Facebooktwitter

Όταν η κυβερνητική πλευρά ξεμένει από επιχειρήματα επιστρατεύει τα «βαριά όπλα» την «κοινή λογική».

Το 2017 ένας έλεγχος της επιθεώρησης εργασίας που έγινε σε μία από τις συστημικές τράπεζες οδήγησε σε πρόστιμο 1,6 εκ ευρώ. Το πρόστιμο αφορούσε παράνομη υπερωριακή εργασία περισσότερων από 100 εργαζομένων. Η παράνομη υπερωριακή εργασία ή αλλιώς υποδηλωμένη εργασία αποτελούσε και αποτελεί ένα βασικό πεδίο εργοδοτικής παραβατικότητας. Από τις πρώτες πράξεις που έκανε η ΝΔ ως κυβέρνηση ήταν να μειώσει το ύψος των προστίμων της επιθεώρησης εργασίας. Σήμερα για την ίδια παράβαση το πρόστιμο θα ήταν μόλις 109.000 ευρώ. Η αγορά εργασίας έχει την δυνατότητα να κατανοεί και να προσαρμόζεται στα σήματα που δίνουν οι πολιτικές αποφάσεις. Η συγκεκριμένη κίνηση έστειλε ένα ξεκάθαρο σήμα. Έδειξε ότι η νέα κυβέρνηση θα υποβαθμίσει τον έλεγχο και τις ποινές, θα είναι πιο «ευέλικτη» με τους εργοδότες που δεν θα ακολουθούν τους κανόνες.

Τα παραπάνω συνδέονται άμεσα με το νέο εργασιακό νομοσχέδιο. Ο πυρήνας του νομοσχεδίου έρχεται να νομιμοποιήσει την μέχρι σήμερα παράνομη πρακτική των απλήρωτων υπερωριών. Κάτι που ήδη είχε συμβεί μέσα στην πανδημία για εργαζόμενους που χρειαζόταν να μπουν σε καραντίνα. Ο μηχανισμός που γίνεται αυτό όμως σε ένα βαθμό είναι ακόμα χειρότερος από τις απλήρωτες υπερωρίες. Αναφέρομαι στις ατομικές συμβάσεις μέσα από τις οποίες θα ρυθμίζεται η «διευθέτηση» του χρόνου εργασίας. Η άποψη του υπουργείου Εργασίας υποστηρίζει δεν αλλάζει και κάτι σημαντικό και στην τελική αν κάτι αλλάζει το έχει ήδη νομοθετήσει ο ΣΥΡΙΖΑ από το 2019. Ας ξεπεράσουμε την απλή απορία της χρησιμότητας να νομοθετηθεί κάτι που υποτίθεται ότι ήδη υπάρχει και ας δούμε την ουσία. Δυνατότητα διευθέτησης στον χρόνο εργασίας υπάρχει στην ελληνική νομοθεσία ήδη από το 1990. Με μια σημαντική όμως διαφορά. Μόνο μέσα από συλλογική σύμβαση εργασίας και όχι από ατομική.

Η δεύτερη απάντηση του υπουργείου είναι ότι η διευθέτηση μέσα από ατομική σύμβαση θα γίνεται εκεί που δεν υπάρχει συλλογική σύμβαση εργασίας. Εδώ στην πραγματικότητα δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε επιχείρημα αλλά αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Με το να υπάρχει η δυνατότητα διευθέτησης του χρόνου μέσα από ατομικές συμβάσεις κανένας εργοδότης δεν θα επιλέξει να υπογράψει συλλογική σύμβαση. Ταυτόχρονα η ΝΔ από την αρχή της θητείας της κάνει ότι μπορεί για να περιορίσει την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων έχοντας θεσπίσει μια σειρά από εξαιρέσεις στην ανάγκη επεκτασιμότητας και υποχρεωτικότητας, βασικών δηλαδή αρχών της αρχιτεκτονικής των συλλογικών συμβάσεων.

Όταν η κυβερνητική πλευρά ξεμένει από επιχειρήματα επιστρατεύει τα «βαριά όπλα» την «κοινή aλογική». Σε αυτά τα επιχειρήματα ακούμε είτε ότι ο εργαζόμενος μια χαρά μπορεί να συμφωνήσει σε ατομικό επίπεδο με τον εργοδότη του είτε ότι πάντα υπήρχαν απλήρωτες υπερωρίες. Αν επιθυμούμε να κρατήσουμε έστω και τον ελάχιστο βαθμό ειλικρίνειας μεταξύ μας θα συμφωνήσουμε ότι ποτέ ένας εργαζόμενος δεν διαπραγματεύεται από ίση θέση ισχύος με τον εργοδότη του, ειδικά με ποσοστά ανεργίας που ξεπερνάνε το 16%. Σχετικά με τις απλήρωτες υπερωρίες που πάντα συνέβαιναν όπως δείχνει και το παράδειγμα στην αρχή το βασικό ερώτημα είναι το πώς αντιμετωπίζουμε μια παρανομία; Με την πρακτική της η ΝΔ δίνει ένα σήμα ανοχής και διεύρυνσης του εύρους της εργοδοτικής παραβατικότητας.

Μήπως όμως θα λυθεί το πρόβλημα με την ψηφιακή κάρτα εργασίας; Επί της αρχής είναι εντυπωσιακή η επιμονή της ΝΔ να προσπαθεί να δημιουργήσει μια εικονική πραγματικότητα.  Εξηγούμαι: ήδη από το 2017 με τον νόμο 4488 έχει θεσπιστεί η ψηφιακή δήλωση της υπερωριακής εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν για πρώτη φορά να δηλωθούν και να πληρωθούν περισσότερες από 6 εκ. ώρες υπερεργασίας και να υπερδιπλασιαστούν οι δηλωμένες ώρες υπερωρίας. Αυτό όμως συνέβη γιατί συνδυάστηκε με την αυστηρή λειτουργία του ελεγκτικού μηχανισμού. Η απαξίωση της επιθεώρησης εργασίας που έχει φέρει η ΝΔ σημαίνει ότι κανένα ψηφιακό ή άλλο εργαλείο δεν θα μπορεί να περιορίσει την εργοδοτική παραβατικότητα.

Το οικονομικό αποτέλεσμα των παραπάνω το έχουμε ήδη ζήσει. Η ελαστικοποίηση στην αγορά εργασίας θα φέρει μειώσεις στους μισθούς οι οποίες με την σειρά τους θα οδηγήσουν σε συνολική πτώση της κατανάλωσης και λουκέτα για αυτοαπασχολούμενους και μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Πριν από λίγες μέρες σε μια κρίσιμη ομιλία ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ χαρακτήρισε ως αποτυχημένο το δόγμα των «trickledown economics» και ταυτόχρονα επέλεξε να προχωρήσει σε σημαντικές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό. Η ελληνική κυβέρνηση αντί για αυξήσεις στον κατώτατο μισθό επιλέγει μειώσεις. Προφανώς δικαίωμα της είναι να επιλέγει ένα χρεοκοπημένο δόγμα, όπως δικαίωμα της είναι να υποστηρίζει ακόμα την πολιτική Τραμπ και το «δικαίωμα» των εργοδοτών στην παραβατικότητα και την απλήρωτη εργασία. Τουλάχιστον όμως ας μην το βαφτίζουν ως «δύναμη στον εργαζόμενο» η ειλικρίνεια πάντα βοηθάει