Facebooktwitter

Σαν σήμερα (5 Μαϊου) γεννήθηκε ο γερμανός φιλόσοφος, κοινωνιολόγος, ιστορικός και πολιτικός οικονομολόγος Καρλ Μαρξ.

«Η κοινωνική ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο παρά η πάλη των τάξεων»

Κομμουνιστικό Μανιφέστο

Λίγα λόγια για τον Καρλ Μαρξ:

Γεννήθηκε το 1818 στην Τρηρ ενώ μέρος της ζωής του το πέρασε διωκόμενος σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και, από το 1849, εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο. Το 1848 εξέδωσε μαζί με τον Ένγκελς το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” που αποτελούσε τη βάση του εργατικού κινήματος και του θεωρητικού συστήματος που αργότερα αποκαλέστηκε ως μαρξισμός.

Όπλισε την εργατική τάξη με δύο σπουδαία θεωρητικά κείμενα για τους αγώνες της, το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» και «Το Κεφάλαιο». Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους και επιδραστικότερους διανοητές στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Το σκούρο χρώμα της επιδερμίδας του νεαρού Καρλ του «κόλλησε» το παρατσούκλι «Μαύρος». «Ο Μαύρος σας με έστυψε για άλλη μία φορά σαν λεμόνι στην κουβέντα μας» έλεγε ο φον Βεστφάλεν στον πατέρα Μαρξ, καμαρόνοντας για την πνευματική εξέλιξη του Καρλ. Είναι η εποχή που ο «Μαύρος» τελειώνει το σχολείο και ανακαλύπτει ότι θέλει να γίνει ποιητής. Όνειρό του είναι «με τα έργα και τη φαντασία του να κατακτήσει τον κόσμο». Όπως κάθε «καθωσπρέπει» νεαρός Γερμανός των ημερών του, ο Καρλ πίστευε ότι κρύβεται μέσα του ένας Χάινε. Βαθύτατα επηρεασμένος από τον επίσης εβραίο ποιητή, συγκινημένος από τη μουσική των Σούμπερτ, Σούμαν και Μέντελσον και με μούσα την όμορφη Τζένη, αρχίζει να γράφει στίχους ακατάπαυστα.

Το 1835 αποφοιτά με αρκετά καλούς βαθμούς, αλλά και με ένα δηλητηριώδες σχόλιο του καθηγητή του Βίτενσμπαχ στο απολυτήριο: «Περιπίπτει εις το αδιόρθωτον σφάλμα να καταφεύγη εις πολλάς μεταφορικάς παραστάσεις και να χρησιμοποιή εξεζητημένο και παράδοξόν πως ύφος». Ένα χρόνο μετά εγγράφεται στη Νομική Σχολή της Βόννης – και όχι του Βερολίνου, όπως θα ήθελε ο πατέρας του – για να βρίσκεται κοντά στην όμορφη φίλη της αδελφής του.

Το πρώτο έτος σπουδών ήταν συμφορά και για τις επιδόσεις του και για το οικογενειακό κομπόδεμα. Το πατρικό επίδομα ξοδευόταν σε γλέντια. Όπως έγραφε μάλιστα αργότερα στον φίλο του Ένγκελς, η αστυνομία τον είχε συλλάβει «επί μέθη και διαταράξει της νυχτερινής ησυχίας». Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς αρραβωνιάζεται κρυφά από τους γονείς του τη Τζένη Βεστφάλεν.

Το 1838, σε ηλικία 20 ετών, χάνει τον πατέρα του. Ο θάνατος αυτός και η ποιητική αποτυχία τον οδηγούν σε βαριά μελαγχολία και κατάθλιψη. Δεν παρακολουθεί πια τα μαθήματα, απλώς συχνάζει στις συνεδριάσεις του «Κύκλου των Καθηγητών». Ασχολείται πια σχεδόν αποκλειστικά με τη φιλοσοφία. Οι απουσίες από τα μαθήματα τον οδηγούν σε «εξ αποστάσεως» αποφοίτηση από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Ο τίτλος της πτυχιακής του εργασίας φέρει τον τίτλο «Περί της διαφοράς της περί φύσεως φιλοσοφίας του Δημοκρίτου και του Επικούρου» και την υπογράφει στα λατινικά ως Carolus Enricus Marx Trevirensis.

Το έτος 1843 βρίσκει τον Μαρ στο Παρίσι να εκδίδει τα «Γερμανογαλλικά Χρονικά» και να συγγράφει μια μελέτη περί ιουδαϊσμού, την «Εισαγωγή στην κριτική της φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ» και το «Δοκίμιο κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας». Η ύλη, όμως, του πρώτου τεύχους των «Γερμανογαλλικών Χρονικών» οδηγεί σε κατάσχεση του εντύπου και στη σύλληψή του. Τότε ακριβώς είναι που συνδέεται με τον Φρίντριχ Ένγκελς, τον φίλο που θα τον στηρίξει με όλα τα μέσα ως τον θάνατό του.

Ο Ένγκελς «συμπληρωματικά» προς τη φιλοσοφική θεώρηση του Μαρξ διατυπώνει την αρχή ότι οι νόμοι της εξέλιξης των κοινωνιών οδηγούν αναπόφευκτα προς τον κομμουνισμό. Ο Μαρξ αρχίζει να παρακολουθεί τις συγκεντρώσεις των γερμανών εργατών στο Παρίσι και των «μυστικών εταιρειών», όπως ο «Σύνδεσμος των Δικαίων». Παρ’ ότι δεν εγγράφεται μέλος, γίνεται στόχος της γαλλικής αστυνομίας, η οποία αρχίζει να παρακολουθεί κάθε κίνησή του.

Το 1844 γνωρίζει τον Προυντόν και τον (κατόπιν άσπονδο αντίπαλό του) Μπακούνιν, με τους οποίους συνεργάζεται στην εφημερίδα «Vorwärts» («Εμπρός»). Οι γερμανοί ηγεμόνες αντιδρούν λυσσαλέα στα δημοσιεύματά του. Κάνουν το παν (και τα καταφέρνουν το 1845) να εκτοπισθεί στις Βρυξέλλες, όπου τον ακολουθεί και η – σύζυγός του πλέον – Τζένη. Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, συνοδευόμενος από τον φίλο του Ένγκελς, πηγαίνει στην Αγγλία για να μελετήσει την κατάσταση των εργατών. Επιστρέφοντας και οι δύο στις Βρυξέλλες γράφουν το έργο «Η γερμανική ιδεολογία».

Αποπειρώνται να δημιουργήσουν ένα ευρύτερο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά ο γερμανός πρέσβης στο Βέλγιο, αντιλαμβανόμενος τον κίνδυνο που εγκυμονούσε το δίδυμο Ένγκελς – Μαρξ για την ήδη εκρηκτική ατμόσφαιρα, ζητεί την εκτόπισή του. Ο Μαρξ βρίσκεται σε διαρκή επαφή με τις εργατικές οργανώσεις σε Αγγλία, Γαλλία και Γερμανία. Τότε είναι που ο «Σύνδεσμος των Δικαίων» τον καλεί στο Λονδίνο για να αναδιοργανώσει αυτή τη «μυστική εταιρεία». Ο Μαρξ αποδέχεται την πρόσκληση και τον Ιούνιο του 1847 παρευρίσκεται στο συνέδριο του «Συνδέσμου των Δικαίων».

Από τις εργασίες του συνεδρίου προκύπτουν οι εξής αλλαγές: Ο Σύνδεσμος αντικαθιστά στην ονομασία του τη λέξη «Δικαίων» με τη λέξη «Κομμουνιστών» και το κεντρικό σύνθημα «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια» μετατρέπεται σε «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Έξι μήνες μετά ο Σύνδεσμος του αναθέτει τη σύνταξη του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», το οποίο ο Μαρξ ολοκληρώνει το 1848

Την ίδια χρονιά συλλαμβάνεται στις Βρυξέλλες μαζί με τη σύζυγό του. Αποφυλακίζεται, όμως, σε λίγες ημέρες και μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου έχει κηρυχθεί επανάσταση. Ο άνεμος των ταραχών φθάνει στην Αυστρία και στη Γερμανία, όπου ο Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ’ αναγκάζεται να προβεί σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και να συγκαλέσει εθνοσυνέλευση στη Φραγκφούρτη. Το κλίμα αυτό οδηγεί τα βήματα του Μαρξ στην Κολονία. Εκεί κατηγορείται για αδικήματα Τύπου και ένοπλη αντίσταση κατά της αρχής. Κατηγορείται όμως και από ορισμένα μέλη του Συνδέσμου ως «μυστικό όργανο της κεφαλαιοκρατικής αριστοκρατίας».

Τον Μάιο του 1849 καταφεύγει και πάλι στη Γαλλία, όπου πλέον η επανάσταση έχει κατασταλεί. Το 1850 η κόπωση από τους ατελέσφορους δεκαετείς αγώνες είναι εμφανής – και σ’ αυτόν και στο κίνημα. Αποχωρεί από τον Σύνδεσμο φτωχός και χωρίς δουλειά. Ζει πλέον από τη συγγραφή των έργων του και μόνον. Η γέννηση του τέταρτου παιδιού του τον βρίσκει σε άθλια οικονομική κατάσταση. Αποφεύγοντας πλέον κάθε ενεργό ανάμειξη στην πολιτική, αφιερώνεται αποκλειστικά στη συγγραφή του μεγαλύτερου έργου του, του «Κεφαλαίου».

Μετά τον θάνατο του βασιλιά της Πρωσίας (και μεγάλου διώκτη του) Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ’, το 1861, επιστρέφει στη Γερμανία, αλλά το 1864 τον βρίσκει ξανά στο Λονδίνο να διαβάζει με ενθουσιασμό την προκήρυξη που έχει συντάξει στο Διεθνές Εργατικό Συνέδριο. Πρόκειται κατ’ ουσίαν για τη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως της Α’ Διεθνούς. Στις τάξεις του νέου κομματικού σχηματισμού, όμως, παρεισφρέουν αναρχικοί, με πρώτο και καλύτερο τον Μπακούνιν. Είναι τέτοιο το μένος του εναντίον του ρώσου αναρχικού, ώστε η εφημερίδα του δημοσιεύει ότι η Γεωργία Σάνδη «κατέχει έγγραφα, σύμφωνα με τα οποία ο Μπακούνιν είναι πράκτορας της μυστικής τσαρικής αστυνομίας».

Η Παρισινή Κομμούνα τον βρίσκει στο Λονδίνο, από όπου αποστέλλει στους επαναστάτες οδηγίες και συμβουλές. Στις 30 Μαΐου 1871 συντάσσει την προκήρυξη προς την Κομμούνα. Έχει διαβλέψει ήδη την αποτυχία της. Πιστεύει ότι το κίνημα έπρεπε να έχει στραφεί κατά της νομίμου κυβερνήσεως των Βερσαλλιών, ώστε να μην κλειστούν οι επαναστάτες στο Παρίσι, όπου τελικά και εξοντώθηκαν.

Το 1872 είναι 54 ετών, απογοητευμένος και με υγεία που έχει αρχίσει να κλονίζεται. Προτείνει τη μεταφορά της έδρας της Α’ Διεθνούς στη Νέα Υόρκη, αποσύρεται και συνεχίζει τη συγγραφή του «Κεφαλαίου». Η ζωή του έχει κυλήσει με στερήσεις και ταλαιπωρίες, αλλά έχει μοναδικά στηρίγματά του την αγαπημένη του γυναίκα Τζένη Μαρξ και τον αφοσιωμένο φίλο του Φρίντριχ Ενγκελς. «Είμαι ερωτευμένος από την κορυφή ως τα νύχια» γράφει για την κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερή του σύζυγό του. Η Τζένη είναι η ζωή του. Θεωρεί ότι ο χρόνος δεν είναι σε θέση να πληγώσει την ομορφιά της, η οποία «παραμένει έκπαγλος παρά την προχωρημένη ηλικία». Μαζί της θα αποκτήσει συνολικά επτά παιδιά, από τα οποία μόνο τα τρία θα φθάσουν ως την ενηλικίωση. Το 1878, όμως, η Τζένη πεθαίνει από καρκίνο. «Ο θάνατός της σκότωσε κάθε κίνητρο ζωής γι’ αυτόν» έγραφε ο Ένγκελς.

Ο Καρλ Μαρξ πέθανε στις 14 Μαρτίου 1883 στο Λονδίνο, απογοητευμένος, χωρίς καμία ιδιαίτερη αναγνώριση ή ένδειξη ότι αργότερα θα χαρακτηριζόταν «ο προφήτης φιλόσοφος που σφράγισε την πορεία της ανθρωπότητας». Τάφηκε ως άπατρις, τρεις μέρες αργότερα, στο νεκροταφείο του Χαϊγκέιτ στο Βόρειο Λονδίνο.

(Ο Καρλ Μαρξ με τη σύζυγός του Τζένη)

————————————————————————

Μαρξισμός είναι το σύστημα των αντιλήψεων και της διδασκαλίας του Μαρξ. Ο Μαρξ είναι εκείνος που συνέχισε και ολοκλήρωσε με μεγαλοφυΐα τα τρία βασικά ιδεολογικά ρεύματα του 19ου αιώνα, : την κλασική γερμανική Φιλοσοφία, την κλασική αγγλική Πολιτική Οικονομία και το γαλλικό Σοσιαλισμό σε συνδυασμό με τις γαλλικές επαναστατικές διδασκαλίες γενικότερα. Η αναγνωρισμένη ακόμη και από τους αντίπαλους του Μαρξ αξιοθαύμαστη συνέπεια και ενότητα των απόψεων του, που στο σύνολο τους μας δίνουν το σύγχρονο υλισμό και το σύγχρονο επιστημονικό σοσιαλισμό, σαν θεωρία και σαν πρόγραμμα του εργατικού κινήματος όλων των πολιτισμένων χωρών του κόσμου, μας υποχρεώνει να προτάξουμε από την έκθεση του κύριου περιεχομένου του μαρξισμού, συγκεκριμένα της οικονομικής διδασκαλίας του Μαρξ, μια σύντομη σκιαγραφία της κοσμοαντίληψης του γενικά.

Η Υλιστική Αντίληψη της Ιστορίας

Η επίγνωση της ασυνέπειας, της ατέλειας και του μονόπλευρου χαρακτήρα του παλιού υλισμού οδήγησε τον Μαρξ στην πεποίθηση ότι είναι ανάγκη «να εναρμονιστεί η επιστήμη της κοινωνίας με την υλιστική βάση και να ξαναφτιαχτεί πάνω σ’ αυτή τη βάση». Αν ο υλισμός γενικά εξηγεί τη συνείδηση, ξεκινώντας από το Είναι και όχι αντίστροφα, κατά την εφαρμογή του στην κοινωνική ζωή της ανθρωπότητας απαιτούσε να εξηγείται η κοινωνική συνείδηση, ξεκινώντας από το κοινωνικό Είναι.

Η Ταξική Πάλη

Το παρακάτω απόσπασμα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο του Μαρξ, μας δείχνει ότι ο Μαρξ απαιτούσε από την κοινωνική επιστήμη μια αντικειμενική ανάλυση της θέσης κάθε τάξης μέσα στη σύγχρονη κοινωνία, σε σύνδεση με την ανάλυση των όρων ανάπτυξης κάθε τάξης:

«Απ’ όλες τις τάξεις, που τούτη τη στιγμή βρίσκονται αντιμέτωπες με την αστική τάξη, μόνο το προλεταριάτο είναι τάξη πραγματικά επαναστατική. Οι άλλες τάξεις χάνονται και εξαφανίζονται με την ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας· αντίθετα, το προλεταριάτο είναι το δικό της προϊόν. Οι μεσαίες τάξεις, ο μικροβιομήχανος, ο μικρέμπορος, ο χειροτέχνης, ο αγρότης, όλοι τους πολεμούν την αστική τάξη, για να σώσουν την ύπαρξη τους από τον αφανισμό σαν μεσαίες τάξεις. Συνεπώς, δεν είναι επαναστατικές, αλλά συντηρητικές. Κάτι παραπάνω, είναι αντιδραστικές: προσπαθούν να γυρίσουν προς τα πίσω τον τροχό της ιστορίας. Και όταν είναι επαναστατικές, αυτό γίνεται εφόσον βρίσκονται μπροστά στο επικείμενο πέρασμα τους στις γραμμές του προλεταριάτου, εφόσον υπερασπίζουν όχι τα σημερινά, αλλά τα μελλοντικά τους συμφέροντα, εφόσον εγκαταλείπουν τη δική τους άποψη για να πάνε με την άποψη του προλεταριάτου». Σε μια σειρά ιστορικά έργα ο Μαρξ έδωσε λαμπρά και βαθυστόχαστα πρότυπα υλιστικής ιστοριογραφίας, ανάλυσης της θέσης κάθε τάξης χωριστά και κάποτε των διαφόρων ομάδων ή στρωμάτων μέσα στην τάξη, δείχνοντας εξόφθαλμα γιατί και πώς «κάθε ταξική πάλη είναι πάλη πολιτική.