Facebooktwitter

Η δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας είναι ένα θετικό βήμα για την Ευρώπη. Αν και το ύψος του είναι ανεπαρκές, ο τρόπος χρηματοδότησης του, με την έκδοση ευρωομολόγων, δημιουργεί ένα θετικό προηγούμενο που πρέπει να γίνει μόνιμη διάσταση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής.

Ειδικά για τη χώρα μας οι πόροι του Ταμείου είναι πολύτιμοι. Όμως το κοινωνικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τον τρόπο αξιοποίησης των πόρων. Δυστυχώς το σχέδιο της κυβέρνησης είναι αναντίστοιχο με τις προσδοκίες που επενδύει σε αυτό για επικοινωνιακούς λόγους.

Πρώτον, κατά τη διαμόρφωση του σχεδίου δεν υπήρξε καμία διαβούλευση. Ούτε με την κοινωνία ούτε με τις πολιτικές δυνάμεις. Κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού είχα προτείνει να γίνει μια επιτροπή διαβούλευσης στη Βουλή για να υπάρξει διάλογος, να κληθούν φορείς και επιστήμονες. Η κυβέρνηση αγνόησε και αυτή και άλλες προτάσεις.

Δεύτερον, το «σχέδιο» δεν έχει στόχους, άρα δεν είναι σχέδιο. Είναι λίστα έργων που κατά κανόνα πρότειναν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και σύμβουλοι, συνδεδεμένοι με χιλιάδες νήματα με συμφέροντα και λόμπι συμφερόντων. Ποια συνεκτικότητα να υπάρξει λοιπόν και πως να τεθούν κάποιοι κοινωνικοί στόχοι όπως η μείωση της ανεργίας, ο περιορισμός των ανισοτήτων και των αποκλεισμών;

Τρίτον, το «σχέδιο» δεν υπηρετεί κάποια συγκεκριμένη αναπτυξιακή στρατηγική. Άλλωστε οι τράπεζες θα διαχειριστούν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων. Με ποια κριτήρια; «Τραπεζικά». Δηλαδή χωρίς κλαδικές στοχεύσεις, χωρίς ρήτρες απασχόλησης, χωρίς περιφερειακή διάσταση, χωρίς πρόνοια για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η Αναπτυξιακή Τράπεζα ουσιαστικά μένει εκτός ενώ σε άλλες χώρες είναι ο βασικός φορέας διαχείρισης των πόρων.

Τέταρτον, το κυβερνητικό σχέδιο δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ εγχωρίας προστιθέμενης αξίας και εισαγωγών. Δεν υπάρχουν δηλαδή κριτήρια, ούτε κάποια πρόνοια για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και προστιθέμενης αξίας. Η σημασία εδώ είναι προφανής και μόνο για το λόγο αυτό το σχέδιο έπρεπε να επανασχεδιαστεί. Δεν αποκλείω το τελικό αποτέλεσμα να είναι η διόγκωση του ελλείμματος του ισοζυγίου των εξωτερικών συναλλαγών, ενώ θα ήταν μια ευκαιρία το σχέδιο αυτό να συνδυαστεί με την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, την υποκατάσταση των εισαγωγών και την ενίσχυση των εξαγωγών.

Πέμπτον, τα υπολογιζόμενα αποτελέσματα είναι ασαφή και αμφιλεγόμενα. Οι 180.000 θέσεις εργασίας που προέβλεψε ο κ. Μητσοτάκης ότι θα δημιουργηθούν σε ορίζοντα εξαετίας πρέπει να συγκριθούν με τις 370.000 θέσεις εργασίας που δημιούργησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ σε μία τετραετία, χωρίς τον πακτωλό χρημάτων που έχει στη διάθεση της η σημερινή κυβέρνηση και σε ασφυκτικές συνθήκες μνημονίου. Η κυριότερη, όμως, πηγή προβληματισμού είναι άλλη. Το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης δεν σχεδιάστηκε για να καλύψει όλες τις πληγές. Αντίθετα προϋποθέτει ότι κάθε χώρα έχει το δικό της Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και το Ταμείο έρχεται να καλύψει συμπληρωματικά κάποιες ειδικές ανάγκες. Αν το παρομοιάσουμε με το κερασάκι στη τούρτα, μας λείπει η τούρτα. Λείπει το εθνικό σχέδιο που θα απαντούσε στα προβλήματα της επανεκκίνησης και της ανάκαμψης με διατηρήσιμους όρους. Λείπουν τα ειδικά τομεακά προγράμματα για τη βιώσιμη ανάκαμψη της εστίασης, του εμπορίου, των μεταφορών, του πολιτισμού, του τουρισμού και άλλων κλάδων που επλήγησαν βάναυσα από τη κρίση. Δυστυχώς, η κυβέρνηση έχει στα χέρια της 32 δισ. ευρώ αλλά αυτοί οι τομείς δεν έχουν να περιμένουν από το σχέδιο της.

Έκτοντο Ταμείο Ανάκαμψης δεν χρηματοδοτεί μόνο έργα αλλά και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη συνοχή και την ανθεκτικότητα της κοινωνίας. Εδώ ήταν μια ευκαιρία να περιληφθεί η ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, του ΕΣΥ, της εκπαίδευσης, της στεγαστικής πολιτικής, της πρόνοιαςΑυτό δεν έγινε.

Αντί γι’ αυτό η κυβέρνηση αξιοποιεί το κεφάλαιο αυτό για να νομοθετήσει το σχέδιο «Πισσαρίδη». Δηλαδή μνημονιακές μεταρρυθμίσεις στις οποίες αντιστάθηκε η προηγούμενη κυβέρνηση έρχονται τώρα να νομοθετηθούν στις συνθήκες της πανδημίας με περιορισμένες τις δυνατότητες κινητοποίησης των εργαζόμενων, με πρώτη μεταξύ αυτών την ανατροπή έως και κατάλυση εργασιακών δικαιωμάτων.

Ένα εναλλακτικό προοδευτικό σχέδιο θα ήταν στον αντίποδα του κυβερνητικού σχεδίου. Πρωτίστως θα έδινε προοπτική για ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας και όχι μόνο σε λίγες μεγάλες επιχειρήσεις. Και βέβαια θα ήταν προϊόν διαβούλευσης με την κοινωνία. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ πριν καταλήξει στη δική της Αναπτυξιακή Στρατηγική, το 2018, πραγματοποίησε 15 Περιφερειακά Αναπτυξιακά Συνέδρια. Μια πραγματικά θετική εμπειρία. Επέτρεψε να αναδειχθούν τα προβλήματα των τοπικών κοινωνιών και να ακουστούν οι απόψεις της κοινωνίας και των φορέων της.

Το εναλλακτικό προοδευτικό σχέδιο θα εντασσόταν σε μια ολοκληρωμένη εθνική αναπτυξιακή στρατηγική και στο πλαίσιο της, η πράσινη μετάβαση και ο ψηφιακός μετασχηματισμός θα συνδέονταν με δύο κεντρικούς στόχους:

  • Την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ενίσχυση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας

  • Την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, την άρση των αποκλεισμών και τη μείωση των ανισοτήτων.

Η υλοποίηση όμως ενός τέτοιου σχεδίου απαιτεί μια άλλη προοδευτική κυβέρνηση. Η κοινωνία δεν έχει να περιμένει τίποτα το θετικό από την κυβέρνηση αυτή. Αυτό που ξέρει να κάνει είναι να μοιράζει στους ημέτερους. Αυτό θα κάνει κι εδώ, γι’ αυτό άφησε όλη την κοινωνία, ακόμη και φορείς που πρόσκεινται φιλικά σ’ εκείνη, εκτός του σχεδιασμού.