Facebooktwitter

Ο τόπος έχει ανάγκη από προοδευτική διακυβέρνηση. Όσο γρηγορότερα συμβεί, τόσο το καλύτερο για το παρόν και το μέλλον του λαού μας.

*Άρθρο της αναπληρώτριας εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, Τάνιας Καραγιάννη, στην Κυριακάτικη Kontra News

Παρά τις αντίθετες προεκλογικές εξαγγελίες, η  Κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έφερε δύο χρόνια τώρα ούτε ένα νομοσχέδιο με περιεχόμενο ικανό να συναντηθεί με τα σοβαρά προβλήματα και τα συμφέροντα της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας ή έστω της «μεσαίας τάξης». Αντιθέτως, η πολιτική της λειτούργησε καταφανώς μεροληπτικά και δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να προσφέρει μικρότερα ή μεγαλύτερα «δώρα» σε λίγους και ισχυρούς. Πάντοτε -βεβαίως- μέσα σε ένα περιτύλιγμα επικοινωνίας που συστηματικά εξωραΐζει το πραγματικό περιεχόμενο της ακραία νεοφιλελεύθερης πολιτικής της.

Όμως όσο και να ισχυρίζεται η Κυβέρνηση ότι «δεν είναι αυτό που νομίζουμε», η πραγματικότητα την διαψεύδει.

​​Είτε μέσα από το  νέο εργασιακό, που δίνει τη δυνατότητα στη μεγάλη εργοδοσία να απασχολεί εργαζόμενους περισσότερες ώρες με χαμηλότερα ή/και καθόλου αμειβόμενες υπερωρίες, να «καταργεί» στην πράξη το 8ωρο, να απολύει χωρίς βάσιμο λόγο ή να μετατρέπουν εν μία νυκτί τους εργαζόμενος από μισθωτούς σε αυτοαπασχολούμενους, «νομιμοποιώντας» έτσι την εργοδοτική αυθαιρεσία.
​Είτε μέσα από τις αλλαγές στο σύστημα της Επικουρικής Ασφάλισης που από τη μια δίνουν τη δυνατότητα σε διεθνή και εγχώρια «αρπακτικά» να βάλουν χέρι στα κεφάλαιά της και από την άλλη ρίχνει στις πλάτες των φορολογουμένων τον διογκωμένο κατά 70 δις ευρώ λογαριασμό που δημιουργεί το κόστος μετάβασης από το σημερινό σύστημα επικουρικής ασφάλισης στο νέο.
​Είτε μέσα από τον νέο πτωχευτικό κώδικα που είναι κομμένος και ραμμένος στις ανάγκες και τα συμφέροντα των τραπεζών και των κερδοσκοπικών funds και αναπόδραστα θα οδηγήσει στη ρευστοποίηση της περιουσίας των Ελλήνων πολιτών και σε εκατοντάδες λουκέτα μικρομεσαίων, μικρών  και πολύ μικρών επιχειρήσεων. Αποκαλυπτικός ως προς τον στόχο που η Κυβέρνηση επιθυμεί να εξυπηρετήσει ήταν άλλωστε ο Υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, όταν αναφερόμενος στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με κυνισμό ομολόγησε ότι: «Δεν χωρούν όλοι στην αγορά. Ή θα συγχωνευθούν ή θα κλείσουν»!.
​Είτε μέσα από τον νόμο Κεραμέως που αποκλείει από τα δημόσια ελληνικά Πανεπιστήμια χιλιάδες νέους ανθρώπους και τους υποχρεώνει είτε να πληρώσουν αδρά στα ιδιωτικά κολέγια για να διατηρήσουν την ελπίδα ζωντανή είτε να στερηθούν το δικαίωμα στην περαιτέρω εκπαίδευση και εξέλιξή τους και να δέχονται αδιαμαρτύρητα αυτό που ήδη σήμερα βιώνουν: Την καθήλωση των μισθών και την αποκαθήλωση των εργασιακών δικαιωμάτων.

Την ίδια στιγμή, οι πολίτες ασφυκτιούν από τα χρέη, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δημιούργησε η Πανδημία και για τα οποία σε καμία περίπτωση δεν ευθύνονται οι ίδιοι. Αγωνιούν από τις συνθήκες που δημιουργούν τα -σταθερά πια- υψηλά ποσοστά ανεργίας. Αγανακτούν από το κύμα ακρίβειας και τις ανατιμήσεις σε βασικά είδη διαβίωσης και στα τιμολόγια της ΔΕΗ.

Και μέσα σε αυτή τη χαοτική -για το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας- κατάσταση ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε στη Θεσσαλονίκη:

​Επιδότηση ύψους 150 εκατ. ευρώ ως αντιστάθμισμα της επιβάρυνσης των νοικοκυριών, που μόνο από τις αυξήσεις στην τιμή του ρεύματος, υπολογίζεται ότι θα φτάσει ως την Άνοιξη το 1 δις ευρώ. Την ίδια στιγμή μεσούσης της ενεργειακής κρίσης ξεπουλάνε την πολυτιμότερη επιχείρηση της χώρας, τη ΔΕΗ.
​Αφορολόγητο στις γονικές παροχές για περιουσιακά στοιχεία με αντικειμενική αξία έως 800.000 ευρώ, την ώρα που το 87% των ΑΦΜ βρίσκονται ήδη στην περιοχή του αφορολόγητου των 150.000 ευρώ και
​ Ένα «σχέδιο» για την αντιμετώπιση της ανεργίας των νέων, που δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα παραπάνω από τη διατήρηση της υπάρχουσας πραγματικότητας των πολύ υψηλών ποσοστών ανεργίας και των εκατοντάδων χιλιάδων που αναζητούν εργασία στο εξωτερικό.

Από κει κι έπειτα, ούτε λέξη για διαγραφή των χρεών που δημιουργήθηκαν μέσα στην Πανδημία. Ούτε λέξη για άρση των εμποδίων πρόσβασης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον τραπεζικό δανεισμό. Ούτε λέξη για την ανάγκη αύξησης του κατώτατου μισθού και τους εισοδήματος των εργαζόμενων.

Αυτή όμως δεν είναι μια πολιτική που δίνει πνοή στην πραγματική οικονομία. Δεν είναι μια πολιτική που εξυπηρετεί την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, ούτε καν τη λεγόμενη Μεσαία Τάξη, όπως αρέσκονται να διαφημίζουν τα στελέχη της Κυβέρνησης. Σίγουρα δεν είναι μια πολιτική που αφορά στα προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων.

Αντίθετα είναι μια πολιτική που διευρύνει τις ανισότητες. Οδηγεί στον μαρασμό μιας αγοράς που συγκροτείται σε ποσοστό 95% από μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στη βίαιη μεταβολή αυτού του ποσοστό προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι μια πολιτική που οδηγεί στην περαιτέρω επιδείνωση των όρων διαβίωσης μιας κοινωνίας που έχει ήδη πληγεί από την δεκαετή οικονομική κρίση και εσχάτως την πανδημική και βάλλεται από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, τη μισθολογική καθήλωση και την εργασιακή ανασφάλεια, των στραγγαλισμό της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, τη διαρκή απαξίωση των κοινωνικών αγαθών και του Κοινωνικού Κράτους, την απουσία ελπίδας για το αύριο των νέων ανθρώπων της.

Αυτή η πορεία πρέπει γρήγορα να ανακοπεί. Αυτή η πολιτική πρέπει σίγουρα να αλλάξει.

Υπάρχουν οι δημοσιονομικές προϋποθέσεις. Υπάρχει η εναλλακτική πολιτική πρόταση και η πολιτική βούληση, τουλάχιστον από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Ο τόπος έχει ανάγκη από προοδευτική διακυβέρνηση. Όσο γρηγορότερα συμβεί, τόσο το καλύτερο για το παρόν και το μέλλον του λαού μας.