Facebooktwitter

Η υγειονομική κρίση και η διαχείριση της πανδημίας αποτέλεσαν την περασμένη εβδομάδα το κυρίαρχο θέμα πολιτικής αντιπαράθεσης στη Βουλή, και όχι μόνο. Πώς κρίνεις τη στάση των κομμάτων;

Να ξεκινήσουμε από το ότι τα δημόσια προβλήματα γνωρίζουν κύκλους δημοσιοποίησης κατά τη διάρκεια των οποίων οι ερμηνείες για τα αίτια και τις συνέπειές τους αλλάζουν. Αν θέλουμε να δούμε την πανδημία μέσα από μία τέτοιου τύπου περιοδολόγηση πρέπει να αποδεχτούμε ότι η σημερινή της φάση διαφέρει σημαντικά από τις δύο προηγούμενες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ανάλυσης περάσαμε από την αρχική πολιτική και κοινωνική συναίνεση, στη συμμόρφωση στους αυστηρούς κανόνες κοινωνικής απομόνωσης κατά τη διάρκεια του περσινού λοκντάουν για να φτάσουμε σήμερα σε μία συνθήκη πολιτικής και κοινωνικής θα έλεγα πόλωσης η οποία ενδεχομένως να ενταθεί τους επόμενους μήνες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έχουμε διαφορετικά πλαίσια αιτιών και συνεπειών. Το αφήγημα του κυβερνώντος κόμματος στηρίχθηκε στο ότι η πανδημία είναι ένα εξωγενές πρόβλημα που απαιτεί συστράτευση της κοινωνίας και όπου οι ευθύνες επιμερίζονται στους ειδικούς, τους νέους, τις φαρμακευτικές, τους αντιεμβολιαστές, τον ΣΥΡΙΖΑ, και η διαχείριση των λύσεων λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο σύγκρισης με την Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει στις κυβερνητικές ευθύνες ως προς τη διαχειριστική ανεπάρκεια της κυβέρνησης στοχεύοντας στην ανάδειξη λύσεων, όπως αύξηση των κλινών ΜΕΘ, ενίσχυση του συστήματος Υγείας και της πρωτοβάθμιας υγείας μεταξύ άλλων.

Έχω την εντύπωση ότι πια και οι δύο πόλοι του συστήματος βρίσκονται σε αμηχανία. Όσον αφορά το κυβερνόν κόμμα, το πρώτο στοιχείο είναι πως έχει διαψευστεί το αφήγημα της ΝΔ πως η πανδημία είναι ένας κίνδυνος τον οποίο η Ευρώπη έχει διαχειριστικές αδυναμίες να αντιμετωπίσει, διότι η Ελλάδα έχει υποχωρήσει σημαντικά σε διεθνείς δείκτες ως προς τη διαχείριση της πανδημίας σε σχέση με τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Το δεύτερο στοιχείο είναι πως είναι πια πολύ έντονη η κριτική που ασκείται για τον τρόπο που η κυβέρνηση διαχειρίστηκε την πανδημία στο εσωτερικό επιμερίζοντας άνισα τα βάρη μεταξύ ΕΣΥ και ιδιωτικού τομέα Υγείας. Το τρίτο στοιχείο είναι ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στο εμβολιαστικό πρόγραμμα, δεν υπήρξε συστηματική καμπάνια ενημέρωσης ενώ παράλληλα στοχοποιούνται όσοι δεν εμβολιάζονται ενισχύοντας τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Πλέον, της πιστώνεται η ανεπάρκεια στο ζήτημα διαχείρισης της πανδημίας και αυτό είναι ένα ζήτημα που θα βαθαίνει. Η απώλεια της εμπιστοσύνης στη διαχείριση της πανδημίας, θεωρώ ότι φθείρει την εικόνα αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης. Δυστυχώς αρχίζουμε να βλέπουμε και απώλεια εμπιστοσύνης απέναντι στους ειδικούς ένα ποιοτικό στοιχείο που δεν είχαμε σε προηγούμενες φάσεις. Από την άλλη, και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης βρίσκεται σε αμηχανία. Το ζήτημα με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι πως δεν κατάφερε να αποκτήσει τη θεματική ιδιοκτησία του προβλήματος, σε ένα πεδίο που θα μπορούσε να χαράξει το γήπεδο. Έχουν γίνει κινήσεις (Μένουμε όρθιοι Ι και ΙΙ, θέσεις για την υγεία, κ.λπ.) οι οποίες δεν φαίνεται να εκτιμώνται ως διαχειριστικά αποτελεσματικές. Φαίνεται να ασκεί πίεση η αντιπολίτευση, όπως έδειξε και η επανεμφάνιση του κ. Τσιόδρα, αλλά στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού δεν αρκεί.

 

Μετά την άρση των λοκντάουν, η πανδημία δεν είναι το μόνο πρόβλημα που απασχολεί τους πολίτες, αλλά πια αποτελεί μία παράμετρο σε ένα πλέγμα παραγόντων (χαμηλοί μισθοί, συνθήκες εργασίας, εθνικά ζητήματα, παιδεία, ακρίβεια, διαφθορά). Αλλάζει η στρατηγική των κομμάτων;

Η ΝΔ με τη Συμφωνία Γαλλίας-Ελλάδας κατάφερε να προσδιορίσει, σε ένα βαθμό, την ατζέντα, όπως το έκανε παλιότερα με την ατζέντα του νόμου και της τάξης. Έτσι, μετά την οικολογική καταστροφή των πυρκαγιών του καλοκαιριού και την κριτική που της ασκείται για τη ανεπάρκειά της να την αντιμετωπίσει –όπως και στα ζητήματα της ενεργειακής κρίσης και της ακρίβειας– η ΝΔ κατάφερε να διαμορφώσει ένα θετικό πρόσημο για την κυβερνητική της πολιτική, το οποίο μένει να φανεί αν θα είναι συγκυριακό ή όχι. Πλέον, όμως, απέναντι στην κυριαρχία ζητημάτων «υψηλής πολιτικής» όπως ήταν για χρόνια η οικονομία και όπως είναι πάντα η εξωτερική πολιτική αναδεικνύονται νέα μικρά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πολίτης, όπως είναι η ακρίβεια, το κυκλοφοριακό και οι συγκοινωνίες ή τα προβλήματα μετά από μία πλημμύρα. Πολλές φορές είναι τα μικρά της καθημερινότητας, που γίνονται μεγάλα και οδηγούν σε αποδοκιμασία. Έχουμε δει και άλλες φορές στη μεταπολιτευτική μας ιστορία τον ρόλο που παίζουν τα μικρά επεισόδια γραφειοκρατίας και αναποτελεσματικότητας που ταλανίζουν τα μεγάλα οράματα για το κράτος. Έχω την αίσθηση ότι πάνω στην καθημερινότητα μπορεί να σκοντάψει το επιτελικό κράτος του οποίου η ραχοκοκαλιά είναι η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία.

 

Στο πεδίο της καθημερινότητας μπορεί να αντιπαρατεθεί η αντιπολίτευση; Η κυβέρνηση είναι αυτή που έχει τα εργαλεία να παρέμβει και επομένως είναι προς κρίση αν το κάνει ή όχι. Μια παρέμβαση από την αντιπολίτευση, πώς μπορεί να γίνει αντιληπτή ως εναλλακτική λύση σε αυτό το μικρό και καθημερινό πρόβλημα; Όταν πρόκειται για ένα πολιτικό πρόγραμμα, για ένα όραμα γίνεται αντιληπτή η αντιπαράθεση. Σε ζητήματα καθημερινότητας πώς μπορεί να συμβεί το ίδιο;

Προφανώς δεν μπορεί να είναι μοναδικός στόχος μιας αξιωματικής αντιπολίτευσης τα ζητήματα της καθημερινότητας. Χρειάζεται συνολικότερος και ισχυρότερος προγραμματικός στόχος. Η καθημερινότητα δεν είναι μια κατηγορία νέα στον πολιτικό ανταγωνισμό. Στις εκλογές του 2004, ο Κ. Καραμανλής ανέδειξε την καθημερινότητα του πολίτη σε μείζον διακύβευμα μαζί με την Επανίδρυση του Κράτους. Στη διάρκεια του 2000 η κύρια αντιπολιτευτική γραμμή της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ ήταν τα ζητήματα διαφθοράς και καθημερινότητας μέσα στο πλαίσιο ενός συγκλίνοντος δικομματισμού όπου υπήρχε συναίνεση των κομμάτων εξουσίας ως προς τα μείζονα πολιτικά διακυβεύματα. Η ανάδειξη της κατηγορίας «Καθημερινότητα του πολίτη» σε βασικό διακύβευμα του πολιτικού ανταγωνισμού έγινε σε ένα πλαίσιο ενός μοντέλου διακυβέρνησης που πρότασσε την αποτελεσματική διαχείριση όχι μόνο των μεγάλων και κρίσιμων αλλά και των μικρών και καθημερινών προβλημάτων. Πρόκειται για μια κατηγορία που, πρώτον, επιβάλλεται αυτόνομα, δεύτερον, προβάλλεται πολύ από τα μίντια και, τρίτον, αναδεικνύει –μαζί με τα ζητήματα ηθικής και διαφθοράς– τις συγκλίσεις του πολιτικού ανταγωνισμού και των μίντια. Τη δεκαετία του 1990 και του 2000 αναπτύχθηκε η ιδέα της «διαιρεμένης δημοκρατίας» ή της «δημοκρατίας διπλής ταχύτητας». Αναπτύχθηκε η ιδέα ότι σε μία δημοκρατία έχουμε μια κατεύθυνση ζητημάτων προσωπικών, που αφορούν την ηθική και τις καθημερινές συνθήκες ζωής, τα οποία μπορούν να κινητοποιήσουν τους πολίτες, και από την άλλη έχουμε τα μεγάλα ζητήματα, π.χ. εξωτερικής πολιτικής, που πολλές φορές φαίνονται θολά και πάνω στα οποία δύσκολα υπάρχουν κινητοποιήσεις. Τονιζόταν ότι τα μικρά και καθημερινά είναι τελικά ζητήματα τα οποία μπορούν να επικρατήσουν στη δημόσια ατζέντα και να δημιουργήσουν ρήγματα. Αν, λοιπόν, πάμε σε μια λογική κανονικοποίησης και δεν έχουμε εκρηκτικά μείγματα γεγονότων όπως συμβαίνει τα τελευταία δώδεκα χρόνια που ζούμε σε ένα ηφαίστειο γεγονότων, μπορεί να δούμε την επάνοδο τέτοιων ζητημάτων. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα και έχει πολύ ενδιαφέρον πώς θα πλαισιωθούν αυτά τα ζητήματα σήμερα: για παράδειγμα οι πυρκαγιές και οι πλημμύρες και τα προβλήματα που αυτές δημιουργούν μπορεί να εγγραφούν σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κλιματικής κρίσης ή η ακρίβεια να εγγραφεί σε ένα πλαίσιο ενεργειακής κρίσης. Υπάρχει θέλω να πω σήμερα η μεγάλη εικόνα, της διεθνοποίησης των προβλημάτων, που επιβάλλει νέους όρους συζήτησης στον πολιτικό ανταγωνισμό, σε σχέση με τη δεκαετία του 2000.

 

Σε δημοσκόπηση της Prorata καταγράφηκαν τα προσόντα ενός αρχηγού πολιτικού κόμματος, με πρώτο την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια. Ακολουθούν η ενσυναίσθηση και η ακεραιότητα. Η πολιτική επιλογή γίνεται με κριτήρια την προσωπική επιβίωση; Πώς μπορεί η Αριστερά μπει σε αυτήν την αντιπαράθεση;

Μερικά από τα χαρακτηριστικά αυτά μας παραπέμπουν στην επικράτηση διαχειριστικών λογικών που αποτελούν μία στρατηγική επιλογή επιβίωσης των κομμάτων διότι διασφαλίζουν την εικόνα της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας. Οι διαστάσεις αυτές μετρούν και επιδρούν στις αναπαραστάσεις των πολιτών για το τι προσδοκούν πολιτικά. Μερικές φορές νομίζουμε ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ των μεγάλων με τα μικρά. Θέλουμε να βλέπουμε τους μεγάλους στόχους και χάνουμε τους μικρούς. Ωστόσο, το μικρό μπορεί να γίνει μεγάλο, να είναι και οραματικό και πολύ πολιτικό, γιατί ικανοποιεί το αίτημα της καλύτερης ζωής. Μία κυβέρνηση πρέπει να βρίσκει λύσεις στα προβλήματα των πολιτών. Τα μικρά, λοιπόν, είναι οι ύπουλοι εχθροί μιας κυβερνητικής ηγεμονίας. Εκεί που θεωρεί ένα κυβερνόν κόμμα ότι ηγεμονεύει, προκύπτουν ζητήματα που είναι δύσκολα να τα διαχειριστεί πολιτικά. Και λειτουργούν σωρευτικά.

 

Όταν ανακοινώθηκαν τα μέτρα για την ακρίβεια στην ενέργεια ειπώθηκε σε όλους τους τόνους ότι παίρνονται χάριν της κοινωνικής συνοχής. Στην Ευρώπη υπάρχουν κινητοποιήσεις με την πανδημία και στις ΗΠΑ γίνονται εκατοντάδες απεργίες. Υπάρχει ο φόβος της κοινωνικής έκρηξης;

Στις γερμανικές εκλογές το σύνθημα του Σολτς ήταν «σεβασμός». Μου θύμισε την «Ταυτότητα» του Φουκουγιάμα, ο οποίος μιλά για την αναγνώριση του πολλές φορές κοινωνικά αόρατου άλλου και την αξιοπρέπεια ως μείζον στοιχείο κοινωνικής συνοχής. Το θέμα που έβαλε η σοσιαλδημοκρατία στη Γερμανία ήταν ζητήματα κοινωνικής συνοχής: η κοινωνική πολιτική, ο κατώτατος μισθός. Επανέφερε, δηλαδή, ζητήματα που ανήκουν στη θεματική ιδιοκτησία της σοσιαλδημοκρατίας και στα οποία το αποτύπωμα της εποχής Μέρκελ φάνηκε αδύναμο. Αυτά που πολλές φορές συνδέονται με βασικά ζητήματα κοινωνικής συνοχής και κοινωνικής ασφάλειας, έρχονται σε μια συνθήκη μετά COVID και γίνονται πολύ μεγάλα. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα βλέπουμε να σωρεύονται ζητήματα κοινωνικής συνοχής όπως στην Γερμανία αλλά υπάρχουν και προκλήσεις οι οποίες ξεπερνούν τα καθορισμένα περιβάλλοντα στα οποία έχουμε μάθει να βλέπουμε τον πολιτικό ανταγωνισμό. Ορισμένες νέες διαιρετικές τομές, οι οποίες μπορεί να μην είναι ισχυρές αλλά υπάρχουν, αντιπολιτικές κινητοποιήσεις σε ψηφιακά περιβάλλοντα, ζητήματα που προκαλούν πόλωση, αναδεικνύοντας διαφοροποιήσεις τύπου «εμείς και αυτοί».

 

Που εντοπίζεις τις κοινωνικές διαιρέσεις; Προκαλούν ένα αντικυβερνητικό ρεύμα;

Όπως καταγράφεται στην τελευταία δημοσκόπηση της Prorata ενισχύονται σημαντικά η απογοήτευση και η οργή, που είναι συναισθήματα που μπορούν να κινητοποιήσουν και κάμπτεται ο φόβος που είναι συναίσθημα που παραλύει. Αυτά μπορεί να δημιουργήσουν ένα μείγμα αντίδρασης, αλλά δεν φαίνεται καθαρά να διαμορφώνονται κοινωνικές ομάδες που θα μπουν μπροστά στην κινητοποίηση. Προς το παρόν, δεν φαίνεται να συγκροτείται ένα αντικυβερνητικό ρεύμα. Δεν υπάρχει ένα αντίστοιχο, όπως το αντιΣΥΡΙΖΑ, αντιΝΔ ρεύμα, τουλάχιστον εγώ δεν το βλέπω. Υπήρξε ένα ρεύμα μίας από τα κάτω αυθόρμητης αντίδρασης στο πρόσωπο του πρωθυπουργού αλλά όχι στο κόμμα της ΝΔ. Αυτό έχει σημασία διότι η δυναμική του είναι περιορισμένη. Είναι διαφορετικό να στιγματίζεται ένας πολιτικός χώρος με χαρακτηριστικά αρνητικά και διαφορετικό να εκδηλώνεται ένα ρεύμα αντίδρασης σε ένα πρόσωπο χωρίς αυτό να παίρνει χαρακτηριστικά ταυτότητας. Ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίστηκε αρνητικά ποικιλοτρόπως με το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα να αποκτά πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που διαμόρφωσαν σε σημαντικό βαθμό τις αντιλήψεις για το κόμμα και στιγμάτισαν τη δράση του.

 

Η πανδημία ανέστειλε την αντιπολίτευση και σε μεγάλο βαθμό και την κοινωνική αντίδραση στην κυβερνητική πολιτική, προκειμένου να ξεπεραστεί η υγειονομική κρίση. Πλέον αυτή η περίοδος χάριτος έχει λήξει και η αξιωματική αντιπολίτευση ανοίγει όλα τα ζητήματα. Πώς αποτιμάς τη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ;

Είναι ενδιαφέρον να δούμε αν μπορεί ένα κόμμα της αντιπολίτευσης να αρκεστεί στη λογική του ώριμου φρούτου. Ότι, δηλαδή, θα αρχίσουν να συσσωρεύονται τα προβλήματα και αυτά να αποδομούν το κυβερνητικό αφήγημα. Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει δομικά μειονεκτήματα στη στρατηγική της. Ανέφερα αποσπασματικά πριν ένα, ότι δεν έχει καταφέρει να έχει τη θεματική ιδιοκτησία κάποιων πολύ βασικών ζητημάτων, παρότι αριστερό κόμμα και παρότι είμαστε σε μία συγκυρία που οι επεκτατικές οικονομικές πολιτικές επιστρέφουν. Το δεύτερο είναι δεν υπάρχει μία καθαρή ταυτοτική διαφοροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ τόσο στο επίπεδο του λόγου του κόμματος όσο και στο επίπεδο των προσλήψεων των πολιτών. Το τρίτο είναι ότι δεν έχει μείνει η καλή εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ από την περίοδο 2015-2019, παρότι είχε παράγει ένα σημαντικό κυβερνητικό έργο, όπως π.χ. άνοιξε θέματα στην εξωτερική πολιτική, στήριξε φτωχές κοινωνικές ομάδες, είχε σοβαρό αποτέλεσμα στην οικονομική πολιτική, προώθησε θέματα δικαιωμάτων. Ήταν και είναι δομική η ανεπάρκεια του ΣΥΡΙΖΑ να κεφαλαιοποιήσει ό,τι θετικό είχε αποκομίσει στη διάρκεια της διακυβέρνησης. Είναι πιο κοντά σε μια εικόνα, όπως του χρεώθηκε από το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα. Με τον Ανδρέα Κόλλια μελετήσαμε το #ΣΥΡΙΖΑ_ξεφτίλες καταλήγοντας πως πρόκειται για ένα hashtag που ξεκινά από το 2015, με εκατοντάδες χιλιάδες αναρτήσεις, που συγκροτήθηκε ως μια καμπάνια από τα κάτω πολιτικού στιγματισμού. Στη μελέτη μας αναδεικνύουμε τις τακτικές που χρησιμοποίησε αυτό το hashtag. Και από αυτό το στοιχείο, μεταξύ άλλων πιο ισχυρών παραμέτρων, προκύπτει ότι έχει δημιουργηθεί μια προκατάληψη, πάρα πολύ ισχυρή, πως πρόκειται για μια κυβέρνηση –και αντιπολίτευση σήμερα- αναποτελεσματική. Είναι ένα βασικό πρόβλημα στο να μπορέσει να απαντήσει στο αξιακό σύστημα της αποτελεσματικότητας, εμπιστοσύνης.

 

Αυτή η από τα κάτω καμπάνια πολιτικού στιγματισμού δεν αντιπαρατέθηκε με τον κόσμο που παρά το αντιΣΥΡΙΖΑ ρεύμα ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ; Το 32% ήταν ένα ποσοτικά μεγάλο ποσοστό για τις αντίξοες συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι εκλογές, αλλά και ποιοτικά, καθώς διαπερνούσε μεγάλες κοινωνικές ομάδες.

Είναι αλήθεια αυτό. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μαζί του ασθενή κοινωνικά στρώματα, μισθωτούς του δημοσίου, γυναίκες και νέους δείχνει μια γείωση σε συγκεκριμένες ομάδες. Και αυτό προεξοφλεί μία δυναμική και δείχνει ότι έχει εμπεδωθεί ένας πολιτικός ανταγωνισμός δύο πόλων, ενός ισχυρού κόμματος και ενός δυνάμει κόμματος εξουσίας. Ακόμα και αν έχουμε έναν καχεκτικό δικομματισμό ή διπολισμό, είμαστε σε μία συνθήκη εμπέδωσης ενός τέτοιου συστήματος. Η κυριαρχία αυτού του διπολικού συστήματος, ενόψει της απλής αναλογικής, φαίνεται και από το ότι οι υποψήφιοι του ΚΙΝΑΛ σήμερα θεωρούν ότι πρέπει να τοποθετηθούν πολιτικά σε σχέση με τους δύο αυτούς πόλους (στο επίπεδο των μελλοντικών συνεργασιών κλπ).

 

Δρομολογήθηκε το τρίτο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Στον ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζεται συχνά ότι δεν έχει την απαραίτητη κοινωνική γείωση. Στο συνέδριο αποφασίστηκε να δοθούν κάποιες θέσεις αριστήνδην σε εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, με πλήρη δικαιώματα συνέδρων. Είναι αυτό λύση;

Είναι μία κάποια λύση. Υπάρχει μια παράδοση τα τελευταία χρόνια στην πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ με συμμαχίες που γίνονται από τα πάνω, είτε με ανθρώπους από όμορους πολιτικούς χώρους, είτε με ειδικούς. Το κοινωνικά γειωμένο κόμμα είναι κάτι ευρύτερο και πιο σύνθετο. Έχει να κάνει με το πώς διαχειρίζεσαι την κοινωνία από τα κάτω, πώς συνομιλείς με την κοινωνία και διεισδύεις σε χώρους, στους οποίους πρέπει να καταγραφείς. Αυτό είναι μέρος μιας παλιάς συζήτησης στην πολιτική επιστήμη κατά πόσο τα κόμματα πρέπει να μείνουν στο κλασικό μοντέλο, που παραπέμπει στο μαζικό κόμμα, ή όχι. Πλέον υπάρχουν σχηματισμοί κομματικοί που συγκροτούνται στη βάση χαλαρών έως ανύπαρκτων δεσμών με την κοινωνία. Το θέμα είναι κατά πόσο θα μπορούν να επιβιώσουν αυτοί οι σχηματισμοί. Οι κοινωνικοί δεσμοί δεν είναι απαραίτητο να γίνουν μόνο μέσα από την κλασική οδό της αθρόας συμμετοχής μελών, αλλά πρέπει με κάποιο τρόπο να υπάρχει ένα καλά οργανωμένο σύστημα από τα κάτω, που να διοχετεύει κοινωνικά αιτήματα και κόσμο προς τα πάνω.

 

Η Φανή Κουντούρη είναι επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο.