Facebooktwitter

Μια παραδοσιακή τάση της αριστερής θεωρίας είναι να αναλύει την κοινωνία με μια αναφορά στο ζεύγμα καταστολή – ιδεολογία. Όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος.

Μετά τον Αλτουσέρ, και ιδιαίτερα τον Πουλαντζά και τον Φουκώ, με διαφορετικούς διαβαθμούς, το ζεύγμα καταστολή – ιδεολογία αποδείχτηκε ελάχιστα ικανοποιητικό όχι μόνο στη θεωρητική του θεμελίωση αλλά και στην εξηγητική του δύναμη. Και εκτιμώ ότι ούτε σήμερα, πολύ περισσότερο, αρκεί για να εξηγήσει την πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ούτε βεβαίως για να παράξει μια θετική στρατηγική διεξόδου.

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία, ειδικά μετά τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης, για την επιλογή της καταστολής ως του μοναδικού εργαλείου που έχει απομείνει στην κυβέρνηση μετά την αποτυχία της στη διαχείριση της πανδημίας και την αποτυχία της στην οικονομική κρίση. Δεν είμαι όμως σίγουρος ότι τα πράγματα έχουν ακριβώς έτσι. Η στρατηγική Μητσοτάκή δεν είναι απλώς μια στρατηγική καταστολής και οικοδόμησης αστυνομικού κράτους για να περιοριστεί η κοινωνική δυναμική των κινημάτων ή των αντιστάσεων. Υπάρχει ένα στοιχείο που την διαφοροποιεί, από την αντιδραστική με την κυριολεκτική σημασία του όρου, καταστολή του μετεμφυλιακού κράτους ή την καταστολή της περιόδου του 2010-2014. Και το στοιχείο που την διαφοροποιεί είναι ότι εγκαινιάστηκε ήδη από τον Ιούλιο του 2019 σε μια περίοδο ύφεσης των κοινωνικών αγώνων και των κινημάτων. Εγκαινιάστηκε και υιοθετήθηκε σε μια περίοδο όπου δεν ήταν απολύτως ορατό το αντικείμενο της. Και ισχυρίζομαι ότι η ιδεολογική λειτουργία αυτής της στρατηγικής ήταν πολύ πιο ισχυρή από την αμιγώς κατασταλτική. Υπήρξε στην πραγματικότητα το ενοποιητικό αφήγημα του λαού της δεξιάς και του ακραίου κέντρου που ο Κυριάκος Μητσοτάκης χρησιμοποίησε για να ανέλθει στην εξουσία και να οικοδομήσει την πολιτική του ηγεμονία.

Με λίγα λόγια η επένδυση στη βία και τον κοινωνικό διχασμό δεν επιλέχθηκε ως μορφή αντίδρασης, ως απάντηση σε μια κοινωνική ένταση και κινητικότητα αλλά είχε μια θετική – παραγωγική λειτουργία: ενοποίησε ιδεολογικά το λαό της Δεξιάς και του ακραίου κέντρου και υπήρξε ένας από τους βασικούς πυλώνες για την οικοδόμηση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου – για λόγους και με τρόπους που δεν είναι της παρούσης. Η στρατηγική αυτή για κάποιο χρονικό διάστημα φάνηκε ότι παράγει πράγματι τα αποτελέσματα για τα οποία εκπονήθηκε. Φάνηκε να κερδίζει σε ένα κοινωνικό σώμα εξουθενωμένο, κατακερματισμένο και φοβισμένο από την περίοδο της δεκαετούς οικονομικής κρίσης.

Σε συνθήκη όμως εγκλεισμού, περιορισμού των ελευθεριών η άνωθεν εντολή για μηδενική ανοχή φαίνεται ότι γυρνάει μπούμερανγκ στους εμπνευστές της. Ο τελευταίος μήνας είναι ενδεικτικός, ενώ τα περιστατικά της Νέας Σμύρνης μπορούν να αποδειχτούν θρυαλλίδα κοινωνικών μετατοπίσεων και πολιτικών εξελίξεων. Η επένδυση στην κρατική βία ξέφυγε, ακούμπησε το μαλακό υπογάστριο της ελληνικής κοινωνίας, κινητοποίησε τα δημοκρατικά αντανακλαστικά της νεολαίας της κρίσης και της νεολαίας του εγκλεισμού αλλά και ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων. Ξεπέρασε ένα ορισμένο όριο αντοχής και ανοχής. Και τούτο αυτή τη στιγμή δημιουργεί μια τεράστια ευκαιρία για της δυνάμεις υπεράσπισης της δημοκρατίας. Ένα νέο ετερόκλητο πολιτικό κοινωνικό υποκείμενο γεννιέται που πλέον αναγνωρίζει ότι η μάχη κατά της κυβέρνησης είναι και μάχη για την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Και σε αυτή τη μάχη ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν μπορεί παρά να είναι πρωταγωνιστής.

* Ο Δημήτρης Τζανακόπουλος είναι γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ