Facebooktwitter

Μια συζήτηση από κοινού με τους οικονομολόγους, Μαρία Κουμερτά, Αντώνη Παπαζαχαρίου και Χρήστο Τσίτσικα

Πόσα δισ. ευρώ τελικά είναι τα μέτρα της κυβέρνησης;

Πάντως όχι όσα λέει. Μας λένε ότι είναι 3.4 δισ. και τα μισά από αυτά προβλέπονταν στο ήδη ψηφισμένο μεσοπρόθεσμο (1.6 δισ. η μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης και των ασφαλιστικών εισφορών), άλλα είχαν ήδη , όπως τα 660 εκ. που είναι η μη επιστροφή μέρους της επιστρεπτέας προκαταβολής (είχε εξαγγελθεί αρχικά ότι δεν θα επιστραφεί πολύ μεγαλύτερο μέρος, της τάξης των 4 δισ.), ενώ υπάρχουν άλλα 400 εκ. που αφορούν επεκτάσεις μέτρων που ήδη ισχύουν, όπως η αναστολή πληρωμής τέλους της συνδρομητικής τηλεόρασης που ειλικρινά δεν καταλαβαίνουμε με ποιον τρόπο είναι κοινωνικό μέτρο. Τα πραγματικά νέα, που δεν ίσχυαν ή δεν ήταν ήδη γνωστά, είναι της τάξεως των 400 εκ., 0,4 δισ. δηλαδή. Σε αυτά περιλαμβάνονται μέτρα που αφορούν αποκλειστικά τους πολύ εύπορους συμπολίτες μας, όπως η κατάργηση φόρου γονικών παροχών για όσους έχουν περιουσία από 150.000 μέχρι 800.000 και η μείωση φόρου στη συγκέντρωση κεφαλαίου. Είναι ενδεικτικό ότι παρότι ο κ. Μητσοτάκης είπε ότι η νεολαία είναι προτεραιότητα, τα μέτρα που εξήγγειλε για τους νέους είναι δεν είναι 35 εκ., δηλαδή μόλις το 1% του συνολικού πακέτου που διαφήμισε.

Ποια η στόχευσή τους; Να απαντήσουν στη δυσαρέσκεια της τελευταίας φάσης, να εντείνουν την υλοποίηση του προγράμματός τους;

Πράγματι προσπάθησαν να μειώσουν την κοινωνική δυσαρέσκεια, άλλο που απέτυχαν παταγωδώς, όπως φάνηκε από το γεγονός ότι δυο μέρες μετά ήδη άρχισαν να διαρρέουν στον Τύπο νέα μέτρα και νέες πρωτοβουλίες. Πράγματι στοχεύουν στο να ενταθεί η υλοποίηση του προγράμματος της ΝΔ, κατά το σκέλος που αφορά την ενίσχυση των υψηλών εισοδημάτων και τις φοροαπαλλαγές στους λίγους. Η αντιμετώπιση όμως των προβλημάτων του τελευταίου διαστήματος δεν αποτελούσε σε καμία περίπτωση στόχο των μέτρων. Είναι αδύνατον να απαντήσεις σε υπαρκτά προβλήματα με επεκτάσεις μέτρων, ειδικά όταν φαίνεται ότι στην πράξη δεν έχουν βοηθήσει στην αντιμετώπιση τους.

Ασκήθηκε κριτική ότι το καλάθι των μέτρων δεν ήταν μόνο μικρό αλλά και ταξικό. Πώς τεκμηριώνεται;

Εξαιρετικά εύκολα. Προκύπτει ότι ένας μισθωτός των 1.000 ευρώ έχει όφελος 11 ευρώ τον μήνα, ενώ κάποιος με μισθό 5.000 ευρώ θα δει το μηνιαίο του εισόδημα να αυξάνεται κατά 275 ευρώ. Για γονική παροχή ακινήτων συνολικής αξίας έως 150.000 ευρώ, που αφορά στο 87% του κόσμου, δεν υπάρχει κανένα όφελος (γιατί το αφορολόγητο είναι ήδη σε αυτό το ύψος), ενώ για κάποιον με 800.000 περιουσία θα υπάρχει όφελος 36.500 ευρώ. Το 60% των επιχειρήσεων έχουν μηδενικό όφελος από τη μείωση του συντελεστή, ενώ σχεδόν το μισό κόστος του μέτρου θα κατευθυνθεί αποκλειστικά στις μεγαλύτερες 200 επιχειρήσεις. Το 0.07% του συνόλου των επιχειρήσεων δηλαδή. Ο ορισμός του ταξικού καλαθιού.

Η κυβέρνηση, πάντως, απαντά ότι τα μέτρα αυτά ενισχύουν τη μεσαία τάξη…

Διαβάζουμε σε φιλοκυβερνητικά μέσα ότι η νέα γραμμή είναι πως «το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ δίνει τη δυνατότητα σε γονείς που έχουν ολοκληρώσει την επαγγελματική τους πορεία να ενισχύσουν, τώρα, εγκαίρως τα παιδιά τους με κεφάλαια που τους είναι απαραίτητα για να ξεκινήσουν τη σταδιοδρομία τους». Άρα το πρόβλημα για τους νέους είναι ότι δεν μπορούν να τους μεταβιβάσουν αφορολόγητα οι γονείς τους μια τεράστια περιουσία! Και δεν είναι η ανεργία, η ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια, οι δουλειές χωρίς προοπτική. Εδώ, δεν είναι απλά ότι η ΝΔ δεν κατανοεί τα προβλήματα των νέων και της μεσαίας τάξης. Είναι ότι με βάση τον τρόπο που νομοθετεί, τοποθετεί τη μεσαία τάξη στα 800.000. Θα ήταν αστείο αν δεν ήταν εξοργιστικό. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, μεσαία τάξη στην Ελλάδα του σήμερα είναι οι άνθρωποι που έχουν ένα σπίτι, (ή 2 ή 3 που κάνανε με σκληρή δουλεία αλλά σίγουρα όχι 15), ένα μαγαζί, οι νέοι που έχουν σπουδάσει και θέλουν να δουλέψουν στο αντικείμενο τους στην Ελλάδα, οι άνθρωποι που έχουν ένα δάνειο και παλεύουν να το πληρώσουν. Την πραγματική μεσαία τάξη, τους ανθρώπους δηλαδή που έχουν κοινά συμφέροντα με τον κόσμο της δουλειάς, την στηρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Την στήριξε όταν έβγαλε την χώρα από τα μνημόνια, όταν αύξησε τους μισθούς, όταν ενίσχυε τα πανεπιστήμια και τα νοσοκομεία. Θα την στηρίξει πιο εμφατικά μετά τις εκλογές ως κυβέρνηση. Αυτούς τους ανθρώπους τους εκπροσωπεί. Εκπροσωπεί τον κόσμο της εργασίας, τη νεολαία και την πραγματική μεσαία τάξη. Και θα το κάνει ακόμα κι αν χρειαστεί να δυσαρεστήσει αρκετά εκείνους που έχουν 800.000. Δεν μπορείς να είσαι με όλους. Με τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού είναι πλέον απόλυτα ξεκάθαρο με ποιον είναι ο καθένας.

Στην κριτική –και του ΣΥΡΙΖΑ– όμως, δεν έχει τη θέση που θα έπρεπε η απουσία μέτρων για ενίσχυση της θέσης των μισθωτών που είναι και τα κύρια θύματα των δύο κρίσεων και της πολιτικής τώρα της ΝΔ.

Τα μέτρα ενίσχυσης των μισθωτών βρίσκονται στον πυρήνα της εναλλακτικής πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ. Τόσο στο κομμάτι της αύξησης των μισθών (μην ξεχνάμε ότι η αύξηση του βασικού μισθού πάντα, σχεδόν, συμπαρασύρει και τον μέσο) όσο και στο σκέλος της κατάργησης των νόμων της ΝΔ για τη διάλυση του εργατικού δικαίου, την κατάργηση του 8ώρου κ.λπ. Η ενίσχυση των μισθών και του κόσμου της εργασίας συνολικά δεν είναι κάτι που πρέπει να γίνει παράλληλα με την ανάπτυξη. Είναι προϋπόθεση της. Μόνο αν η ανάπτυξη είναι για όλες και όλους μπορεί να είναι βιώσιμη και να αντιμετωπίσει την τριπλή κρίση (υγειονομική, περιβαλλοντική, οικονομική) που βιώνουμε. Όσοι πιστεύουν ότι οι κρίσεις αυτές είναι παροδικές και αντιμετωπίζονται με «μια από τα ίδια» πλανώνται πλάνην οικτρά.

Τα μέτρα δεν καλύπτουν, επίσης, περιοχές σε κρίση ή ανάγκες λόγω πανδημίας: παιδεία, πολιτική προστασία, υγεία. Δεν έμεινε κάπως στο ημίφως της κριτικής;

Από το ξεκίνημα της υγειονομικής κρίσης, κατέστη απολύτως σαφές ότι ο ρόλος του κράτους είναι αποφασιστικός για τη μείωση των συνεπειών της και για την αντιμετώπισή της. Δυστυχώς, οι νεοφιλελεύθερες εμμονές της ΝΔ, οι επιλογές της για εξυπηρέτηση συγκεκριμένων στόχων και συμφερόντων, δεν επέτρεψαν στο κρατικό μηχανισμό να είναι αποτελεσματικός στη διαχείριση της κατάστασης. Η έμφαση δόθηκε στην καταστολή, με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Νέας Σμύρνης. Η ουσιαστική ενίσχυση του ΕΣΥ, που –πάρα τα όσα λέγονται για την αποτελεσματικότητα του ιδιωτικού τομέα– σήκωσε σχεδόν αποκλειστικά το βάρος της πανδημίας, δεν ήρθε ποτέ. Μείναμε στο χειροκρότημα και στις προσλήψεις ορισμένου χρόνου, ενώ, μεσούσης της κρίσης, ανακοινώθηκαν συγχωνεύσεις και κλείσιμο περιφερειακών νοσοκομείων. Όχι ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας! Στην παιδεία, αύξησαν μέσα στην πανδημία τον αριθμό των παιδιών στις αίθουσες, ούτε μερίμνησαν για τον έλεγχο των κρουσμάτων, ούτε καν τα πιο απλά, όπως μια θερμομέτρηση κατά την είσοδο στις τάξεις. Τα σχολεία έμειναν κλειστά σχεδόν ολόκληρη την περσινή χρονιά, ενώ τα πανεπιστήμια δεν άνοιξαν καθόλου. Και φέτος που άνοιξαν είχαν κοπεί οι μισές θέσεις. Στην πολιτική προστασία, είδαμε τα αποτελέσματα του επιτελικού κράτους στις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού. Οι έως τώρα επιλογές τους έφεραν μια από τις μεγαλύτερες οικολογικές καταστροφές που έχει βιώσει η χώρα. Για όλα αυτά δεν ακούσαμε κουβέντα από τον πρωθυπουργό. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει εποικοδομητική κριτική παρουσιάζοντας ταυτόχρονα ρεαλιστικές προτάσεις και ένα συνολικό εναλλακτικό σχέδιο. Στην ατζέντα του η ενίσχυση της δημόσιας παιδείας και υγείας, αλλά και της πολιτικής προστασίας, ήταν πάντοτε ψηλά. Η δημοσιονομική χαλάρωση που επέφερε η κρίση θα ήταν ευκαιρία να ενισχυθούν ακόμα παραπάνω, ενώ η ΝΔ την είδε ως ευκαιρία να ενισχύσει, για μια ακόμα φορά, τους ισχυρούς. Αν η κριτική είναι ότι οι θέσεις αυτές δεν ακούγονται όσο θα έπρεπε θα συμφωνήσουμε. Αλλά δεν βρισκόμαστε ακριβώς και σε ένα αντικειμενικό μιντιακό περιβάλλον.

Η κυβέρνηση στην κριτική που δέχεται απαντά ότι η βελτίωση της ζωής των πολλών θα έλθει από την προβλεπόμενη άνοδο του ΑΕΠ το 2021 και 2022. Το σχόλιό σας;

Αυτό αποτελεί μία από τις βασικές υποθέσεις του νεοφιλελευθερισμού. Είναι το γνωστό «trickle -down economics», όπου η μεγέθυνση της πίτας αυτόματα θα φέρει υποτίθεται οφέλη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, και άρα είναι η μόνη ασφαλής και διατηρήσιμη μέθοδος για να μειωθεί η φτώχεια. Μάλιστα η κυβέρνηση –και ευρύτερα η δεξιά παγκοσμίως– δεν λέει μόνο ότι με την ανάπτυξη θα μειωθούν φτώχεια και ανισότητες, αλλά πάει ένα βήμα παραπέρα και λέει ότι για να τονωθεί η ανάπτυξη, ο μόνος δρόμος είναι η μείωση της φορολογίας στις επιχειρήσεις (και το κεφάλαιο γενικότερα – βλέπε μείωση φόρου συγκέντρωσης κεφαλαίου της ΝΔ) ως μονόδρομος για την ενίσχυση των επενδύσεων. Η προσέγγιση αυτή όχι απλώς δεν υποστηρίζεται από τα πραγματικά δεδομένα, αλλά έχει αρχίσει να αμφισβητείται ανοιχτά από τις περισσότερες κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων κρατών. Αν κοιτάξει κανείς τα δεδομένα των τελευταίων 50 ετών θα δει ότι ενώ είχαμε ανάπτυξη και αυτή συνοδεύτηκε από αύξηση των αποδόσεων για το κεφάλαιο, δεν συνέβη το ίδιο για την εργασία. Το αντίθετο μάλιστα, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν σχετικά στάσιμοι και το μερίδιο της εργασίας μειώνεται. Για αυτό βλέπουμε αύξηση ανισοτήτων και φτώχειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να επιδιώκουμε την ανάπτυξη, αλλά ότι στη συζήτηση πρέπει να μπαίνουν και ζητήματα του πώς και του για ποιους. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι ακόμη και ο αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν, πριν από μερικούς μήνες, μίλησε ανοιχτά για αποτυχία των «trickle – down economics» και ανέδειξε ως μοχλό ανάπτυξης την ενίσχυση της εργασίας και γενικότερα των εισοδηματικά χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων.