Facebooktwitter

Ένα από τα πιο σημαντικά εγχειρήματα στον χώρο των τεχνών τα τελευταία χρόνια στη χώρα, είναι το φεστιβάλ, το Medphoto festival (Μεσογειακό Φεστιβάλ Φωτογραφίας). Επιτυχημένο από πλευράς διοργάνωσης, από πλευράς συμμετοχής κορυφαίων φωτογράφων από όλο τον κόσμο, από πλευράς παρέμβασης στην κοινωνία, αφού πρόκειται για ένα συλλογικό εγχείρημα στον αντίποδα του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη», με το βλέμμα σταθερά στραμμένο στην κοινωνία, τον άνθρωπο, την πολιτική.

Το τέταρτο κατά σειρά φεστιβάλ έχει ξεκινήσει ήδη με την έκθεση με τίτλο Critical Archives V: The Future is Unwritten,  που εγκαινιάστηκε στις 11 Δεκεμβρίου στο Mουσείο Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης, στο Ρέθυμνο. Η έκθεση, εναρμονισμένη με το θέμα του φετινού φεστιβάλ που είναι η Δημοκρατία, «δημιουργεί έναν χώρο για αναστοχασμό επάνω στην έννοια» όπως λέει στο tvxs ένας από τους δύο επιμελητές, ο Δημήτρης Κεχρής.

Ρωτάω τη δεύτερη επιμελήτρια Πάσκουα Βοργία, τι σημαίνει, ότι στην αυγή του 2022, επέλεξαν τη Δημοκρατία ως θέμα:

«Σημαίνει ότι τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας «καίνε», κάποια πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο, είναι μεγάλη η κοινωνική και πολιτική παρακμή  πλέον, και η επικράτηση νεοφασιστικών αντιλήψεων και δομών ελέγχου της κοινής γνώμης. Όλο αυτό δεν μπορεί παρά να εκφράζεται ως προβληματισμός και μέσα από την τέχνη των ημερών μας… είναι κάπως δύσκολο σήμερα να μιλήσουμε για κάτι άλλο… ». Η έκθεση τελεί  υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Μαρίας Μαραγκού και του Παύλου Φυσάκη και θα διαρκέσει έως τις 6 Μαρτίου.

Πως μια έκθεση φωτογραφίας μπορεί να μιλήσει για το πώς νοηματοδοτείται και συγκροτείται η δημοκρατία σήμερα (ή, έστω, η επίκλησή της) και για το κατά πόσο μπορούμε να την επινοήσουμε εκ νέου;

Π.Β. Μέσα από εικόνες. Στην εποχή μας πολλά μπορούν να ειπωθούν και μεταδίδονται στον κόσμο μέσα από τους κώδικες της οπτικής επικοινωνίας, και συμβαίνει πλέον σε μαζικό επίπεδο. Μέσα από την υπερέκθεση εκπαιδευόμαστε ολοένα και περισσότερο να διαβάζουμε, να ερμηνεύουμε και να εκφραζόμαστε με εικόνες. Οι αναπαραστάσεις που επιτελούνται μέσα από φωτογραφίες μπορούν να καταγράφουν ή να σχολιάζουν διαφορετικές όψεις της δημοκρατίας, όπως τη λαϊκή συμμετοχή, την κατάχρηση της εξουσίας, τις ανισότητες, την εκμετάλλευση γης και ανθρώπων, τα ταυτοτικά ζητήματα, τα πολιτικά οράματα και τις διεκδικήσεις, τις διαφορετικές μορφές κοινωνικής οργάνωσης, τη σημασία της διαμαρτυρίας ως χειρονομίας, τις συλλογικές ματαιώσεις, ακόμα και την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.
Δ.Κ. Οι ίδιες οι εικόνες, θα προσέθετα, λειτουργούν βέβαια ως νύξεις, ως υπαινιγμοί. Μία εικόνα ή ακόμα και μια σειρά εικόνων μόνο μερικώς μπορούν να πραγματευτούν έννοιες -ειδικά τόσο σύνθετες. Έτσι, μέλημά μας στην έκθεση υπήρξε το να δημιουργήσουμε συνδέσεις ανάμεσα σε έργα, ανάμεσα σε καλλιτέχνες και ανάμεσα σε εποχές αξιοποιώντας ταυτόχρονα και κείμενα, βιβλία ή βίντεο και ρίχνοντας ορισμένες άγκυρες σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα. Έτσι θα λέγαμε, ίσως, ότι η έκθεση περισσότερο δημιουργεί έναν χώρο για αναστοχασμό επάνω στην έννοια της δημοκρατίας, ενορχηστρώνει προσωρινά διάσπαρτους προβληματισμούς.

Με ποιον τρόπο προσεγγίζουν το θέμα οι φωτογράφοι και πόσο έχει σχέση η προσέγγιση τους με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη χώρα τους, το πεδίο δράσης τους;

Π.Β. Υπάρχουν πολύ διαφορετικές προσεγγίσεις από τον/την κάθε καλλιτέχνη. Ο Luc Delahaye  ας πούμε, καταγράφει θεσμούς, δομές εξουσίας και όργανα λήψης αποφάσεων, που φαντάζουν τόσο επιβλητικοί αλλά και απρόσιτοι, έως και απειλητικοί για το κοινό μάτι ή τον κοινό νου. Αισθητικά θυμίζουν σύγχρονα tableau vivants ή αναγεννησιακούς πίνακες, που απεικόνιζαν βασιλιάδες και ευγενείς, ή πολέμους, και δημιουργούν μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιστοιχία με το σήμερα. Μια άλλη προσέγγιση είναι αυτή της Αμερικανίδας Martha Rosler, η οποία κάνει φωτομοντάζ που συνθέτουν στιγμιότυπα από πολέμους και επιδείξεις μόδας, συγκεράζοντας δυο κόσμους που επί της ουσίας συνυπάρχουν, αλλά ποτέ δεν θωρούνται ως όψεις της ίδιας «μεγαλύτερης εικόνας», την οποία μπορεί να δει κανείς ξεκάθαρα, αρκεί να κοιτάξει τον κόσμο μας λίγο πιο κριτικά και από απόσταση.
Δ.Κ. Κάποιοι/ες κινούνται σε μονοπάτια που συγγενεύουν με τις παραδόσεις της φωτογραφίας-ντοκουμέντο, όπως ο Enri Canaj με τις εικόνες του από τα γεγονότα στις Σκουριές της Χαλκιδικής και από τις μεγάλες κινητοποιήσεις ενάντια στα μνημόνια ή ο Rafal Milach που αποτυπώνει ορισμένες κρίσιμες σύγχρονες περιπτώσεις συνοριακών περιφράξεων. Άλλοι/ες δημιουργούν υβριδικά έργα, όπως η Gloria Oyarzabal η οποία υπερβαίνει τα όρια του φωτογραφικού μέσου και αξιοποιεί αρχειακό υλικό και εκτενείς κειμενικές αναφορές προκειμένου να αρθρώσει έναν αντιαποικιακό και ταυτόχρονα φεμινιστικό λόγο. Οι προσεγγίσεις των περισσότερων θα έλεγα ότι έχουν το βλέμμα στραμμένο στη «μεγάλη εικόνα» και όχι στο τι διαδραματίζεται αποκλειστικά στις χώρες τους.

Μπορεί  μια έκθεση για τη δημοκρατία  να «μετακινήσει» τον επισκέπτη ώστε να πάψει να είναι απλώς θεατής σε μία διεθνή συνθήκη κατά την οποία η δημοκρατία καταλύεται, στρεβλώνεται, υπακούει στους νόμους της αγοράς;

Π.Β. Η φωτογραφία ως μέσο είναι πάντα στο επίκεντρο της συζήτησης για το κατά πόσο συντελεί στη συγκρότηση πολιτικών υποκειμένων μέσα από την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση, ή αντίθετα αν οδηγεί τον θεατή στην αποευαισθητοποίηση, λόγω της εξοικείωσης με τις σκληρές εικόνες του φωτορεπορτάζ που μας κατακλύζουν καθημερινά. Σε κάθε περίπτωση η φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει και διανοητικά, αλλά και συναισθηματικά και να μιλήσει πιο άμεσα στο θεατή, δημιουργώντας πολλές φορές έναν πιο ισχυρό αντίκτυπο, όσον αφορά στην κοινωνική πραγματικότητα γύρω μας. Χωρίς τις εικόνες και τον χαρακτήρα εκδημοκρατισμού που φέρουν, χωρίς τη μαζική χρήση τους από μη επαγγελματίες φωτογράφους, δεν θα είχαμε την ίδια πρόσβαση σε γεγονότα και σε κοινωνική γνώση, ασχέτως με το πώς αυτά ερμηνεύονται ή πλαισιώνονται κάθε φορά. Μέρος της οπτικής παιδείας είναι να καταλαβαίνουμε το σχόλιο, το συνδηλούμενο και το συγκείμενο της εικόνας και το πώς αυτό επεμβαίνει στο ίδιο το περιεχόμενο και τη χρήση μιας εικόνας, άρα και στην κατασκευή της πληροφορίας για συγκεκριμένους σκοπούς.
Δ.Κ. Θα το πήγαινα ένα βήμα πιο πέρα με ένα σχόλιο αισιόδοξο και απαισιόδοξο ταυτόχρονα. Μάλλον δεν είμαστε πια στην ιστορική εκείνη περίοδο κατά την οποία το κοινό περιμένει να μάθει για την κοινωνική πραγματικότητα (και κατ’ επέκταση να «μετακινηθεί») μέσα από «διαφανείς» φωτογραφικές αποκαλύψεις. Δεν θεωρώ άλλωστε ότι υπάρχει μια προδιαμορφωμένη, απαρασάλευτη πραγματικότητα την οποία ο φωτογράφος -ως ένα υποκείμενο «παντεπόπτης»- αποτυπώνει πιστά στεκόμενος εκτός αυτής. Αντιθέτως, η φωτογραφία και η τεχνική εικόνα εν γένει συντελεί στην παραγωγή της κοινωνικής πραγματικότητας – κάτι που γλαφυρά φάνηκε στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Ο παρατηρητής (και ευρύτερα το apparatus που εκπροσωπεί) επηρεάζει το παρατηρούμενο σύστημα, καθώς αλληλεπιδρά με αυτό.  Και αν μπορεί μία έκθεση φωτογραφίας να έχει σήμερα κοινωνική χρησιμότητα, τότε αυτή θα συνίστατο στην ανάδειξη της σχεσιακής παραγωγής αυτού που καλείται αλήθεια, στην ανάδειξη της καθοριστικής σημασίας των ερμηνευτικών κωδίκων, ακόμα και για την ίδια την ανάγνωση του καταδηλούμενου μιας εικόνας.

 

Ποια έργα είναι αυτά που σας συγκίνησαν ή σας προβλημάτισαν προσωπικά;

Δ.Κ. Ξεχώρισα το The Book of Veles του φωτογράφου του MAGNUM Jonas Bendiksen. Πρόκειται για ένα έργο με επίκεντρο τη μικρή πόλη Veles της Βόρειας Μακεδονίας που απασχόλησε την επικαιρότητα, όταν κατά τη διάρκεια των εκλογών στις Η.Π.Α. έγινε τόπος παραγωγής fake news. Αναζητώντας έναν τρόπο να βγάλουν χρήματα, οι νέοι της περιοχής δημιούργησαν ιστότοπους που έμοιαζαν με αμερικανικά ειδησεογραφικά portal. Δημοσιεύσεις των ιστοσελίδων αυτών διαδόθηκαν ανάμεσα σε εκατομμύρια άτομα μέσω του Facebook και του Twitter και οι κάτοχοί τους κατάφεραν να βγάλουν πολλά χρήματα μέσω των διαφημίσεων της Google, φαίνεται όμως ότι μπορεί και να επέδρασαν στην εκλογή του Donald Trump. Το Facebook και το Twitter άλλαξαν τους αλγόριθμούς τους για να διακόψουν αυτή τη δραστηριότητα, αλλά αρκετοί από αυτούς τους λογαριασμούς του Veles βρέθηκαν να είναι ενεργοί και στις εκλογές Trump εναντίον Biden το 2020. Ο Bendiksen ταξίδεψε στο Veles και το έργο που παρήγαγε σχετικά με τα τεκταινόμενα εκεί έχει αρκετά από τα χαρακτηριστικά της φωτογραφίας-ντοκουμέντο.
Ωστόσο, όλες οι ανθρώπινες φιγούρες που υπάρχουν στις εικόνες του είναι εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες στον υπολογιστή με τη χρήση τρισδιάστατων γραφικών. Μάλιστα, είναι τέτοιος ο βαθμός πειστικότητας των εικονιζόμενων που το έργο αυτό όχι μόνο δεν κίνησε την παραμικρή υποψία για την αυθεντικότητά του αλλά κατάφερε να ξεγελάσει ακόμα και τους έμπειρους συναδέλφους του Bendiksen στο MAGNUM. Πρόκειται για μια κρίσιμη και επίκαιρη καλλιτεχνική και πολιτική χειρονομία που ενσωματώνει το προς πραγμάτευση θέμα (την κατασκευή της αλήθειας) στην ίδια τη μέθοδο παραγωγής του -ένα παιγνιώδες και τρομακτικό ταυτόχρονα τεστ Turing με προεκτάσεις ως προς τον τρόπο συγκρότησης της σύγχρονης πολιτικής ζωής.
Π.Β. Ένα από τα έργα που ξεχωρίζω είναι της Urok Shirhan το “Watani Al Akbar”, που είναι μια αναπαράσταση, ένα σόου επιτέλεσης του Παναραβικού Ύμνου, από αρχειακό βίντεο της δεκαετίας του ’60, όπου η καλλιτέχνις, εισάγει τη δική της φωνή ντουμπλάροντας τα σόλο των τραγουδιστών που τον ερμηνεύουν. Ο ύμνος αυτός, έχει πολλαπλά επίπεδα ανάλυσης και ερμηνείας, καθώς συνδυάζει τον εθνικισμό με το ζητούμενο της απο-αποικιοποίησης, τον αντίλογο απέναντι στην ηγεμονία της Δύσης με την αισθητική ενσωμάτωση του δυτικού κανόνα, το απελευθερωτικό όραμα των αραβικών χωρών της εποχής, με τη σύσταση μιας ενιαίας ταυτότητας.
Η καλλιτέχνις γνωρίζει από τους Ιρακινούς γονείς της τη σημασία του τραγουδιού, την ουτοπική του διάσταση, αλλά και τον πατριωτικό του οίστρο, εσωτερικεύει όλες αυτές τις αντιφατικές πλευρές του και συμμετέχει ενσώματα δανείζοντας την ίδια της τη φωνή και όχι απλά κρατώντας κριτική απόσταση και σχολιάζοντάς το. Αυτός ο βαθύς, σχεδόν στοργικός χειρισμός της πολιτικής ιστορίας του προγονικού της τόπου, που είναι γεμάτος ενσυναίσθηση, αλλά και οξύτητα, με συγκινεί, γιατί διαφεύγει των μονοδιάστατων ερμηνειών ή εύκολων αφορισμών που χαρακτηρίζουν πολλές φορές την πολιτική τέχνη και προσωπικά με αποξενώνουν.

Τι σημαίνει για τον σύγχρονο πολιτισμό με την ευρεία έννοια, το γεγονός ότι ως επιμελητές αυτής της έκθεσης επιλέξατε αυτό το θέμα σήμερα στην αυγή του 2022;

Π.Β. Σημαίνει ότι τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής μας «καίνε», κάποια πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο, είναι μεγάλη η κοινωνική και πολιτική παρακμή  πλέον, και η επικράτηση νεοφασιστικών αντιλήψεων και δομών ελέγχου της κοινής γνώμης. Όλο αυτό δεν μπορεί παρά να εκφράζεται ως προβληματισμός και μέσα από την τέχνη των ημερών μας… είναι κάπως δύσκολο σήμερα να μιλήσουμε για κάτι άλλο…

Τι θέση έχει η φωτογραφία σήμερα στον χώρο του σύγχρονου πολιτισμού;

Π.Β. Η φωτογραφία αποτελεί έναν πολύ σύγχρονο τρόπο καλλιτεχνικής δημιουργίας, καθώς συνθέτει την προσωπική έκφραση με την ερμηνεία, το κοινωνικό σχόλιο και την καταγραφή της πολιτικής και ιστορικής συνθήκης. Η τέχνη γενικότερα τείνει να γίνεται ολοένα και πιο πολιτική, να ορίζεται από την κοινωνική πραγματικότητα και τα αδιέξοδα της παγκοσμιοποιημένης πια κρίσης και επομένως η φωτογραφία γίνεται ένα εργαλείο, όλο και πιο σχετικό, στο εδώ και τώρα, με πολλαπλά επίπεδα ερμηνείας και αφήγησης, αναλόγως με το πώς συνδυάζεται με άλλες εικόνες, πώς παρουσιάζεται, τι είδους κείμενα την συνοδεύουν. Αλλιώς βλέπουμε την εικόνα ενός μετανάστη μέσα σε μια σωστική λέμβο στη Λέσβο και αλλιώς αυτήν την εικόνα με τους μετανάστες του Μαραπά π.χ., που ποζάρουν μέσα στο φωτογραφικό στούντιο, για να στείλουν μια «ωραία» εικόνα τους πίσω στους ανθρώπους τους, στην χώρα που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν. Η τελευταία αναπαράσταση είναι μη συμβατική και μη αναμενόμενη, και συντελεί έτσι σε μια άλλη κατανόηση της συνθήκης της μετακίνησης πληθυσμών και του εσωτερικής πραγματικότητας που την απαρτίζει.

Με ποια λόγια θα περιγράφατε έναν απολογισμό για τη σπουδαία διαδρομή του εγχειρήματος σας έως σήμερα;

Δ.Κ. Το MedPhoto επιχειρεί ίσως -μεταξύ άλλων- μία απόπειρα κριτικής του δόγματος «η τέχνη για την τέχνη» και του φορμαλισμού εκείνου που προσεγγίζει την καλλιτεχνική δραστηριότητα σαν να είναι αποκομμένη από ιστορικές και κοινωνικές προκείμενες – πρόκειται για μία απόπειρα εκ μέρους μας ιχνηλάτησης σχέσεων μεταξύ των αισθητικών αναζητήσεων και του πολιτικού λόγου.
Π.Β. Επίσης, είναι ένα βαθιά συλλογικό εγχείρημα, και μια προσπάθεια αναθεώρησης του ρόλου της τέχνης. Εμείς πιστεύουμε στον πολιτικό και κοινωνικό της ρόλο της φωτογραφίας, και πασχίζουμε να είναι προσβάσιμη σε ένα ευρύτερο κοινό, και όχι μόνο στον κόσμο της τέχνης. Είμαστε περήφανοι π.χ. για το εγχείρημα της «Νομαδικής Βιβλιοθήκης» που δανείζει εκατοντάδες φωτογραφικά βιβλία σε δημόσιες βιβλιοθήκες, σχολές και φωτογραφικές ομάδες σε όλη την Ελλάδα, καλύπτοντας ένα κενό που δυστυχώς υπάρχει στην εκπαίδευση όσον αφορά στην τέχνη της φωτογραφίας και τον οπτικό πολιτισμό γενικότερα.

Ποια αποσπάσματα από τα εγκαίνια θα θέλατε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες μας που δεν κατάφεραν να έρθουν στην Κρήτη;

Δ.Κ. Τη συγκινητική ανταπόκριση εκ μέρους τοπικών φορέων, κοινού, Κρητών φωτογράφων, φωτογραφικών ομάδων, ακόμα και σχολείων, καθώς και ανθρώπων από το εξωτερικό που επισκέφθηκαν την έκθεση δείχνοντας εμπιστοσύνη στις προσπάθειές μας.
Π.Β. Και πολλοί άνθρωποι ερχόντουσαν και μας έλεγαν μετά ότι η έκθεση τους είχε αγγίξει, ότι τους είχε προβληματίσει, αλλά και επηρεάσει συναισθηματικά. Δεν ήταν απλά μια αποτύπωση, η καταγραφή μιας κατάστασης, αλλά δημιουργούσε η έκθεση μια συνθήκη μέθεξης θα λέγαμε με το θεατή, έναν αληθινό διάλογο, και μια συγκινησιακή φόρτιση που τη μοιράζονταν όλοι – θεατές, καλλιτέχνες και επιμελητές συνάμα.