Facebooktwitter

Η Αριστερά απορροφήθηκε είτε από τις αναγκαιότητες της συγκυρίας, είτε από τις ευθύνες κυβερνητικής διαχείρισης και δεν έδωσε την απαιτούμενη έμφαση στην ιδεολογική αντιπαράθεση.

Η πολύπλευρη καταστροφή από τις πυρκαγιές «δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Καμιά καταστροφή δεν μπορεί να αποδοθεί σε φυσικά φαινόμενα, όπως μάλιστα επιμένει η κυβέρνηση» δηλώνει ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών και κοσμήτορας Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Σπουρδαλάκης. Μάλιστα τονίζει εμφατικά πως «πρόκειται για ένα έγκλημα διαρκείας που δυστυχώς φαίνεται να έχει συνέχεια … με το νεοφιλελεύθερο κυνισμό της νεο-ακροδεξιάς κυβέρνησής μας».

Επιπρόσθετα αναφέρει πως η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού σε συνδυασμό με το μεταμοντέρνο που σχετικοποίησε τις αξίες δεν αμφισβητήθηκε από την Αριστερά και τον ΣΥΡΙΖΑ και πάνω εκεί δημιουργήθηκε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Αυτό είχε ως συνέπεια τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να κατασκευάζουν ανενόχλητα το «καθεστώς μεταλήθειάς τους», αποκρύπτοντας τη διαφθορά, το αντιδραστικό εκπαιδευτικό σύστημα και την αδιαφορία στον κριτικό λόγο του πολιτισμού. Ο εν λόγω διανοητής προτείνει τον εμπλουτισμό της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας με πρακτικές και μορφές άμεσης δημοκρατίας, ώστε να ανοίξει η διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού.

• Κύριε Σπουρδαλάκη, πώς είδατε την πρωτόγνωρη οικολογική, κοινωνική και οικονομική καταστροφή που έγινε με τις πυρκαγιές;

Παρά το σοκ και τις καταθλιπτικές συνέπειες που προκάλεσε η καταστροφή, δεν αποτέλεσε έκπληξη. Για όσους καταλαβαίνουμε τις αντιφάσεις και τους ανορθολογισμούς παραγωγής ανισοτήτων του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, το οποίο παράγει «πλούτο» εκτός των άλλων και μέσα από την αλόγιστη και πειρατική χρήση του φυσικού (και παραγωγικού) κεφαλαίου της χώρας, η καταστροφή δεν μπορεί να θεωρηθεί αποτέλεσμα ακραίων φυσικών φαινομένων. Καμιά καταστροφή δεν μπορεί να αποδοθεί σε φυσικά φαινόμενα, όπως μάλιστα επιμένει η κυβέρνηση. Αν και ακόμη και αυτή η ερμηνεία της είχε έναν επιλεκτικό χαρακτήρα, ιδιαίτερα όταν αντί άλλων επιχειρημάτων και ανάλυσης κατέφευγε στην τουλάχιστον αντιαισθητική σύγκριση «στρεμμάτων και φερέτρων». Πρόκειται για ένα έγκλημα διαρκείας, που δυστυχώς φαίνεται να έχει συνέχεια.

Εγκληματικό το μεταπολεμικό μας αναπτυξιακό πρότυπο που γέννησε συγκεκριμένες κοινωνικές δομές και σχέσεις, εγκληματικό ότι οι καταστροφικές συνέπειες του οποίου αντιμετωπίστηκαν με τον νεοφιλελεύθερο κυνισμό της νεο-ακροδεξιάς κυβέρνησής μας (λ.χ. δραματική μείωση δημοσίων δαπανών πυροπροστασίας, αλόγιστη αύξηση της αστυνόμευσης ώστε να υπηρετηθεί το δόγμα του «νόμος και τάξη» κ.ά.). Εγκλημα που πολύ φοβάμαι θα έχει συνέχεια, αφού ο σχεδιασμός ανασυγκρότησης σχεδιάζεται να αντιμετωπιστεί με κορυφαία εργαλεία του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, Συμβάσεις Δημόσιου Ιδιωτικού Τομέα (ΣΔΙΤ) και την (επικοινωνιακή) χρήση προσωπικοτήτων και τεχνοκρατών.

• Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας προεκλογικά μιλούσε μέσω στελεχών της για «κράτος Πινοσέτ». Μετεκλογικά προωθεί πολιτικές επιλογές σε όλα τα πεδία πλήρους συρρίκνωσης των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατίας. Πού πάμε;

Εχω την εντύπωση ότι οι αναφορές της Νέας Δημοκρατίας στην εμπειρία της Χιλής του Πινοσέτ δεν ήταν ρητές αλλά έμμεσες. Είχαν να κάνουν με τις προτάσεις της για τη διαχείριση ή καλύτερα την ιδιωτικοποίηση και τελικά τη διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος. Γεγονός που επέτεινε τότε την κοινωνική και την ανθρωπιστική κρίση του καθεστώτος.

Σήμερα τα φαινόμενα του περιορισμού των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών σχετίζονται και αποκαλύπτουν την κρίση νομιμοποίησης των κρατικών επιλογών. Επιλογές που ουσιαστικά αποκαλύπτουν την αστάθεια του νεοφιλελεύθερου προτύπου κοινωνικής οργάνωσης και τις νέες εξελίξεις των συντηρητικών δυνάμεων, που δεν είναι άλλες από την υιοθέτηση της στρατηγικής της Εναλλακτικής Δεξιάς (Alt Right) στις οποίες φαίνεται ότι εντάσσεται και η ελληνική Δεξιά.

Αστάθεια που πηγάζει όχι από την αδυναμία των κρατικών πολιτικών να διασφαλίζουν την απρόσκοπτη κοινωνική ένταξη, αλλά και κυρίως από τη συνεχή επέκταση των πολυδιάστατων ανισοτήτων. Είναι αυτό το γεγονός που πιέζει πλέον τα καθεστώτα, που τηρούν μεν τη συνθήκη μιας διαδικαστικού τύπου δημοκρατίας, να υιοθετούν πρακτικές άκαμπτες του «νόμου και τάξης» και να εγκαταλείπουν έμπρακτα το δημοκρατικό και το φιλελεύθερο κεκτημένο. Το τελευταίο εντάθηκε με την πανδημία, οι συνθήκες της οποίας φαίνεται να κανονικοποιούν την εξαίρεση. Αποκαλύπτοντας την ίδια στιγμή το αδύνατο της συμβίωσης της δημοκρατίας με τον φιλελευθερισμό.

• Ζούμε στον αστερισμό του νεοφιλελευθερισμού και του μεταμοντέρνου με πλήρη διάλυση των κοινωνικών και πολιτικών αξιών που συνέχουν την κοινωνία. Συνολικά όλος ο χώρος της Αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου και του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει κάνει μέτωπο κατά του μεταμοντέρνου, το οποίο κυριαρχεί μέσω των ΜΜΕ, του Διαδικτύου και του εκπαιδευτικού συστήματος. Τι πρέπει να πράξει η Αριστερά;

Πράγματι η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού σε έναν μεγάλο βαθμό στηρίχτηκε στην κατάρρευση ή καλύτερα στην εγκατάλειψη των μεγάλων αφηγήσεων και στην, αν και αρχικά με διαφορετική στόχευση, διάχυση της αντίληψης για τη σχετικοποίηση των αξιών και της δυνατότητας της συστηματικής γνώσης. Αυτή η σχετικοποίηση των κανονιστικών αρχών της κοινωνικής οργάνωσης εμπέδωσε τον κονφορμισμό τού ΤΙΝΑ περιορίζοντας τον ορίζοντα της πολιτικής και της δημοκρατίας.

Εδώ φαίνεται ότι η Αριστερά, και ακριβέστερα η ριζοσπαστική εκείνη, δηλ. η Αριστερά που έχει ενσωματώσει την εμπειρία αλλά και τα αδιέξοδα των κινημάτων και με συνείδηση του ιστορικού τέλους της σοσιαλδημοκρατίας και των πολυλενινιστικών εγχειρημάτων κοινωνικού μετασχηματισμού, δεν κατάφερε, φυσικά με κάποιες εξαιρέσεις, ένα πειστικό όραμα εναλλακτικής κοινωνικής οργάνωσης. Μιας κοινωνικής οργάνωσης που θα άνοιγε τον δρόμο στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Με απλά λόγια η Αριστερά απορροφήθηκε είτε από τις αναγκαιότητες της συγκυρίας, είτε από τις ευθύνες κυβερνητικής διαχείρισης και δεν έδωσε την απαιτούμενη έμφαση στην ιδεολογική αντιπαράθεση. Ιδεολογική αντιπαράθεση και αγώνας και στον χώρο των ιδεών δεν σημαίνει φυσικά τη συνήθως ακατάπαυστη ρητορεία και «τσιτατολογία» που χαρακτηρίζει ένα τμήμα της Αριστεράς.

Αντίθετα σημαίνει την πολιτικοποίηση των προτάσεων και της κοινωνικής παρέμβασης. Για παράδειγμα, και πιο κοντά στα καθ’ ημάς, αν αντί της συνεχούς αναφοράς στις ανισότητες, που παρεμπίπτοντως είναι το αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης και όχι η αιτία των δεινών μας, και της γενικόλογης επίκλησης στις «προοδευτικές» δυνάμεις υπήρχε η πρόταση για καθολική και ελεύθερη πρόσβαση στο Διαδίκτυο και αντί για την πρόταση της επίταξης των ιδιωτικών δομών υγείας υπήρχε πρόταση για σχέδιο να τεθούν αυτές υπό πλήρη κοινωνικό έλεγχο, τότε το αντι-ηγεμονικό ιδεολογικό στίγμα της Αριστεράς θα ήταν σαφέστερο και αποτελεσματικότερο.

Φυσικά, αυτή η αντιπαράθεση, εκτός των άλλων, προϋποθέτει συστηματική και οργανωμένη επιμόρφωση των μελών και του κομματικού περίγυρου. Η επιμόρφωση θα συνέβαλε εν μέρει στην ιδεολογική συγκρότησή τους και θα χαλύβδωνε το φρόνημά τους.

Επιπλέον θα θεμελίωνε καλύτερα τα επιχειρήματα του πολιτικού υποκειμένου και θα συνέβαλε τόσο στην οξύνοια της κριτικής εντός και εκτός κόμματος. Η απουσία αυτής της σημαντικής λειτουργίας άφησε ανενόχλητα τα ΜΜΕ και άλλους διαμορφωτές της κοινής γνώμης να κατασκευάζουν το «καθεστώς μεταλήθειάς» τους. Ενα καθεστώς στο πλαίσιο του οποίου οικοδομήθηκε το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο.

Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που, εκτός των άλλων, συγκάλυπτε και συγκαλύπτει τα κακώς κείμενα της «κανονικότητας», από τη διαφθορά, που δυστυχώς τείνει να αποτελέσει καταστατικό στοιχείο αναπαραγωγής του κοινωνικού μας σχηματισμού, μέχρι το συντηρητικό ή και αντιδραστικό εκπαιδευτικό σύστημα και την αδιαφορία στον δημιουργικό κριτικό λόγο του πολιτισμού. Οι τελευταίες παραλείψεις εξηγούν την απώλεια της πολιτικής δυναμικής της Αριστεράς, ελπίζω προσωρινή, και δείχνουν τον δρόμο για το «τι να κάνουμε»…

• Το ζήτημα της σύνδεσης της άμεσης δημοκρατίας με την αντιπροσωπευτική είναι στρατηγικής σημασίας για την κοινωνία και την Αριστερά, γιατί δεν τίθεται;

Οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι κυρίως αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες. Ωστόσο ο περιορισμός της δημοκρατικής λειτουργίας στη διαδικαστική της λογική και πρακτική σε συνδυασμό με την κρατικοποίηση των θεσμών πολιτικής εκπροσώπησης έχουν οδηγήσει σε μεγάλη κρίση εκπροσώπησης και τελικά κρίσης του κυρίαρχου δημοκρατικού μοντέλου. Αυτός κυρίως, ανάμεσα σε άλλους, είναι ο λόγος για την αναγκαιότητα της σύνδεσης πρωτοβουλιών και πρακτικών της άμεσης με εκείνες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ομως η σύνδεση της άμεσης με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν είναι κάτι εύκολο, αν κανείς θέλει να αποφύγει απλουστευτικές και εν πολλοίς λαϊκίστικες λύσεις. Αυτό το τελευταίο φαίνεται να αποτελεί την κύρια αιτία που η Αριστερά δεν έχει κάνει ιδιαίτερη πρόοδο και σε αυτό το επίπεδο.

Πέρα από αυτή τη δυσκολία για πειστικές πολιτικές πρακτικές προτάσεις, θα πρέπει να πούμε ότι η Αριστερά και γενικά όσοι πολίτες αγωνιούν και αγωνίζονται για τη διάσωση και διεύρυνση της δημοκρατικής λειτουργίας έρχονται αντιμέτωποι με τις υπάρχουσες θεσμικές και πολιτικές αδράνειες ή και αντιστάσεις σε νεωτερισμούς που θα οξυγόνωναν θεσμούς και λειτουργίες της αντιπροσωπευτικές με στοιχεία και λογικές άμεσης δημοκρατίας.

Σχηματικά μιλώντας είναι γεγονός ότι αντιπροσωπευτική και άμεση δημοκρατία κινούνται σε αντίθετες λογικές. Η μεν πρώτη φαίνεται να ενθαρρύνει ή και να βολεύεται με τη «λογική της ανάθεσης» της πολιτικής στους «θεσμικούς εκπροσώπους», ενώ οι πρακτικές που προτείνει η δεύτερη προϋποθέτουν μια πολιτική κουλτούρα συμμετοχής και ιδιαίτερης αυτοπεποίθησης που μάλλον δεν είναι αυτονόητη.

Κατά συνέπεια οι πρακτικές της άμεσης δημοκρατίας δεν μπορούν να αντικαταστήσουν πρακτικές και θεσμούς και της αντιπροσωπευτικής, ωστόσο μπορεί και πρέπει η δημοκρατική μας λειτουργία να εμπλουτιστεί, ενίοτε πιλοτικά, με διαδικασίες λήψης και εφαρμογής αποφάσεων με πρακτικές άμεσης δημοκρατίας. Οι τελευταίες μάλιστα δεν πρέπει να περιορίζονται σε δευτερεύοντα πεδία της κοινωνικής ζωής αλλά και σε τομές ιδιαίτερης βαρύτητας. Μάλιστα σε σημαντικούς τομείς μπορεί να αξιοποιηθεί και η εκτενής πλέον εμπειρία. Η περίπτωση των συμμετοχικών προϋπολογισμών είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων περιπτώσεων.

• Πώς βλέπετε τις διεργασίες στην Ευρώπη;

Προς το παρόν φαίνεται ότι η κρίση εκπροσώπησης, η κρίση νομιμοποίησης καθώς μετατρέπεται σε κρίση δημοκρατίας αποτελεί την καύσιμη ύλη για την άνοδο της Ακροδεξιάς και της Αlt Right στην Ευρώπη. Οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις φαίνεται να κινούνται στο πλαίσιο της κατεστημένης και δεδομένης κανονικότητας και δεν φαίνεται να αλλάζουν ρότα. Η πανδημική κρίση, που με τον εναργέστερο τρόπο έφερε στο προσκήνιο τη συνθετότητα και την αλληλεξάρτηση των προβλημάτων του καπιταλισμού σήμερα, δεν συγκινεί τις κυβερνήσεις, οι οποίες τείνουν να αντιμετωπίζουν τις πολυεπίπεδες ταξικές ανισότητες, την περιβαλλοντική και την προσφυγική κρίση, καθώς και τις εντάσεις και αντιθέσεις από τον κοινωνικό καταμερισμό των φύλων είτε με αδιαφορία, είτε με πολιτικές οικονομικής στήριξης οι οποίες συνήθως ενισχύουν τα ιδιωτικά συμφέρονται και τις δεδομένες δομές.

Η Αριστερά αν θέλει να επιβιώσει ανάμεσα στ’ άλλα θα πρέπει να το επιδιώκει με θάρρος, με φαντασία και πάντως μακριά και κριτικά από τις υποσχέσεις και τη ρητορική των κατεστημένων πολιτικών δυνάμεων, όπως αυτές εκφράζονται από τις κυρίαρχες κομματικές οικογένειες που συγκροτούν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα και το Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών.