Facebooktwitter

Η ανθρωπότητα διεξάγει σήμερα έναν αγώνα δρόμου για την επιβίωσή της από τη συντελούμενη ταχεία κλιματική αλλαγή. Και τον χάνει!

Η συμφωνία στις πολιτικές και τα μέτρα, ο συντονισμός και η ανταπόκριση της παγκόσμιας κοινότητας στα καθήκοντα που επιβάλλει η επελαύνουσα περιβαλλοντική καταστροφή υπολείπονται σοβαρά των πραγματικών ενεργειακών και περιβαλλοντικών αναγκών όπως τις προσδιορίζει η επιστήμη.

Μπορεί με την COP26 περισσότερες από 50 χώρες να έχουν δεσμευτεί να επιτύχουν στόχους «καθαρών μηδενικών εκπομπών» (δηλ. 40% μείωση των παγκόσμιων ενεργειακών εκπομπών CO2 έως το 2050), ωστόσο μια απλή ανάγνωση των επιστημονικών δεδομένων δείχνει ότι η οικολογική μετάβαση απέχει πολύ από το να έχει σωστά δρομολογηθεί. Οι εθνικές συνεισφορές που αποφασίστηκαν πριν από την COP26 θα καταστήσουν δυνατή τη μείωση των εκπομπών έως το 2030 κατά 7,5%. Ωστόσο μια μείωση κατά 30% είναι απαραίτητη για να περιοριστεί η θέρμανση στους +2°C, ενώ μια μείωση 55% θα ήταν απαραίτητη για +1,5°C (UNEP, Emissions Gap Report 2021, 26 Οκτωβρίου 2021).

Το πρόβλημα είναι ότι πολλές από αυτές τις χώρες έχουν δεσμευτεί για «καθαρές μηδενικές εκπομπές» ώς το 2050, χωρίς να έχουν συγκεκριμένο σχέδιο για να το επιτύχουν (Nature 31.3.2021). Εάν λοιπόν συνεχίσουμε με τις ταχύτητες και τα μέσα με τα οποία πορευόμαστε, δηλαδή να στηρίζουμε την πράσινη μετάβαση με ρυθμίσεις, κίνητρα, φόρους και περιορισμούς, βασιζόμενοι αποκλειστικά στους μηχανισμούς της αγοράς, πιστεύοντας στην αυτοδιόρθωση των υπερβολών της και στην ικανότητα μιας ισχυρής ανάπτυξης μέσω των πράσινων μεταρρυθμίσεων (πράσινη ανάπτυξη), είναι βέβαιο πως θα αποτύχουμε.

Η κυρίαρχη διεθνώς θεωρία της πράσινης ανάπτυξης υποστηρίζει ότι η συνεχής οικονομική επέκταση είναι συμβατή με την οικολογία του πλανήτη μας, καθώς η τεχνολογική αλλαγή και η ενεργειακή υποκατάσταση θα μας επιτρέψουν να αποσυνδέσουμε απόλυτα την αύξηση του ΑΕΠ από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CΟ2).

Περισσότερη παραγωγή, με λιγότερη περιβαλλοντική υποβάθμιση: αυτή είναι η προοπτική σύμφωνα με τη θεωρία η οποία θέλει να συνδυάσει την επιστροφή στην πλήρη απασχόληση και την απάντηση στις περιβαλλοντικές προκλήσεις. Το όλο πρόβλημα είναι ότι αυτό το «θαύμα» δεν έχει συμβεί πουθενά μέχρι σήμερα.

Αντίθετα, σε σχετικές μελέτες διαπιστώνεται ότι:

  1. δεν υπάρχουν εμπειρικά στοιχεία που να πιστοποιούν την απόλυτη αποσύνδεση εκπομπών CO2 και συνεχούς οικονομικής ανάπτυξης, και
  2. ακόμη και υπό αισιόδοξες πολιτικές συνθήκες, η σχετική αποσύνδεση από τις εκπομπές CO2 είναι πολύ απίθανο να επιτευχθεί με ρυθμό αρκετά γρήγορο ώστε να αποφευχθεί η καταστροφική υπερθέρμανση (πάνω από 1,5°-2°C) του πλανήτη.

Στο μεταξύ, ενώ η μείωση της προσφοράς υδρογονανθράκων βρίσκεται σε εξέλιξη, η αύξηση των ΑΠΕ (αντιστοιχούν στο 20% της παγκόσμιας ζήτησης) δεν αρκεί για να καλύψει την αυξανόμενη ζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι μια ενεργειακή αναντιστοιχία που θα μπορούσε να εκτροχιάσει την πράσινη μετάβαση. Σε αυτό το πλαίσιο οι περισσότερες χώρες δείχνουν να προτιμούν να επιστρέψουν στην πιο άμεσα διαθέσιμη πηγή ενέργειας -τον άνθρακα- παρά να προκαλέσουν συρρίκνωση της οικονομίας λόγω του υψηλού κόστους και των σχετικών επιπτώσεων στην κερδοφορία, στην κατανάλωση και στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Πρόκειται για έναν βραχυπρόθεσμο συμβιβασμό μεταξύ των οικολογικών στόχων και της ανάγκης προώθησης της ανάπτυξης σε βάρος της οικολογίας που μακροπρόθεσμα δεν είναι βιώσιμος.

Οπως εξηγεί ο αναλυτής Cedric Durant: «Η επιτυχημένη μετάβαση σε έναν κόσμο χωρίς άνθρακα συνεπάγεται την αρμονική εξέλιξη δυο πολύπλοκων και αλληλεξαρτώμενων διαδικασιών σε υλικό, οικονομικό και χρηματοπιστωτικό επίπεδο. Πρώτον, πρέπει να πραγματοποιηθεί μια διαδικασία παροπλισμού: οι πηγές άνθρακα πρέπει να μειωθούν δραστικά και κυρίως η εξόρυξη υδρογονανθράκων, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα και αέριο, συστήματα μεταφορών με βάση τα καύσιμα, ο κατασκευαστικός τομέας (λόγω υψηλών εκπομπών στην παραγωγή τσιμέντου και χάλυβα) και η βιομηχανία κρέατος. Αυτό είναι αποανάπτυξη: ο εξοπλισμός πρέπει να απορριφθεί, τα αποθέματα ορυκτών καυσίμων πρέπει να παραμείνουν στο έδαφος. Η εντατική εκτροφή πρέπει να εγκαταλειφθεί και μια ολόκληρη σειρά συναφών επαγγελματικών καθηκόντων πρέπει να καταργηθεί» («La bifurcation écologique n’est pas un diner de gala» 30.11.2021).

Για τον Durant η εξάλειψη μέρους της παραγωγικής ικανότητας συνεπάγεται συρρίκνωση της προσφοράς, που θα οδηγούσε σε γενικευμένη πληθωριστική πίεση, αυξήσεις κόστους, μείωση των κερδών και της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, πυροδοτώντας βαθιά υφεσιακές τάσεις. Επιπλέον η συρρίκνωση της οικονομίας του άνθρακα συνιστά μια καθαρή ζημία για το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο: τεράστια ποσά χαμένων περιουσιακών στοιχείων πρέπει να εξαλειφθούν μαζί με τα αναμενόμενα υποκείμενα οφέλη, ανοίγοντας τον δρόμο για επιθετικές πωλήσεις και διαγραφή μεγάλου μέρους του πλασματικού κεφαλαίου. Πρόκειται για αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες δυναμικές, καθώς οι δυνάμεις της ύφεσης αυξάνουν τις χρεοκοπίες και η χρηματοπιστωτική κρίση παγώνει τις πιστώσεις.

Η άλλη πτυχή της μετάβασης είναι μια μεγάλη επενδυτική προσπάθεια για την κάλυψη του ενεργειακού ελλείμματος που προκαλεί η απανθρακοποίηση με την επέκταση των ΑΠΕ, τη δημιουργία νέων παραγωγικών δυνατοτήτων χαμηλών εκπομπών άνθρακα, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, την ηλεκτροδότηση των συστημάτων μεταφοράς, βιομηχανίας και θέρμανσης, την ανάπτυξη δέσμευσης άνθρακα κ.λπ.

Στο πλαίσιο των δυο παράλληλων όσο και αντίθετων τάσεων, της συρρίκνωσης της οικονομίας υδρογονανθράκων και της ανάπτυξης της πράσινης οικονομίας, δεν υπάρχουν περιθώρια για ουσιαστική ανάπτυξη συνολικά της οικονομίας. Πολύ περισσότερο επειδή η καταστροφή είναι ταχύτερη και προηγείται της ανάπτυξης, ο πράσινος μετασχηματισμός δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως η βασική διαδρομή για την ταχεία ή άμεση ανάκαμψη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Σήμερα η τιμολόγηση του άνθρακα, οι φόροι άνθρακα και η ρύθμιση της αγοράς μαζί με τις επενδύσεις στην πράσινη τεχνολογία είναι οι κύριες λύσεις που προτείνονται πλέον από διεθνείς οργανισμούς και κυβερνήσεις για τον τερματισμό της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι δεν αποδίδουν. Οπως δήλωσε πρόσφατα ο William Nordhaus, Αμερικανός νομπελίστας οικονομολόγος: «Είναι μια οδυνηρή συνειδητοποίηση, αλλά νομίζω ότι πρέπει να την αντιμετωπίσουμε: η διεθνής πολιτική μας για το κλίμα, η προσέγγιση που ακολουθούμε, βρίσκεται σε αδιέξοδο».

Μία αιτία είναι ότι οι προτεινόμενες λύσεις βασίζονται στην προσπάθεια διόρθωσης της «αστοχίας του μηχανισμού της αγοράς» ενσωματώνοντας τις βλαβερές επιπτώσεις των εκπομπών άνθρακα μέσω ενός συστήματος φορολογίας ή ποσοστώσεων. Ομως, όπως τονίστηκε σε μια πρόσφατη έκθεση («We need to look beyond the market to beat climate change», FT, 24.7.2021), το πρόβλημα είναι ότι η κλιματική αλλαγή δεν είναι αποτυχία μιας μεμονωμένης αγοράς αλλά πολλών, όπως στις μεταφορές, την ενέργεια, την τεχνολογία, τη χρηματοδότηση και την απασχόληση.

Οι απόπειρες υπολογισμού της «κοινωνικής τιμής» του άνθρακα σκόνταψαν στην πληθώρα των παραγόντων που εμπλέκονται στην τιμολόγηση και στον πολύ μεγάλο εξεταζόμενο χρονικό ορίζοντα με συνέπεια να είναι πραγματικά αδύνατο να τεθεί μια νομισματική αξία στην «κοινωνική βλάβη» (οι σχετικές εκτιμήσεις κυμαίνονται από $14 ανά τόνο CO2 έως $386!) Πράγματι όπου εφαρμόστηκε η τιμολόγηση του άνθρακα, η αποτυχία μείωσης των εκπομπών ήταν καθαρή.

Αλλη αιτία είναι ότι, ενώ γίνεται πολύς λόγος για την αύξηση των τιμών των εκπομπών άνθρακα, ελάχιστα λέγονται για τις τεράστιες επιδοτήσεις που συνεχίζουν να κάνουν οι κυβερνήσεις στις βιομηχανίες ορυκτών καυσίμων, όπως έχει παραδεχτεί και ο επίτροπος της Ε.Ε., Gentiloni. Οι χώρες της G20 έχουν παράσχει περισσότερα από 3,3 τρισ. δολάρια σε επιδοτήσεις για ορυκτά καύσιμα από τότε που υπογράφτηκε η Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα το 2015 (έκθεση Bloomberg). Μολονότι πολλοί δεσμεύτηκαν να αντιμετωπίσουν την κρίση, τα 19 κράτη-μέλη της G20 (πλην Ε.Ε.) συνεχίζουν να παρέχουν ουσιαστική οικονομική υποστήριξη για την παραγωγή και κατανάλωση ορυκτών καυσίμων.

Επιπλέον οι μεγάλες πολυεθνικές που μολύνουν το περιβάλλον, μολονότι επισήμως ευνοούν την πράσινη μετάβαση, φροντίζουν να κάνουν εταιρικά και συλλογικά λόμπι και μέσω των διαθέσιμων κονδυλίων να πιέζουν με ανατροπές, αλλαγές και αναβολές τις πράσινες νομοθετικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι Βρυξέλλες.

Ακόμη το χρονοδιάγραμμα είναι καθοριστικό: η πραγματοποίηση τέτοιων προσαρμογών σε πενήντα χρόνια είναι εντελώς διαφορετική από την ανάγκη ριζικής απεμπλοκής εντός δεκαετίας. Κατά συνέπεια, με κριτήριο πάντα την αποσόβηση της κλιματικής καταστροφής, οι προοπτικές για μια ομαλή και επαρκή μετάβαση στις πράσινες ενέργειες και μάλιστα με όρους αγοράς, δηλαδή καπιταλιστικής κερδοφορίας και ανάπτυξης, είναι από ελάχιστες έως μηδενικές.

Τέλος, οι λύσεις της αγοράς δεν λειτουργούν γιατί για τις καπιταλιστικές εταιρείες απλώς δεν είναι κερδοφόρο να επενδύουν στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με το ΔΝΤ: «Οι ιδιωτικές επενδύσεις σε παραγωγικό κεφάλαιο και υποδομές αντιμετωπίζουν υψηλό αρχικό κόστος και σημαντικές αβεβαιότητες που δεν μπορούν πάντα να τιμολογηθούν. Οι επενδύσεις για τη μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα εκτίθενται επιπλέον σε σημαντικούς πολιτικούς κινδύνους, έλλειψη ρευστότητας και αβέβαιες αποδόσεις, ανάλογα με τις πολιτικές προσεγγίσεις για τον μετριασμό καθώς και τις απρόβλεπτες τεχνολογικές προόδους».

Το έλλειμμα πράσινων επενδύσεων εντοπίζει και η International Energy Agency (ΙΕΑ): «Οι δαπάνες που σχετίζονται με τη μετάβαση […] παραμένουν πολύ χαμηλότερες από ό,τι απαιτείται για την κάλυψη της αυξανόμενης ζήτησης για ενεργειακές υπηρεσίες με βιώσιμο τρόπο». Αντίστοιχα το Bloomberg (New Energy Outlook 2021) εκτιμά ότι μια αναπτυσσόμενη παγκόσμια οικονομία θα απαιτήσει ένα επίπεδο επενδύσεων στον ενεργειακό εφοδιασμό και τις υποδομές μεταξύ 92 τρισ. και 173 τρισ. δολαρίων τα επόμενα τριάντα χρόνια. Οι ετήσιες επενδύσεις θα πρέπει να υπερδιπλασιαστούν από περίπου 1,7 τρισ. δολ. ετησίως σήμερα σε 3,1 έως 5,8 τρισ. δολ. ετησίως. Το μέγεθος μιας τέτοιας μακροοικονομικής προσαρμογής είναι άνευ προηγουμένου, υπερβαίνει τα όρια της αγοράς και προϋποθέτει έναν διεθνή κεντρικό σχεδιασμό.

Η αποτελεσματικότητα πρέπει να έχει προτεραιότητα έναντι της οικονομικής αποδοτικότητας για τη μείωση των εκπομπών. Αυτό σημαίνει εγκατάλειψη του φετιχισμού του μηχανισμού τιμών για τον σχεδιασμό του τρόπου με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι υπόλοιποι ρυπογόνοι πόροι στην υπηρεσία καθαρών υποδομών. Αυτός ο σχεδιασμός πρέπει να έχει διεθνή εμβέλεια ενισχύοντας με μεγάλα ποσά τις χώρες του Νότου που ρυπαίνουν σημαντικά λιγότερο, γιατί η πράσινη μετάβαση οφείλει να έχει πλανητικό βεληνεκές για να είναι αποτελεσματική και δίκαιη.

Η αντιμετώπιση της κλιματικής καταστροφής με ισότιμο και δίκαιο τρόπο απαιτεί εξειδικευμένο σχεδιασμό σε πολλαπλά επίπεδα – διεθνές, κρατικό, περιφερειακό και τοπικό. Η γεωργία, οι μεταφορές, η ναυτιλία, οι κατασκευές, τα ορυχεία και σχεδόν όλες οι βαριές βιομηχανίες πρέπει να ανακατασκευαστούν. Ακόμη και τα δίκτυα πληροφοριών θα πρέπει να αναδιαμορφωθούν. Το εργατικό δυναμικό όλων αυτών των βιομηχανιών είναι τεράστιο και ευάλωτο στην αναδιάρθρωση μέσω της αγοράς.

Οι πολυεθνικές προσπαθούν να πείσουν τους εργαζόμενους ότι οι απειλές για την οικονομία του άνθρακα είναι απειλές για την εργατική τάξη. Αλλά φυσικά τα συμφέροντα των επιχειρήσεων κινούνται από το βραχυχρόνιο κέρδος, ενώ αυτά των εργαζομένων στοχεύουν πρώτα στην επιβίωση και μετά στην ευημερία. Συνεπώς η αναζήτηση βιώσιμων θέσεων εργασίας δεν μπορεί παρά να γίνεται σε ένα βιώσιμο φυσικό περιβάλλον. Εξ ου και η ανάγκη ενός ορθολογικού δημοκρατικού κεντρικού σχεδιασμού της πράσινης μετάβασης, πέρα από εθνικά σύνορα.

*Οικονομολόγος
**Διευθύνων σύμβουλος Ομίλου Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων Τροφίμων
***Ηλεκτρολόγος/Μηχανικός