, οικονομική και κοινωνική κρίση μεταπολιτευτικά. Τα αποτελέσματα του δεύτερου κύματος της πανδημίας είναι τραγικά για τη χώρα μας. Δυστυχώς διεκδικούμε εδώ και πέντε εβδομάδες αρνητικές πρωτιές σε Ευρωπαϊκό Επίπεδο, ακόμα και στο ποσοστό θνητότητας κρουσμάτων. Παρά την επιτυχή διαχείριση του πρώτου κύματος της πανδημίας, διαπιστώνουμε εφησυχασμό, απουσία σχεδίου και λάθη από την κυβέρνηση, ιδιαίτερα μετά το φθινόπωρο. Το αποτέλεσμα το ζούμε με  τραγικά αποτελέσματα εδώ και δύο μήνες, ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη.

Είναι προφανής η αξία και η συμβολή της ατομικής ευθύνης και της τήρησης των κανόνων από όλους και όλες. Όμως, η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να καλύψει και να κρύψει την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης που όφειλε να προετοιμάσει σχέδια, να ενημερώσει τους πολίτες και οικονομία και να επενδύσει πρώτα από όλα στη δημόσια υγεία. Και δεν το έκανε.

Η συνεχής επίκληση της ατομικής ευθύνης από τον Πρωθυπουργό ή του «προβληματικού» χαρακτήρα των Θεσσαλονικιών από τον Υπουργό Ανάπτυξης, κύριο Γεωργιάδη, έχουν ως στόχο να κρύψουν την ευθύνη μιας κυβέρνησης που αμέλησε και υποτίμησε πολλά από όσα τους έλεγε η επιστήμη.

Η πόλη της Θεσσαλονίκης έχει δοκιμαστεί περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη στην Ελλάδα, με την πίεση στο σύστημα υγείας να χτυπά κόκκινο εδώ και έξι εβδομάδες και τις ΜΕΘ να αδυνατούν να διαχειριστούν τον όγκο των ασθενών που χρειάζεται να διασωληνωθούν. Η υποστελέχωση των νοσοκομείων και η έλλειψη ΜΕΘ και εξοπλισμού, σε συνδυασμό με τα κρούσματα που εμφανίζονται στο υγειονομικό προσωπικό, καθιστούν την κατάσταση απελπιστική, οδηγώντας σε υποθεραπεία και αύξηση της θνητότητας, γεγονός που επιβεβαιώνουν οι υγειονομικοί στα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης.

Η ευθύνη της κυβέρνησης για την αρνητική πρωτιά της Θεσσαλονίκης είναι διπλή. Δεν προετοίμασε το ΕΣΥ με προσλήψεις και ΜΕΘ εδώ και 8 μήνες και αγνόησε τα στοιχεία έκρηξης κρουσμάτων στη Θεσσαλονίκη από τις 19/10, που κατατέθηκαν σε κυβερνητική σύσκεψη με τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς και στους αιρετούς της πόλης, όπου αποφάσισαν να μην ληφθούν επιπλέον μέτρα.

Το αρνητικό ντόμινο μετά τις λανθασμένες επιλογές του τριημέρου 26-28/10 οδήγησε σε τραγικό απολογισμό ανθρώπινων απωλειών ενώ τα νοσοκομεία ξεκινούν εδώ και βδομάδες την εφημερία χωρίς καμία διαθέσιμη κλίνη ΜΕΘ.

Έχουμε μπροστά μας ακόμα πολλές δύσκολες μέρες. Είναι προφανές ότι το όποιο σχέδιο της κυβέρνησης και το λοκ-ντάουν εδώ δύο μήνες δεν έχουν φέρει αποτελέσματα και η αγορά δεν μπορεί να ανοίξει για τις γιορτές.

Το εμβόλιο αποτελεί σαφώς μια θετική εξέλιξη, αλλά δεν αποτελεί δικαιολογία για να μην κάνει η πολιτεία ότι πρέπει. Ούτε φυσικά αφορμή για εφησυχασμό στους πολίτες και χαλάρωση.

Άρα απαιτούνται, ακόμα και σήμερα, μέτρα για τη στήριξη της Θεσσαλονίκης και γενικά της Βόρειας Ελλάδας που πλήττεται ιδιαίτερα από την πανδημία.

Πρώτο βήμα είναι η υλοποίηση εκτεταμένων τεστ ώστε να έχουμε πλήρη ιχνηλάτηση και περιορισμό της μετάδοσης. Και φυσικά τα τεστ να γίνουν δωρεάν με συνταγογράφηση και υγειονομικά κριτήρια.

Η ανάγκη για επιπρόσθετες ΜΕΘ και υγειονομικό προσωπικό στο ΕΣΥ παραμένει. Δεν επαρκούν για μια πόλη που πενθεί καθημερινά δεκάδες θύματα η αναγγελία από τον κύριο Μητσοτάκη νέων ΜΕΘ για τον Φεβρουάριο, στην αποστειρωμένη επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη, ή η μονιμοποίηση μόνο των  τριακοσίων (300) επικουρικών γιατρών που είναι ήδη στις ΜΕΘ σε όλη την Ελλάδα, και μάλιστα εννέα μήνες μετά από την έναρξη της πανδημίας.

Ένα καλό «χειροκρότημα» θα ήταν να πληρωθούν οι εφημερίες που χρωστάει η πολιτεία στους γιατρούς από την 1 Ιουλίου, η πρόσληψη 6.000 υγειονομικών σε μόνιμες θέσεις (τόση ήταν η διαφορά απασχόλησης στο ΕΣΥ 2019-2020) καθώς και να η μη ψήφιση της μείωσης του προϋπολογισμού για το 2021 για την Υγεία κατά 574 εκατομμύρια ευρώ που εισηγήθηκε η κυβέρνηση. Και στη Θεσσαλονίκη σίγουρα χρειαζόμαστε πρόσθετες υγειονομικές δομές.

Μια καλή αρχή θα ήταν και η διακομματική συνεννόηση για το υγειονομικό σχέδιο, γιατί η αξιοπιστία της κυβέρνησης και του ΕΟΔΥ έχει πληγεί ανεπανόρθωτα με της αποκάλυψη των διπλών βάσεων δεδομένων και των ελλειμμάτων πληροφόρησης της επιτροπής επιδημιολόγων.

Εκεί που θα κριθούμε όμως είναι στην επανεκκίνηση της οικονομίας. Οι εκπρόσωποι των παραγωγικών φορέων κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις τραγικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά της Θεσσαλονίκης με τις περισσότερες επιχειρήσεις να κλείνουν οριστικά και την ανεργία να αγγίζει το 30% τους επόμενους μήνες. Πέρα από την πανδημία και το λοκ ντάουν είχαμε και την απώλεια της φετινής ΔΕΘ που κόστισε στην πόλη περίπου 50 εκατομμύρια.

Έστω και στο «και πέντε» πρέπει να υπάρξει μια ουσιαστική στήριξη των επιχειρήσεων μέσω ρευστότητας και όχι με αναστολές πληρωμών. Να στηριχτεί η μικρή και μεσαία επιχειρηματικότητα για να αποφευχθούν τα αθρόα λουκέτα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν αλλάξει η κυβέρνηση τη στάση της στην επιστρεπτέα ενίσχυση και να τη μετατρέψει σε μη επιστρεπτέα. Το διαθέσιμο δημοσιονομικό «μαξιλάρι» και οι χρηματοδοτήσεις από την ΕΕ υπάρχουν. Αυτή η επιλογή θα δώσει μια ανάσα ζωής στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αλλά και σε επαγγελματίες και επιστήμονες, έτσι ώστε η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα να έχει προοπτική και να στηριχθεί στη συνέχεια με δράσεις ενίσχυσης της καινοτομίας.

Παράλληλα πρέπει να στηριχθούν οι εργαζόμενοι και το ευάλωτο τμήμα της κοινωνίας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την απόδοση ακέραιου του δώρου των Χριστουγέννων στους εργαζόμενους από την πλευρά του κράτους αλλά και με τη στήριξη των εργαζομένων στον Τουρισμό – Επισιτισμό, που έχουν πληγεί ιδιαίτερα, καθώς με εισόδημα έκτακτης ανάγκης σε μακροχρόνια άνεργους, και ευάλωτες ομάδες όπως τους ανθρώπους του πολιτισμού.

Αυτά τα μέτρα μπορούν να δώσουν ηρεμία και προοπτική στην κοινωνία και ελπίδα για την επόμενη ημέρα.​

πηγή: 30imeres