Facebooktwitter

Το 1973, ψήφισμα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώρισε το απαρτχάιντ ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

Το απαρτχάιντ είναι όρος που προέρχεται από τη γλώσσα Αφρικάανς και τα ολλανδικά και σημαίνει διαχωρισμός. Το απαρτχάιντ ήταν μια πολιτική των Λευκών που καθόριζε και επέβαλλε τη διάκριση των ανθρώπινων ομάδων μέσα σε ένα κράτος βάσει φυλετικών κριτηρίων σε καθορισμένες γεωγραφικές περιοχές. Ο σκοπός του απαρτχάιντ ήταν να σταματήσουν οι επαφές μεταξύ λευκών και μαύρων.

Ως επίσημη κρατική πολιτική εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στη Νότιο Αφρική από το Εθνικό Κόμμα το 1948 και καταργήθηκε στις 30 Ιουνίου 1991. Ο όρος απαρτχάιντ χρησιμοποιείται πλέον για να υποδηλώσει κάθε πολιτική φυλετικού διαχωρισμού σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου.

Ο φυλετικός διαχωρισμός στη Νότιο Αφρική ξεκίνησε κατά την αποικιοκρατία. Ως επίσημη πρακτική θεσμοθετήθηκε μετά τις γενικές εκλογές του 1948, οπότε και ο πληθυσμός της χώρας χωρίστηκε σε φυλετικές κατηγορίες και οριοθετήθηκαν συγκεκριμένες περιοχές διαβίωσης για την κάθε φυλή, κάτι που οδήγησε σε βίαιες μετοικήσεις. Το 1970 καταργήθηκε η πολιτική εκπροσώπηση όσων δεν ήταν λευκοί και έγινε περιορισμός τους σε απομονωμένες «νησίδες γης», τα λεγόμενα εθνικά κρατίδια μπαντουστάν. Διακρίσεις υπήρχαν στον τομέα της εκπαίδευσης, της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της διασκέδασης και άλλων δημοσίων παροχών και υπηρεσιών.

Εντός της επικράτειας που εφαρμοζόταν η πολιτική του απαρτχάιντ αναπτύχθηκε εσωτερική αντίσταση σε αυτήν και βία, ενώ και στο εξωτερικό υιοθετήθηκε μακροχρόνιο εμπάργκο κατά της Νοτίου Αφρικής. Κατά τη δεκαετία του ’80, είχε ήδη διαμορφωθεί ισχυρό αντιπολιτευτικό ρεύμα, το οποίο δεν έχασε τη δυναμική του παρά την προσπάθεια μεταρρυθμίσεων στην πολιτική απαρτχάιντ. Το 1990, ο Πρόεδρος Φρεντερίκ ντε Κλερκ ξεκίνησε διαπραγματεύσεις για τη λήξη του απαρτχάιντ, με αποτέλεσμα τη διεξαγωγή δημοκρατικών εκλογών το 1994 με τη συμμετοχή όλων των εθνοτήτων, από τις οποίες εξελέγη το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο με ηγέτη τον Νέλσον Μαντέλα. Ίχνη του απαρτχάιντ εντοπίζονται ακόμα, στη δεκαετία του 2010, στην κοινωνία και την πολιτική σκηνή της Νοτίου Αφρικής.

Η νοτιοαφρικανική κυβέρνηση, η οποία βρίσκονταν σε εμπάργκο από τη δεκαετία του ’70, ανέπτυξε ένα σύστημα παράκαμψης των οικονομικών και βιομηχανικών κυρώσεων, βασιζόμενη στη διεθνοποίηση μεγάλων οικονομικών και βιομηχανικών κεφαλαίων, μέσω των λεγόμενων offshore επενδύσεων και επαφών με πολιτικο-στρατιωτικούς συνεταίρους, όπως το Ισραήλ και η Ταϊβάν.

Από το 1976 και την εξέγερση του Σοβέτο, η χώρα αποτελεί θέατρο πολιτικής βίας και αστυνομικής καταστολής στα μπαντουστάν: έπειτα από πολύμηνες ταραχές, ο φόρος αίματος φτάνει τους 600 νεκρούς. Το κίνημα βάσης της Μαύρης Συνείδησης μένει ακέφαλο με το θάνατο του αρχηγού του, Στίβεν Μπίκο, από εγκεφαλικές κακώσεις, μετά από ξυλοδαρμό από αστυνομικούς του καθεστώτος απαρτχάιντ (12 Σεπτεμβρίου 1977), κάτι που οδήγησε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ να επιβάλει κυρώσεις για πρώτη φορά στη Νότια Αφρική, υιοθετώντας εμπάργκο στην αγορά πολεμικού εξοπλισμού. Το 1961, η Νότιος Αφρική είχε ήδη υποχρεωθεί να αποσυρθεί από τη Βρετανική Κοινοπολιτεία, ενώ ακολούθησαν το 1984 και 1985 οικονομικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ και τη Μεγάλη Βρετανία. Το 1973, ένα ψήφισμα από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ αναγνώριζε το απαρτχάιντ ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.