Facebooktwitter

Στη Βρετανία του Μπόρις Τζόνσον, πολίτες και δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν την πολιτική ως σαπουνόπερα.

Ο Τζόνσον και οι άνθρωποι του μοιάζουν με  χαρακτήρες που όλο και περισσότερο γίνονται μάσκες του εαυτού τους, ηθοποιοί που έχουν μάθει τα λόγια τους, αλλά είτε δεν τα πιστεύουν είτε δεν είναι καλοί στην τέχνη τους.

Παρακολουθώντας μια πετυχημένη σαπουνόπερα νοιαζόμαστε για τα προβλήματα των πρωταγωνιστών. Όμως ξέρουμε ότι είναι ηθοποιοί, δημιουργήματα μυθοπλαστικής φαντασίας. Μπορεί να στενοχωριόμαστε με τις αγωνίες και τα παθήματα τους, αλλά ξέρουμε ότι γυρίζουν σπίτι τους μετά την κινηματογράφηση.

Η «ψευταλήθεια»

Στην πολιτική σαπουνόνερα έχουμε την αντίστροφη κατάσταση. Ξέρουμε ότι οι πρωταγωνιστές είναι πραγματικοί άνθρωποι, αλλά τα λόγια που αρθρώνουν και το σενάριο που παίζουν έχει μικρή σχέση με την πραγματικότητα. Μας καλούν να γνωρίσουμε την οικογένειά τους, να ενδιαφερθούμε για τα ρούχα και τα σπίτια τους, να μάθουμε για τις διακοπές και τα παιδιά τους. Τους λέμε Κυριάκο και Μαρέβα, Μπόρις και Άδωνη, Αλέξη και ΓΑΠ, σαν να τους ξέρουμε.

Βέβαια η πολιτική ήταν πάντα μια παράσταση, το θεατρικό της μέρος όσο σημαντικό όσο το εκτελεστικό. Αλλά ως σαπουνόπερα ή ριάλιτι σόου, η πλοκή γίνεται πιστευτή και το έργο πετυχημένο όσο περισσότερο απέχει από την πραγματικότητα που ζούμε και ξέρουμε. Στο θέατρο χανόμαστε για λίγο στον φανταστικό κόσμο που σκηνοθετείται. Στην πολιτική σαπουνόπερα, βρισκόμαστε διαρκώς σε μια ζώνη λυκόφωτος όπου η αλήθεια και το ψέμα συγχέονται.

Είμαστε θύματα και θύτες μιας ομαδικής απάτης. Ξέρουμε ή υποπτευόμαστε την τεράστια απόσταση μεταξύ όσων λέει ο κ. Μητσοτάκης και της πραγματικής κατάστασης: στην «επιχείρηση ελευθερία», στη μεγάλη «επιτυχία» της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της πανδημίας ή στην «προσωρινή» μόνο αύξηση του κόστους ζωής. Εντούτοις είμαστε διατεθειμένοι να τα πιστέψουμε. Οι δηλώσεις και οι πράξεις ανήκουν σε διαφορετικούς επιστημολογικά κόσμους που συγχέονται, σε μια «ψευταλήθεια».  Ξέρουμε την απόσταση μεταξύ δηλώσεων και πραγματικότητας όσο την ξέρουν και οι πολιτικοί-ηθοποιοί, αλλά είμαστε στρατευμένοι σε μια συμμαχία προθύμων να πιστέψουν.

Έτσι λοιπόν οι περισσότερες ΜΕΘ οδηγούν σε περισσότερους θανάτους, στα σχολεία και στα μεταφορικά μέσα δεν μεταδίδεται η λοίμωξη, η μείωση των φοιτητών οδηγεί σε καλύτερα Πανεπιστήμια κτλ. Λένε αξιωματούχοι ψέματα ότι είναι πτυχιούχοι, υπάρχει κίνδυνος δίωξης τραπεζιτών που δίνουν δάνεια χωρίς εγγυήσεις; No problem, αλλάζουμε τον νόμο, δεν χρειάζονται πια πτυχία, ο ποινικός νόμος ακυρώνεται. Όπως έλεγε ένα μεσαιωνικό διάταγμα, η εξουσία του Πάπα (βλέπε Μητσοτάκη) είναι «διαπλαστική»: μπορεί να αλλάξει τον νόμο ή να εξαιρέσει κάποιον από την εφαρμογή του. Μπορεί να φτιάξει κάτι από το μηδέν, να νομιμοποιήσει τις παρανομίες. Ζώνη λυκόφωτος, «ψευταλήθεια».

Η αυταπάτη

Η απάτη επιβιώνει λόγω της δικής μας χρόνιας αυταπάτης. Ξέρουμε ότι πολλά που μας λένε δεν ισχύουν, είναι λάθος ή είναι ψέματα, αλλά εμείς συνεχίζουμε να τα δεχόμαστε. Πιστεύουμε σε αρχές και αξίες που δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Πιστεύουμε στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά αδιαφορούμε για το τι γίνεται στη Λέσβο ή τη Χίο. Πιστεύουμε στη δημοκρατία, αλλά δεν μας ενοχλεί ότι οι αντιπρόσωποί μας παραβιάζουν τις δεσμεύσεις τους. Πιστεύουμε στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μας ενοχλεί ότι η φτώχεια, η ανεργία, η αστεγία γιγαντώνονται, οι ανισότητες και οι εκατομμυριούχοι πολλαπλασιάζονται. Πιστεύουμε στην ελεύθερη αγορά και την ελευθερία του λόγου, αλλά δεν μας πειράζουν τα ολιγοπώλια του Μαρινάκη.

Ένα γνωστό ανέκδοτο για τον Niels Bohr, τον φυσικό και ερευνητή της δομής του ατόμου και της κβαντικής θεωρίας, για την οποία πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 1922 δείχνει πως λειτουργεί η «ψευταλήθεια». Επιστήμονας που επισκέφτηκε τον Bohr στο εξοχικό του, σοκαρισμένος γιατί είχε ένα πέταλο πάνω από την πόρτα, του λέει: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θεωρείς ότι τα πέταλα κρατούν τα κακά πνεύματα έξω από το σπίτι». «Ούτε εγώ» απάντησε ο Bohr. «Το έχω επειδή μου είπαν ότι δουλεύει εξίσου καλά ακόμη και αν δεν το πιστεύεις».  Έτσι λειτουργεί η ιδεολογία σήμερα: όλοι ξέρουμε ότι η δημοκρατία του Μητσοτάκη υπηρετεί  τη διαφθορά, τις άμεσες αναθέσεις στους φίλους, τους καλοπληρωμένους μετακλητούς, τα ιδιωτικά κολέγια και κλινικές, τα ΜΜΕ που υποστηρίζουν την κυβέρνηση.

Ξέρουμε ότι το κράτος δικαίου είναι ένας ρητορικός ισχυρισμός που διαφημίζεται όταν  οδηγεί τους αντιπάλους στα δικαστήρια και αθωώνει τους δικούς μας, αλλά καταδικάζεται όταν κάνει τα αντίθετα. Εντούτοις δρούμε ως εάν η δημοκρατία και το κράτος δικαίου λειτουργούν παρ’ ότι δεν το πολύ-πιστεύουμε. Ίσως πρέπει να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Μαρξ, του Γκράουτσο Μαρξ: «Μπορεί ο άνθρωπος αυτός να μοιάζει με έναν διεφθαρμένο ηλίθιο και να ενεργεί ως ένας διεφθαρμένος ηλίθιος, αλλά μην του επιτρέπετε να σας εξαπατήσει – είναι ένας διεφθαρμένος ηλίθιος».

Η κοινωνία μας αποκωδικοποιεί την υποκριτική τέχνη και την υποκρισία των πολιτικών αλλά δεν αλλάζει. Έχουμε αποδομήσει την ιδεολογία, αλλά συνεχίζουμε να λειτουργούμε σύμφωνα με τις προσταγές της. Σε αντίθεση με προηγούμενες εποχές – πάντα η ιδεολογία φτιασίδωνε την πραγματικότητα – ξέρουμε την απάτη. Είμαστε πιο τίμιοι γιατί είμαστε πιο κυνικοί. Έτσι η ιδεολογία λειτουργεί κυρίως κριτική της ιδεολογικής ελπίδας: μην πιστεύετε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν καλύτερα, ότι ο κόσμος μπορεί να αλλάξει. Πρώτη δουλειά της ιδεολογίας σήμερα είναι να αποτρέπει κάθε αντίσταση, παρουσιάζοντας την αδύνατη, ουτοπική, εξωπραγματική. Έχουμε κάνει τον πραγματισμό ουτοπία, τον μπανάλ ρεαλισμό ριζοσπαστική προσδοκία. Ζούμε στην εποχή της μαζικής αυταπάτης, είμαστε εθελούσια θύματα αλλά και αδιάφοροι παρατηρητές του μηδενιστικού κυνισμού.

Ο κυνισμός της εξουσίας

Τα παραδείγματα του κυνισμού και του μηδενισμού της εξουσίας είναι καθημερινά. Ο κυνισμός χρησιμοποιεί την ηθική υποκριτικά για να την υποσκάψει: την αποδέχεται επιφανειακά και ταυτόχρονα την παραβιάζει.  «Ξέρουμε ότι αυτά που σας λέμε είναι ψέματα και αυτά που κάνουμε λάθος και άδικα, εντούτοις τα λέμε, τα κάνουμε και τα καλύπτουμε με ηθικιστικές δικαιολογίες». Οι πολιτικοί γνωρίζουν το χάσμα και συνεχίζουν απτόητοι, αξιοποιώντας την νεωτερική αρχή ότι ένα ψέμα που επαναλαμβάνεται συχνά γίνεται αλήθεια και, τη μεταμοντέρνα, ότι ό,τι επαναλαμβάνεται συχνά καταντάει βαρετό και απωθεί τους ανθρώπους που παύουν να ασχολούνται μαζί του. Είναι η διπλή πολιτική της κυβέρνησης στην πανδημία.

Η αναγνώριση της σημασίας της ηθικής αιτιολόγησης κάνει τον κυνισμό μια ιδεολογία που προσπαθεί να προβλέψει και να απαντήσει εκ των προτέρων στις πιθανές κριτικές στην υποκρισία του. Η υποκρισία βέβαια αποτελεί τον φόρο που το ψέμα και το άδικο πληρώνουν στην αλήθεια και την αρετή. Από την άλλη εμείς, οι απομυθοποιητές της ιδεολογίας, μοιάζουμε με το παιδί που, ενώ τις τρώει καθημερινά από τον νταή του σχολείου, γυρίζει στο σπίτι χαρούμενο γιατί κατάλαβε ότι ο νταής είναι βλάκας και αμόρφωτος.

Ξέρουμε ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στην όμορφη αλλά ψεύτικη μάσκα της εξουσίας και την άσχημη πραγματικότητα από πίσω αλλά εξακολουθούμε να θαυμάζουμε την όμορφη μάσκα. Ξέρουμε ότι πίσω από τους ισχυρισμούς περί οικουμενικών αρχών βρίσκονται συγκεκριμένα συμφέροντα, αλλά συνεχίζουμε να τους αποδεχόμαστε. Ξέρουμε ότι ο αυτοκράτορας είναι γυμνός, αλλά συνεχίζουμε να υποκρινόμαστε πως δεν το βλέπουμε.

Ο πολιτικός κυνισμός είναι αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ηθικισμού, της ψευδεπίγραφης σύζευξης οικονομίας και ηθικής. Ο καπιταλισμός πάντοτε προσπαθούσε να φοράει ηθικά ρούχα μια και η πρακτική του οδηγεί αδήριτα σε αύξηση των πιο αισχρών αδικιών.

Από το «αόρατο χέρι» του Άνταμ Σμιθ στον προτεσταντικό καπιταλισμό του Μαξ Βέμπερ που μετατρέπει τον άκρατο εγωισμό σε υπηρεσία στο κοινό καλό, στο trickle down των Μπλερ, Κλίντον και Σημίτη (τα ψίχουλα που πέφτουν από τα τραπέζια των πλούσιων τρέφουν τους πληβείους) και την οικονομική μεγέθυνση του Μητσοτάκη που περνάει από τη φτωχοποίηση της πλειονότητας, η ηθικολογία ήταν πάντα σύντροφος της εκμετάλλευσης. Αλλά όπως λέει ο Σαίξπηρ, nothing will come from nothing [ουδέν εξ ουδενός].