Facebooktwitter

Συζητάμε με τον καθηγητή νεότερης και σύγχρονης πολιτικής φιλοσοφίας του τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ, Άρη Στυλιανού, για την πολιτική ηγεμονία της κυβέρνησης, τα επίδικα για το νέο έτος, το ρολό και την ευθύνη της Αριστεράς. Όπως τονίζει ο Α. Στυλιανού «Η Αριστερά έχει και ευθύνη αλλά και το περιθώριο να παρέμβει έναντι στην κυριαρχία του ατομισμού, διαμορφώνοντας ένα όραμα κοινότητας και συλλογικότητας, με τα σημερινά δεδομένα, που είναι διαφορετικά από το 2000 ή το 2010. Νομίζω ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η πολιτική. Και πρέπει να ξανασκεφτούμε το πώς θα κάνουμε πολιτική από εδώ και πέρα, διαβάζοντας τη σημερινή εποχή».

Να επιχειρήσουμε, εισαγωγικά, έναν πολιτικό απολογισμό της κυβέρνησης για τη χρονιά που πέρασε;

Το 2021 καθορίστηκε, σε πολύ μεγάλο βαθμό, από την πανδημία. Σε αντίθεση με την πρώτη φάση της πανδημίας, όπου υπήρξε μια προσεκτική κυβερνητική διαχείριση, σταδιακά η κυβέρνηση έχασε τον έλεγχο και έκανε συνεχώς όλο και πιο σπασμωδικές κινήσεις. Είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι έγινε μια καταστροφική διαχείριση της πανδημίας. Ωστόσο, η κυβέρνηση της ΝΔ κατάφερε να έχει μια πολιτική ηγεμονία, την οποία διατηρεί σε μεγάλο βαθμό με τη στήριξη των ΜΜΕ.

Παρά την πανδημία, η κυβέρνηση δεν άλλαξε ρότα και προώθησε το πρόγραμμά της στο ακέραιο. Έτσι διασφαλίζει την πολιτική ηγεμονία;

 Από τον Ιούλιο του 2019, μετά την εκλογική νίκη, έγινε φανερό ότι ο Κ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του επιχειρούν να θέσουν τέλος στις κατακτήσεις της μεταπολίτευσης και να αλλάξουν το «παράδειγμα», σε κρίσιμους θεσμούς και αρμούς της κοινωνίας, όπως είναι η παιδεία, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, τα εργασιακά. Υλοποιούν απαρέγκλιτα το σχέδιό τους, με στόχο να μεταμορφώσουν την ελληνική κοινωνία, με μία βίαιη προσαρμογή, με ένα δόγμα του σοκ, σε νεοφιλελεύθερη και μετα-μεταπολιτευτική κατεύθυνση. Με τους νόμους που ψήφισαν το 2021, αλλάζουν άρδην τους πυλώνες της μεταπολιτευτικής συνθήκης. Οδεύουμε, έτσι, σε ένα νέο πρότυπο, όπου κυριαρχεί η ιδιωτικοποίηση, ο ατομικισμός, και στοχοποιείται ό,τι θυμίζει δημοκρατικές κατακτήσεις, αριστερά ή σοσιαλισμό. Εφαρμόζουν μια ιδεολογική και πολιτιστική στρατηγική για να επιβάλουν μια νέα ηγεμονία. Αυτό είναι εμφανές στον πολιτισμό, στα μίντια, στην ιδεολογία. Το σχέδιό τους ευνοήθηκε από την πανδημία και τη διεθνή αβεβαιότητα. Φυσικά, ο κ. Μητσοτάκης έχει μείνει στην εποχή του Τραμπ. Δεν βλέπει την ανατροπή του πλαισίου από τον Μπάιντεν και πώς υποχρεώνεται να κινηθεί η διακυβέρνησή του.

Δεν έχει, ωστόσο, δημιουργηθεί στην Ελλάδα ένα κύμα αντίδρασης, όπως συνέβη στις ΗΠΑ.

Όλο το 2021 χαρακτηρίστηκε από τη σκανδαλώδη διαχείριση της πανδημίας και ταυτόχρονη εργαλειοποίηση των επιστημόνων. Αυτή η δράση δεν ξεσήκωσε μια γενικευμένη αντίδραση, όπως θα περίμενε κανείς. Ο λόγος είναι ότι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση δέους μπροστά στη θανατοπολιτική. Το 2021 τελείωσε σε αυτό το κλίμα, όμως όλο και περισσότεροι πολίτες αντιδρούν στην κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πείθει εύκολα τον κόσμο και υπάρχει μια τάση αμφισβήτησης που μάλλον στρέφτεται προς την άκρα δεξιά, αμφισβήτηση που συνδέεται με το αντιεμβολιαστικό κίνημα, το οποίο οφείλουμε να μελετήσουμε και να κατανοήσουμε.

Προς το παρόν, αυτό το αντιεμβολιαστικό κίνημα φαίνεται να είναι πιο παθητικό από τα αντίστοιχα της Ευρώπης. Υπάρχουν περιθώρια να αντιστραφεί το κλίμα;

Πράγματι το αντιεμβολιαστικό κίνημα δεν είναι τόσο δυναμικό στην Ελλάδα, αλλά έχει τα στοιχεία του σκοταδισμού και του ανορθολογισμού, και συνδέεται σε κάποιο βαθμό με ακροδεξιές ομάδες. Ωστόσο, εδράζεται σε πραγματικά προβλήματα. Έχει να κάνει με μια λαϊκή δυσπιστία απέναντι στις ελίτ. Εκφράζει ιδιόμορφα μια αμφισβήτηση του κατεστημένου, της εξουσίας. Η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να προσεγγίσει αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και το εμβολιαστικό πρόγραμμα το βάφτισε συμβολικά «Επιχείρηση Ελευθερία», παραπέμποντας σε στρατιωτικού τύπου επιχειρήσεις και ταινίες Τζέιμς Μποντ. Αφήνει το αποτύπωμά της αυτή η επιλογή. Η Αριστερά οφείλει να αναλύσει θεωρητικά και να κατανοήσει αυτό το κίνημα, γιατί θα το βρει μπροστά της. Προσωπικά δεν συμφωνώ με την ανάλυση του Αγκάμπεν, ο οποίος φτάνει να απορρίπτει τον εμβολιασμό. Θεωρώ αδιέξοδη αυτή την προσχώρηση σε μια στείρα άρνηση, αν θέλουμε να είμαστε σκεπτόμενοι αριστεροί.

Ωστόσο, ο κίνδυνος να κυριαρχήσει μια πολιτική της επιτήρησης έχει αφυπνίσει την Αριστερά εδώ και δεκαετίες. Η πανδημία άφησε τα περιθώρια στην επικράτηση του πανοπτικού. Όταν αυτή τελειώσει, πώς θα εξασφαλίσουμε ότι αυτά τα μέτρα θα αφανιστούν μαζί της, ειδικά αν δεν έχει μπει κανένα όριο το προηγούμενο διάστημα;

Η βιοπολιτική εξελίσσεται σε θανατοπολιτική. Με την πανδημία γενικεύτηκε η επιτήρηση, στο όνομα της ιχνηλάτησης των κρουσμάτων. Πράγματι, αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Το να μην υπάρχει ιδιωτικότητα, να μην έχεις καμία ελευθερία, να επιτηρείσαι διαρκώς, αυτό είναι ολοκληρωτισμός. Και φοβάμαι ότι θα μείνει και μετά την πανδημία. Ή τουλάχιστον αυτή είναι η επιθυμία των κυβερνώντων. Είναι απολύτως απαραίτητη η προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και φαντάζομαι ότι θα είναι ένα επίδικο για τη νέα χρονιά.

Ποια άλλα είναι τα επίδικα του 2022;

Ένα ακόμα ζήτημα που πρέπει να θέσει, και ήδη θέτει, η Αριστερά για το νέο έτος είναι η εκ βάθρων αναδιοργάνωση του εθνικού συστήματος υγείας και η καθολική πρόσβαση στην υγεία. Ένα τρίτο ζήτημα που τίθεται εκ των πραγμάτων είναι η ακρίβεια, ο πληθωρισμός, η ενεργειακή φτώχεια, η φτωχοποίηση για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, η καθήλωση των μισθών. Τέλος, νομίζω ότι τη χρονιά που μας έρχεται θα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας επιτακτικά το θέμα της κλιματικής αλλαγής και της πράσινης διαχείρισης του περιβάλλοντος.

Η ΝΔ έχει μια μεγάλη αντίφαση. Προς το παρόν, φαίνεται πως κρατά με μια πολιτική ενσωμάτωσης την ακροδεξιά της και αρδεύεται από τον χώρο του Κέντρου. Αυτό τι προοπτική μπορεί να έχει; Βλέπουμε να υπάρχουν ρήγματα, με την κοινωνική πόλωση να αυξάνεται.

Η ΝΔ και η Δεξιά γενικότερα έχει την αντίφασή της. Κατάφερε ο Μητσοτάκης και έφτιαξε μια ηγεμονία κρατώντας τις ακροδεξιές δυνάμεις μέσα και κάνοντας μια διεύρυνση προς το Κέντρο, με το λεγόμενο αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο. Η ΝΔ, πιστεύω, θα κρατήσει αρκετές δυνάμεις. Είναι απίθανο να πέσει εκλογικά κάτω από το 30%. Ωστόσο, έχει μια δυσκολία να συγκρατήσει τους πιο συντηρητικούς ψηφοφόρους, αυτούς που τοποθετούνται δεξιότερα της ΝΔ. Η διακυβέρνηση της ΝΔ δεν έχει σαφές στίγμα, δεν είναι ούτε φιλελεύθερη, ούτε κεντρώα. Ίσως έτσι να αρχίσει να φυλλορροεί. Το ερώτημα είναι πού θα πάνε όσοι εγκαταλείπουν τη ΝΔ, αν θα πάνε στην αποχή, στην ακροδεξιά, στο ΚΙΝΑΛ ή αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανακτήσει πολλούς ψηφοφόρους που τον είχαν στηρίξει το 2015. Έχω την αίσθηση ότι η ηγεμονία της ΝΔ θα δοκιμαστεί σκληρά μέσα στο 2022.

Και ενδεχομένως θα δούμε να αναγεννιέται από τις στάχτες της η ακροδεξιά. Άλλωστε, μέχρι στιγμής η πολιτική που έχει ασκήσει η κυβέρνηση την έχει καλύψει, αν όχι και εμπνεύσει.

Ασκεί πολιτική ενσωμάτωσης η ΝΔ, αλλά νομίζω πως θα χάσει τον έλεγχο. Αναβιώνουν νεοναζιστικές, νεοφασιστικές ομάδες. Βλέπουμε να συγκροτούνται ένοπλες ομάδες ή να οργανώνονται στα σχολεία. Η κυβερνητική πολιτική ευνοεί τον εθνικισμό και τον ρατσισμό, οδηγεί σε μια απανθρωπία. Η ακροδεξιά έχει ως πλεονέκτημα το ταυτοτικό ζήτημα. Και εδώ πρέπει η Αριστερά να κάνει το παν, ώστε να μην στραφεί ξανά κόσμος προς την ακροδεξιά. Η Αριστερά οφείλει να ξαναπροσεγγίσει «της γης τους κολασμένους», οι οποίοι δυστυχώς έλκονται από τα ακροδεξιά κινήματα, που συγκροτούνται με βάση κάποια συγκυρία. Για να κερδίσουμε τη μάχη των ιδεών, πρέπει να λασπωθούμε. Να μην εγκαταλείψουμε κανέναν στον φόβο, να δώσουμε ελπίδα.

Είπες ότι η κοινωνία έχει παραλύσει από τον φόβο. Πώς θα πρέπει να παρέμβει η Αριστερά στην κοινωνία, για να αφυπνίσει, ακόμα και να οργανώσει μια κοινωνική αντίδραση; Έχει επαφή με την κοινωνία; 

Μία εξέλιξη της εποχής μας είναι η κυριαρχία του ατομικισμού. Λόγω της πανδημίας, αυτή έφτασε στα άκρα, με τη ρητορική περί ατομικής ευθύνης, με τα λοκντάουν, με τον φόβο της νόσησης. Η Αριστερά έχει και ευθύνη αλλά και το περιθώριο να παρέμβει, διαμορφώνοντας ένα όραμα κοινότητας και συλλογικότητας, με τα σημερινά δεδομένα, που είναι διαφορετικά από το 2000 ή το 2010. Νομίζω ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η πολιτική. Και πρέπει να ξανασκεφτούμε το πώς θα κάνουμε πολιτική από εδώ και πέρα, διαβάζοντας τη σημερινή εποχή. Λαμβάνοντας υπόψη, για παράδειγμα, πως οι μορφές εξατομίκευσης θα μείνουν ή πως η νεολαία αντιλαμβάνεται την πολιτική με διαφορετικό τρόπο από τις παλιότερες γενιές. Πρέπει λοιπόν να δει κανείς πώς μπορεί να παρέμβει στις σημερινές συνθήκες. Δεν είναι εύκολο. Εμείς ως αριστεροί θέλουμε να κρατήσουμε τις παραδόσεις μας, τις αξίες μας. Δεν πρέπει να χαθούμε στον χυλό που πάει να δημιουργηθεί. Από την άλλη, πρέπει να προσαρμοστούμε σε μία κατάσταση που η πολιτική γίνεται με άλλους τρόπους. Αντίστοιχα και στον ΣΥΡΙΖΑ, που έχει το συνέδριό του σε λίγους μήνες, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι δεν είμαστε στο 2008, στο 2015, ούτε καν στο 2019. Πρέπει να προσαρμοζόμαστε και να βλέπουμε τις νέες τάσεις.

Ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει αυτές τις νέες τάσεις; Στις ΗΠΑ αναδείχθηκαν συλλογικές ηγεσίες. Γεννιούνται νέα κινήματα, όπως είναι αυτό της Μεγάλης Παραίτησης. Παρατηρείται επιστροφή στον συνδικαλισμό και τα σωματεία βάσης. Στην Λατινική Αμερική η Αριστερά ανακτά την εμπιστοσύνη των πολιτών, μετά από μία δεκαετία ήττας. Έχει προσαρμόσει ο ΣΥΡΙΖΑ τον λόγο του, την πολιτική του, την οργάνωσή του σε ό,τι κυοφορείται;

Η Αμερική αυτή τη στιγμή είναι πιο μπροστά από την Ευρώπη. Στις ΗΠΑ και τη Λατινική Αμερική βλέπουμε ενδιαφέρουσες κινήσεις. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες και δη οι πιο πολιτικοποιημένες –όπως είναι η Γαλλία και η Ελλάδα– έχουν μείνει με το βλέμμα πίσω στο παρελθόν και δυσκολεύονται με τις σύγχρονες εξελίξεις. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πια και την κοινωνική πραγματικότητα, αφού δεν είναι η πιο πλούσια ήπειρος ούτε κυρίαρχη, συνθλίβεται κάπου ανάμεσα στην Αμερική και την Κίνα. Είναι σαφές πια ότι οι νεότερες γενιές θα ζήσουν χειρότερα από τις προηγούμενες, κι αυτό είναι ένα πρόβλημα της Ευρώπης που θα πρέπει να το δει συνολικά η Αριστερά. Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, ο αντιπολιτευτικός του λόγος είναι συχνά προβλέψιμος και τετριμμένος. Θυμίζει ενίοτε τον αντιδεξιϊσμό του ΠΑΣΟΚ, χωρίς καινοτόμες ιδέες. Πρέπει να ανανεωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με νέες ιδέες, να κάνει χώρο η ηγετική ομάδα σε φρέσκους ανθρώπους, να αφουγκραστεί την κοινωνία.

Προς το παρόν, η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ γίνεται με τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού που έχει θέσει η ΝΔ. Ίσως για αυτό και δεν αποκτά ορμή δημοσκοπικά, αλλά και πραγματικά;

Ίσως παγιδεύεται σε έναν ιδιότυπο δικομματισμό παλαιού τύπου. Εδώ έχει πλεονέκτημα η ΝΔ. Οπωσδήποτε, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι σήμερα το κόμμα των κινημάτων και του ριζοσπαστισμού που τον έφερε στην κυβέρνηση το 2015. Μετεξελίσσεται αναγκαστικά σε ένα πιο μεγάλο κόμμα, πολυσυλλεκτικό, για να διεκδικήσει την εξουσία. Ωστόσο, το ότι είναι δυνάμει κυβερνητικό κόμμα δεν σημαίνει ότι πρέπει να λειτουργεί ως τέτοιο. Το στοίχημα είναι να συνδυάσει την ηγεμονική θέση που κατέχει στο πολιτικό σύστημα με έναν καινούργιο ριζοσπαστισμό, με μια αναγέννηση από τα κάτω. Να αφήσει τα καινούργια κινήματα, που εξελίσσονται ερήμην της παραδοσιακής πολιτικής, όπως είναι για παράδειγμα το προλεταριάτο της εποχής μας, οι ταχυδιανομείς, να τον κατακλύσουν. Να ορίσει την ατζέντα. Να ξεφύγει από την παλαιού τύπου πολιτική, που έχει πια κουράσει. Να θέσει εμφατικά, «επιθετικά», τα δικά του επίδικα, τις δικές του ιδέες. Και ας απαντά μετά η ΝΔ στον ΣΥΡΙΖΑ. Να διαβάσει τις επεξεργασίες που θέτουν τα ζητήματα αυτά σε μια νέα προοπτική. Να βγει μπροστά. Δεν είναι εύκολο, αλλά η παραδοσιακού τύπου αντιπολίτευση έχει οδηγήσει σε στασιμότητα και σε αποχή. Και το στοίχημα για τον ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες εκλογές θα είναι να κινητοποιήσει όσους έχουν απογοητευτεί από την πολιτική.