Facebooktwitter

Αναλύσαμε στα προηγούμενα την παγκοσμιοποίηση, τον νεοφιλελευθερισμό και το κοσμοπολιτανισμό ως τις τρεις πλευρές της νέας παγκόσμιας τάξης και της σταδιακής παρακμής της που συμβολίζεται από την ταπεινωτική αποχώρηση των Αμερικανών από το Αφγανιστάν. Σήμερα προχωράμε στον ιμπεριαλισμό και την σύγχρονη μορφή της νέο-αποικιοκρατίας.

Η πρώτη βάσιμη κριτική του ιμπεριαλισμού ήταν τέκνο της Μαρξικής πολιτικής οικονομίας στις αρχές του 20ού αιώνα. Το σημαντικό κείμενο του Λένιν Ιμπεριαλισμός, το Ανώτερο Στάδιο του Καπιταλισμού, υποστήριζε ότι ο ιμπεριαλισμός γίνεται η κυρίαρχη πολιτική μορφή όταν ο καπιταλισμός μπαίνει στο μονοπωλιακό στάδιο. Στο σημείο αυτό, ο ανταγωνισμός της αγοράς υποχωρεί μπροστά στα μονοπώλια που ελέγχονται από το χρηματιστικό κεφάλαιο, τα οποία πρέπει να επεκταθούν προς τα έξω όταν οι εγχώριες αγορές τους έχουν κορεστεί.

Η αχόρταγη πείνα τους για κέρδη τα κάνει να επιθυμούν τον έλεγχο των ξένων αγορών, για να εξασφαλίσουν τόπους για επενδύσεις σε πρώτες ύλες, βιομηχανική παραγωγή και χρηματοδότηση. Έτσι ξεσπούν ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις για την κυριαρχία σε περιοχές, χώρες και αγορές. Οι ασταμάτητες συγκρούσεις και η αποικιοκρατία κάνουν τον ιμπεριαλισμό μια ιδιαίτερα επιθετική και χαρακτηριζόμενη από έντονη εκμετάλλευση ιστορική περίοδο.

Η ελπίδα του Λένιν ήταν ότι η παγκόσμια επανάσταση θα έβαζε τέλος στον ιμπεριαλισμό. Εντούτοις, η επανάσταση έχασε το ραντεβού της με την ιστορία. Ο ιμπεριαλισμός παλιού τύπου και η αποικιοκρατία τέλειωσαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Η αποαποικιοποίηση, η άνοδος του Τρίτου Κόσμου και των διεθνών θεσμών έβγαλαν τον ιμπεριαλισμό και την κριτική του από τη μόδα, μαζί με τις υπόλοιπες «μεγάλες αφηγήσεις» περί αδήριτης ιστορικής προόδου προς την καλή κοινωνία.

Η ιδέα της προόδου, βασική νομιμοποιητική αρχή της νεωτερικότητας, μπήκε σε μόνιμη κρίση στα κολαστήρια του ολοκαυτώματος, στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Σαν το Πλατωνικό φάρμακο, που είναι και φαρμάκι και το αντίδοτο του, η πρόοδος δεν αποτελεί ακαταμάχητο κριτήριο βελτίωσης αλλά αντικείμενο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Μπαίνοντας στην Ανθρωπόκαινη εποχή, η αρνητική πλευρά της οικονομικής και τεχνολογικής προόδου αρχίζει να επικρατεί.

Οι ΗΠΑ ως σερίφης και εκμεταλλευτής

Στο δεύτερο μέρος του 20ού αιώνα, ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Αμερικής ήταν η προστασία της πολιτικής και εμπορικής της ηγεμονίας. Κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, οι παρεμβάσεις στις υποθέσεις των χωρών δορυφόρων είχαν γίνει ενδημικό φαινόμενο.

Ως αυτοανακηρυγμένος ηγέτης του ελεύθερου κόσμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποίησαν μυστικές επιχειρήσεις και στρατιωτικές δυνάμεις για να επιβάλουν αντικομμουνιστικά καθεστώτα και υπακοή στις περιοχές του κόσμου που είχαν προτεραιότητα στην πολιτική τους. Χωρίς να προχωρήσουν σε άμεση κατοχή μιας ξένης χώρας, οι Αμερικανοί επιβεβαίωσαν ότι είχαν τη δύναμη να αποφασίζουν ποιος ήταν κατάλληλος για να κυβερνά τις χώρες στη σφαίρα επιρροής της ανεπίσημης αυτοκρατορίας τους.

Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από τη δήλωση του Χένρι Κίσινγκερ, την παραμονή της εκλογικής νίκης του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή: «δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να κάτσουμε και να κοιτάμε άπραγοι μια χώρα να γίνεται κομμουνιστική εξαιτίας της ανευθυνότητας των κατοίκων της». Ο Κίσινγκερ εκπροσωπούσε έναν συντηρητικό ρεαλισμό που ήταν έτοιμος να αποδεχτεί κάθε είδους καθεστώτα και βιαιότητες, αρκεί να υπηρετούσαν αυτά που θεωρούσε ως εθνικά συμφέροντα.

Είναι γνωστό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν συνωμοτήσει κρυφά για να απομακρύνουν δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις που δεν ήταν επαρκώς αμερικανόφιλες, έχουν υποστηρίξει δικτάτορες (στην περίπτωση της Ελλάδας έκαναν και τα δύο), έχουν ενισχύσει τρομοκρατικές δραστηριότητες εναντίον των εχθρών τους, έχουν παραβιάσει πολλούς κανόνες του διεθνούς δικαίου και έχουν αναμειχθεί σε πολλούς τοπικούς και σε δύο γενικευμένους πολέμους στην Κορέα και το Βιετνάμ, με εκατομμύρια νεκρούς.

Η κεντρικότητα της πολιτικής οικονομίας επιβεβαιώθηκε εκ νέου τη δεκαετία του 1990, αν και σε πιο χαλαρή, μετανεωτερική μορφή, όταν η «παγκοσμιοποίηση» έγινε το μόνιμο οικονομικό-πολιτισμικό συμπλήρωμα της άποψης του «τέλους της ιστορίας». Σύμφωνα με την κριτική της πολιτικής οικονομίας της παγκοσμιοποίησης, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον» που έχουν υιοθετήσει η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχουν αποδυναμώσει τους ηθικούς και πολιτικούς παράγοντες που μετρίαζαν τη ακραία εκμετάλλευση του καπιταλισμού. Ο σοσιαλισμός είχε δώσει στον καπιταλισμό το κίνητρο να δημιουργήσει ένα ανθρώπινο πρόσωπο, με αντίτιμο τον περιορισμό των περιθωρίων κέρδους.

Ωστόσο, μετά το 1989, ο παγκόσμιος καπιταλισμός εγκατέλειψε τις παλιότερες ηθικές προφάσεις που αφορούσαν την ευθύνη του κράτους και επέστρεψε σε μια κυριολεκτικά απορυθμισμένη μορφή. Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, υιοθετώντας απόλυτα την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, έχουν επιβάλει στις αναπτυσσόμενες χώρες ένα πακέτο μέτρων, τα οποία περιλαμβάνουν αυστηρή δημοσιονομική λιτότητα, νομισματικούς ελέγχους, ανεμπόδιστη ροή του κεφαλαίου, ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση και απεριόριστο άνοιγμα στις δυτικές επενδύσεις.

Ως αποτέλεσμα, οι εισοδηματικές ανισότητες έχουν αυξηθεί, επιδεινώνοντας ακόμα περισσότερο τη θέση των φτωχών στον αναπτυσσόμενο κόσμο και περικόπτοντας τις δαπάνες στις δημόσιες υπηρεσίες. Η κρατική δράση έχει αντικατασταθεί από την αποκλειστική στράτευση στο κίνητρο του κέρδους, την προαγωγή της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας και την απαρέγκλιτη εχθρότητα απέναντι στα σοσιαλιστικά μέτρα και την προστασία της εργασίας.

Η πανδημία έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο τα αποτελέσματα αυτών των πολιτικών. Οι σχεδόν πέντε εκατομμύρια νεκροί παγκοσμίως μέχρι σήμερα είναι αποτέλεσμα της έλλειψης ή αποδυνάμωσης των δημοσίων συστημάτων υγείας, του πέπλου προστασίας στις πατέντες των εμβολίων που απλώνει το δίκαιο και της φτώχειας κρατών και ανθρώπων που δεν μπορούν να προμηθευτούν τα πανάκριβα φάρμακα.

Tanks και Banks

Η μαρξιστική αριστερά έχει εύλογα τονίσει τις οικονομικές και τις πολιτισμικές όψεις την νέας παγκόσμιας τάξης. Η μιλιταριστική τροπή στο Αφγανιστάν και το Ιράκ ερμηνεύονταν συχνά ως ένα σύντομο και ίσως περιττό επεισόδιο, που έχει να κάνει με τις προτεραιότητες της κλίκας των νεοσυντηρητικών στην Ουάσιγκτον και των προμηθευτών οπλικών συστημάτων που δεν συμβαδίζουν πάντα με τα συμφέροντα των πολυεθνικών εταιρειών και του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Ο David Harvey, σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα επανερμηνεία της θεωρίας του ιμπεριαλισμού, έχει επαναφέρει τον διαχωρισμό του πολιτικού από το οικονομικό πεδίο, εισάγοντας τη διάκριση ανάμεσα στη λογική του κράτους και της επικράτειας και τη λογική της κεφαλαιακής συσσώρευσης. Ο Harvey ερμηνεύει την πρόσφατη ιστορία ως διαλεκτική αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κεφάλαιο και το κράτος, δύο λογικές που συχνά αποκλίνουν ή, ακόμα, έρχονται σε σύγκρουση.Ενώ η λογική του κεφαλαίου τείνει να είναι η κυρίαρχη στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις οι κρατικές προτεραιότητες παίρνουν τα πρωτεία.

Σύμφωνα με τον Harvey, αυτό είναι που συμβαίνει με το σημερινό νεοσυντηρητικό γεωπολιτικό όραμα. Η κατοχή του Ιράκ και ο έλεγχος της Μέσης Ανατολής εξασφαλίζουν ένα προγεφύρωμα προς τα ευρασιατικά εδάφη, διαχωρίζοντας την Ευρώπη από τη Ρωσία και την Κίνα και τοποθετώντας τις ΗΠΑ σε «στρατιωτική και γεωστρατηγική θέση που τους επιτρέπει να έχουν τον στρατιωτικό και, μέσω του πετρελαίου, τον οικονομικό έλεγχο όλου του κόσμου».

Ωστόσο, η σημασία της πολιτικής οικονομίας παραμένει κεντρική και λειτουργεί ως μια χρήσιμη διόρθωση στις κρατοκεντρικές προσεγγίσεις των περισσότερων θεωρητικών της αυτοκρατορίας. «Μπορεί κανείς να υποστηρίξει βάσιμα ότι [ο πόλεμος του Βιετνάμ και του Ιράκ] περισσότερο αναχαίτισαν παρά ενίσχυσαν την πορεία του κεφαλαίου», υποστηρίζει ο Harvey. Αλλά αυτό άλλαξε στους πρόσφατους πολέμους.

Ο Πολ Μπρέμερ, πρώτος μεταπολεμικός κυβερνήτης του Ιράκ, επέβαλε κατά τον Economist το  «καθεστώς των καπιταλιστικών ονείρων». Περιλάμβανε «πλήρη ιδιωτικοποίηση δημόσιων επιχειρήσεων, πλήρη δικαιώματα ιδιοκτησίας από ξένες επιχειρήσεις ιρακινών επιχειρήσεων, πλήρη επαναπατρισμό ξένων κερδών, άνοιγμα των τραπεζών του Ιράκ στον ξένο έλεγχο, εξάλειψη σχεδόν όλων των εμπορικών φραγμών», επιβολή φθίνοντος ενιαίου φόρου, την απαγόρευση των απεργιών και τον περιορισμό των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.

Όπως και στο Αφγανιστάν οι πολιτικές αυτές δεν οδήγησαν σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και προετοίμασαν την ήττα του Αυγούστου. Παρεμπιπτόντως υπάρχουν πολλές ομοιότητες μεταξύ των οικονομικών πολιτικών του Μπρέμερ και αυτών του Μητσοτάκη. Δεν έχουμε βέβαια κατοχή αλλά η νέο-αποικιοκρατία στηρίχτηκε ακριβώς στην οικονομική εκμετάλλευση των banks και όχι των tanks.

Οι αυτοκρατορίες είναι ευάλωτες στην υπερβολική επέκταση τους και επικαθορίζονται από τις προτεραιότητες των κυρίαρχων οικονομικών δυνάμεων. Η παγκόσμια στρατιωτική αστυνόμευση έγινε αντιπαραγωγική για τους ιμπεριαλιστές, και αυτό οδηγεί σε διαφορετική λειτουργία της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.

Η πανίσχυρη αμερικανική αυτοκρατορία αντιμετωπίζει για πρώτη φορά μια δυνητικά ισχυρότερη οικονομική δύναμη: την Κίνα. Το AUKUS, η μετατόπιση του πολεμικού δόγματος στην Νοτιο-Ανατολική Ασία, οι συνεχείς επιθέσεις στην Κινεζική οικονομική επιρροή δείχνουν ότι μπαίνουμε σε μια νέα ψυχροπολεμική εποχή ανταγωνισμών με το αντίπαλο δέος πολύ ισχυρότερο από την Σοβιετική Ένωση. Οι ελπίδες ότι η ΕΕ ή η Γαλλία μπορούν να γίνουν προστατευτικές ασπίδες στον νέο παγκόσμιο καταμερισμό δυνάμεων αποτελεί μια ακόμη αυταπάτη της ελληνικής ελίτ.