Facebooktwitter

Ο Γιάννης Ρίτσος, που «έφυγε» σαν σήμερα, 11 Νοεμβρίου του 1990, ήταν ένας ποιητικός χείμαρρος που υπερέβαινε-συνθέτοντας-καλλιτεχνικά ρεύματα, ποιητικές και φιλοσοφικές σχολές

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν υπήρξε μόνο ο σπουδαιότερος Έλληνας ποιητής του περασμένου αιώνα. Υποκειμενικό αυτό, αν και το έχει πει και ο Λουί Αραγκόν: Ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου. Ένας ποιητικός χείμαρρος που υπερέβαινε-συνθέτοντας-καλλιτεχνικά ρεύματα, ποιητικές και φιλοσοφικές σχολές, ένας χείμαρρος που πρωτοκύλησε, ήδη από πολύ νωρίς, στην γενέτειρα Μονεμβασιά. Ο Ρίτσος περισσότερο γεννήθηκε, παρά έγινε ποιητής. Όσο και αν αληθεύει ότι ο κόσμος των αισθήσεων, και βασικά η ταξική πάλη, τροφοδότησαν τον πνευματικό του κόσμο, και όχι το αντίστροφο: Ως προς αυτό ο Ρίτσος ήταν συνεπέστατο παράδειγμα της μαρξιστικής αντίληψης της τέχνης.

Η ιδιαίτερη πατρίδα του φόρτωσε με ομορφιά, μυρωδιές και χρώματα τον ποιητή στα ανέμελα παιδικά χρόνια, που θα μπορούσε με αυτό το απόθεμα ομορφιάς, να ζήσει και να υμνεί τον κόσμο για άλλες τρεις ζωές ακόμα, σύμφωνα με τα λόγια του.

Ακολούθησαν,από νωρίς, αλλεπάλληλες οι βαριές δοκιμασίες της ζωής: η πτώχευση της πλούσιας οικογένειας, οι θάνατοι, της μητέρας του και πολλών ακόμα στενών του ανθρώπων, η φυματίωση, η στράτευση στο κομμουνιστικό κίνημα που τις ιδέες του γνώρισε στο σανατόριο ”Σωτηρία” από κάποιους γέρους ασθενείς κομμουνιστές. Η απόλυτη φτώχεια και η φιλασθένεια χαλύβδωσαν ακόμα πιο στέρεα την εσωτερική του δύναμη, την επιμονή για την ομορφιά και το όνειρο του για έναν άλλον κόσμο.

Η εικόνα της μητέρας πάνω από τον δολοφονημένο απεργό-γιο της, στις μεγάλες απεργίες του λαϊκού κινήματος στην Θεσσαλονίκη το 1936 συγκλόνισε τον ποιητή, ο οποίος έμεινε άγρυπνος και δίχως φαγητό επί 36 ώρες για να βγάλει από μέσα του τον ”Επιτάφιο”.

Ο Ρίτσος υπήρξε στρατευμένος με όλη την σημασία της λέξης, στα πρότυπα της τριτοδιεθνιστικής αντίληψης για τον καλλιτέχνη-στρατιώτη του κινήματος. Πλήρωσε τις συνέπειες για αυτό με βασανιστήρια, εξορίες, δεν υπήρξε ουρά και επαίτης κανενός κατεστημένου λογοτεχνικού κύκλου (ο Ρίτσος προτάθηκε 3 φορές από την Ακαδημία για το Νόμπελ, αλλά και τις τρεις ήταν η ελληνική κυβέρνηση που αρνήθηκε να δώσει την συγκατάθεση της).

Υπήρξε, επίσης, στρατευμένος και πολύ πέρα από τα στενά ιδεολογικά, ή κομματικά όρια. Στρατευμένος στην ανάδειξη της αξίας της κοινωνικοποίησης, της αλληλεγγύης. Μπορεί κανείς να διαισθανθεί στην ποίηση του Ρίτσου μία υπερβατικότητα ως προς αυτές τις αξίες, που δεν χωρά σε στεγανά, φόρμουλες. Η ίδια του η ποιητική πορεία όμως μετά την μεταπολίτευση μαρτυρά ένα τόλμημα του να ξεπεράσει σε μορφή και περιεχόμενο μια εξαντλημένη και περιφραγμένη κατεύθυνση στην ποίηση.

Ο Ρίτσος μάς έδωσε πάνω από 120 έργα (και άλλα 50 ανέκδοτες συλλογές!), ποιητικές συλλογές, θεατρικά έργα, μεταφράσεις, πεζογραφήματα, καθώς και χιλιάδες αντικείμενα τέχνης, ζωγραφική, αγγειοπλαστική, χρησιμοποίησε στις δύσκολες στιγμές της εξορίας της πέτρες και τις ρίζες των δέντρων για να αποτυπώσει την ομορφιά πέρα από το παρόν.

Όμως, ενώ ο έρωτας και η επανάσταση είχανε πάντα τον πρώτο λόγο, η ποίηση είχε τον τελευταίο. Αυτή διακρίνεται σε περιόδους, με την κάθε μία να υπεισέρχεται σε όλες τις άλλες: Από τα μεγάλα αριστουργήματα, σε ύφος μάλλον επηρεασμένο από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, της πρώιμης, νεανικής του περιόδου, (”παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις”, τού είχε γράψει ο Παλαμάς) προς την πιο συγκροτημένη πολιτική ποίηση του στις δεκαετίες του 1940-1950, για να έρθει μετά η εποχή των θεατρικών έργων με τις πιο μεταφυσικές, ή υπαρξιακές αναζητήσεις, και η ακόμα πιο απελευθερωτική ροή του έργου του μετά την μεταπολίτευση-για την οποία εξάλλου ήρθε σε κόντρα και με την ”γραμμή”, αν και ο Ρίτσος ήταν πολύ μεγάλος για να τον αγγίξει κανείς έτσι και αλλιώς.

Αυτή ακριβώς είναι η περίοδος που ο Ρίτσος νομίζω συνέθεσε όλη του την πορεία, σαν απολογισμός ζωής, παράλληλα με την εξέλιξη του λαού της χώρας του, σε ένα πολύμορφο νέο σύμπαν που έριξε φως σε αρκετές πτυχές του προηγούμενου έργου του. Έστω και αν δεν είναι το πλέον αναγνωρισμένο κομμάτι του έργου του, ή ίσως έστω και εάν δεν είναι το αρτιότερο ή το πιο εμβληματικό. Ίσως έχει έρθει ο καιρός να αναγνωριστούν στην αξία που τούς πρέπει τα λιγότερο γνωστά αυτά έργα του Ρίτσου, μιας και πέρα από το ότι είναι αληθινά διαμάντια, αποτελούν και μια εξαιρετικά διορατική ματιά πάνω σε έναν νέο κόσμο που έμπαινε ήδη στην σφαίρα της αλλοτρίωσης, του ανταγωνισμού και της εξατομίκευσης.

Σήμερα, που κλείνουν τόσα χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία, διαπιστώνει κανείς ότι δεν υπάρχει σημείο στην ποίηση του Ρίτσου που να στέκει εκτός των σύγχρονων προβληματισμών κάθε ανθρώπου που νιώθει και που σκέφτεται με όρους κοινότητας, δεν υπάρχει ένα σημείο ξεκομμένο από τα άλλα, είναι όλα τους ενταγμένα σε έναν διαρκή ύμνο προς την ζωή.

Επειδή τίποτα ποτέ δεν τελειώνει, όπως ”τα ρούχα ριγμένα στην καρέκλα μυρίζουν θάλασσα ακόμα”, όπως ο αέρας που περνά μέσα από το φόρεμα, κρεμασμένο στην ντουλάπα θα μαρτυρά πάντα την επερχόμενη νύχτα. Όπως είναι το ποίημα το αρνητικό της σιωπής, ή όπως ένας σκουριασμένος σωλήνας μέσα στα αγριόχορτα πεταγμένος για τον Ρίτσο μπορεί να γίνει αφορμή για μικρές και μεγάλες στιγμές, μεγεθυμένες ως το άπειρο.

Επειδή εκεί, μόνο στην ποίηση, νεκρός δεν είναι κανένας.