Facebooktwitter

Η πρόσφατη απόφαση των G7, των επτά πιο αναπτυγμένων οικονομικά χωρών, για την επιβολή ελάχιστου παγκόσμιου εταιρικού φόρου, έστω και στο ισχνό 15%, χαρακτηρίζεται -και ορθά- “ιστορική”.

Άρθρο του τομεάρχη Ανάπτυξης και Επενδύσεων της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία και βουλευτή Μεσσηνίας, Αλέξη Χαρίτση, στην ιστοσελίδα  «powergame.gr»

Η ιστορικότητα εδώ δεν περιορίζεται στο ότι έχουμε μια σημαντική απόφαση. Σχετίζεται με την ευρύτερη μετατόπιση που αντανακλά αυτή η μεταβολή. Πριν λίγα χρόνια η άρθρωση και μόνο της σκέψης για την επιβολή ελάχιστου εταιρικού φόρου σε πολυεθνικές εταιρείες-κολοσσούς, κυρίως στον χώρο της τεχνολογίας, που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρο τον πλανήτη και καταφέρνουν να φορο-αποφεύγουν σκανδαλωδώς μέσα από δαιδαλώδεις λογιστικές διαδρομές, φάνταζε ως ουτοπική πρόταση κάποιων που έχουν μικρή σχέση με την πραγματικότητα και ειδικότερα τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ οικονομίας και πολιτικής. Αυτό που αποφάσισαν οι G7 δείχνει ότι έχουμε περάσει σε μία νέα εποχή. Κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει τα χαρακτηριστικά της και θα ήταν αφελής αυτός που θα θεωρούσε ότι όλα τα προβλήματα βρίσκονται ήδη πίσω μας. Την ίδια στιγμή όμως, απαιτείται ένας μοναδικός συνδυασμός ιδεολογικής μυωπίας και διανοητικής εσωστρέφειας για να μην παραδεχτεί κάποιος το προφανές: αυτό που μέχρι χτες φάνταζε ουτοπικό, σήμερα φαντάζει εφικτό.

Ο καταλύτης αυτής της εξέλιξης είναι τα όρια του κόσμου που ανέκυψε τη δεκαετία του 1990. Δεν θα αναφερθώ αναλυτικά στη διαδοχή των οικονομικών κρίσεων και της πρόσφατης εμπειρίας της πανδημίας. Αυτό στο οποίο θέλω να σταθώ είναι η δυνατότητα να σκεφτούμε θαρραλέα γύρω από ζητήματα που έως πολύ πρόσφατα αντιμετωπίζονταν ως αυστηρά οριοθετημένα και απαραβίαστα. Στα καθ’ ημάς, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, ένα κομβικό ζήτημα που απασχολεί τις παραγωγικές δυνάμεις της χώρας είναι αυτό που αφορά το ρόλο των τραπεζών και ειδικότερα την πολιτική δανειοδότησης που ακολουθούν. Τα δεδομένα είναι γνωστά. Πριν λίγες μέρες έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποτύπωσε αυτό που χιλιάδες άνθρωποι γνωρίζουν βιωματικά: παρότι η ρευστότητα των ελληνικών τραπεζών έχει ενισχυθεί αποφασιστικά από την ΕΚΤ τον τελευταίο χρόνο, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις είναι πρακτικά αποκλεισμένες από τη δυνατότητα δανεισμού. Το ποσοστό απόρριψης των αιτήσεων για δάνειο είναι τριπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αν συνυπολογίσουμε και τα υπόλοιπα ευρήματα της έρευνας, η εικόνα είναι προβληματική: οι τράπεζες δεν στηρίζουν -σε βαθμό ανάλογο με τις δυνατότητές τους- την πραγματική οικονομία.

Πρόκειται για επιλογή την οποία δυστυχώς δεν φαίνεται να αμφισβητεί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Κάθε άλλο. Το Ταμείο Ανάκαμψης είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση, δυστυχώς, σπαταλά τις μεγάλες δυνατότητες που προσφέρει το Ταμείο, αναπαράγοντας ένα στρεβλό μοντέλο χρηματοδότησης που αφορά μόνο λίγες επιχειρήσεις. Στην κυβερνητική πρόταση με σαφήνεια διατυπώνεται η αντίληψη ότι η δανειοδότηση των επιχειρήσεων θα γίνει με αμιγώς τραπεζικά κριτήρια, ενώ το κρίσιμο εργαλείο της Αναπτυξιακής Τράπεζας μένει στο περιθώριο. Αν η πρόταση της κυβέρνησης γίνει πράξη, τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που γνώρισαν με πρωτοφανή ένταση τις συνέπειες του παρατεταμένου lock-down και των κυβερνητικών παλινωδιών θα μείνουν πρακτικά δίχως τραπεζική κάλυψη. Την ίδια στιγμή η νεοφυής και καινοτόμος επιχειρηματικότητα θα είναι εξ ορισμού αποκλεισμένη από τον τραπεζικό δανεισμό και θα ανταγωνίζεται για τα πενιχρά κονδύλια της Αναπτυξιακής Τράπεζας. Πρόκειται για επιλογές με ανυπολόγιστο κοινωνικό και οικονομικό κόστος- από τα λουκέτα και την αύξηση της ανεργίας έως τον νέο γύρο brain drain και καθήλωσης της νέας γενιάς.

Για να το πω διαφορετικά: η κυβέρνηση αντί να χρησιμοποιεί τις ιστορικές όντως δυνατότητες των διεθνών συσχετισμών και της παγκόσμιας συζήτησης για να μετασχηματίσει το εγχώριο αναπτυξιακό πλαίσιο προς όφελος της κοινωνίας, ενισχύει τα υφιστάμενα ολιγοπωλιακά και κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά του. Είναι μια πολιτική που βρίσκεται μακριά από τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται όμως και για μια επιλογή που απομακρύνει τη χώρα μας από τις σύγχρονες πολιτικές αναζητήσεις και αποφάσεις γύρω από τη δυνατότητα μίας ουσιαστικής νέας αρχής. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε το διάστημα 2015-2019, μέσα σε ασφυκτικές συνθήκες, να αναμορφώσει το αναπτυξιακό υπόδειγμα. Σήμερα, έχουμε ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες για πιο αποφασιστικά βήματα. Αυτά τα επιτρέπουν τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας, η έξοδος από την μνημονιακή επιτήρηση και οι νέες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτές διαμορφώθηκαν μέσα στην καταιγίδα της πανδημίας. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ αποσκοπεί στην αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας με σαφείς κλαδικές και περιφερειακές στοχεύσεις, στην εξασφάλιση αξιοπρεπών όρων πρόσβασης των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, στην ενίσχυση της Αναπτυξιακής Τράπεζας προκειμένου να λειτουργήσει ως η ατμομηχανή ενός δομικού μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας.

Δεν μπορούμε να καθηλώνουμε τη χώρα -όπως κάνει η κυβέρνηση- στο ρόλο του αμήχανου παρατηρητή των διεθνών εξελίξεων και της εμμονικής προσήλωσης σε αντικοινωνικές πολιτικές, όπως στα εργασιακά. Έχουμε μια ιστορική δυνατότητα να σχεδιάσουμε και να υλοποιήσουμε πολιτικές που θα βελτιώνουν την καθημερινότητα των πολιτών όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον, αλλά την επόμενη κιόλας μέρα. Ο δεσμευτικός επανακαθορισμός της κοινωνικής ευθύνης των τραπεζών και η συνακόλουθη ανάπτυξη χρηματοδοτικών εργαλείων για την πλειοψηφία των επιχειρήσεων είναι προϋπόθεση για ένα νέο συμβόλαιο που θα εξασφαλίσει τη θωράκιση της κοινωνίας, τις αναγκαίες τομές που χρειάζεται η χώρα και την απελευθέρωση των πιο δημιουργικών και φιλόδοξων δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας.